Γάμησέ τα, γάμησέ τα, γάμησέ τα. Έτσι ξεκίνησε το ηχητικό της η Τ. στην φίλη της την Μ., που μόνο αυτή την καταλάβαινε σε όλα τα θέματα της ζωής αυτής, καθότι αμφότερες φεμινίστριες, πληγωμένες από μπαμπά και γκόμενους των 20s τους.
Την μία ένας της έρωτας την έκαιγε με κερί λιωμένο στην βάση της ραχοκοκαλιάς της, χωρίς ακριβώς την συναίνεσή της και την άλλη ο πατέρας της την είχε πληγώσει με το να πηδήξει την δασκάλα γαλλικών της – μια κοπέλα ούτε δέκα χρόνια μεγαλύτερή της, εικοσάρα δηλαδή, όταν εκείνη πήγαινε Πέμπτη Δημοτικού και ονειρευόταν απόβαση στο Παρίσι. Δεν λέμε σε ποια συνέβη τι, πρώτον γιατί δεν είναι πρέπον να κουτσομπολεύουμε τους ανθρώπους και δεύτερον γιατί το κυρίως θέμα της σημερινής μας ιστορίας είναι ο έρωτας που έσκασε ως πυροτέχνημα σε καλοκαιρινό γάμο στο Πόρτο Ράφτη μες στην καρδούλα της έρημης της Τ.
Το κορίτσι δεν την πάτησε με κάποιον φασαίο της προκοπής, φεμινιστή και γνωστικό περί της εγχώριας, γυναικείας λογοτεχνίας. Δεν την έπαθε καν με κάποιον νεότερο θαυμαστή της δουλειάς της (η Τ. είναι ηθοποιά) από αυτούς που δεν έχουν πολλές πολλές γνώμες, κάνουν καλά πολύωρα γλειφομούνια και βρίσκονται στην ώρα τους στα ραντεβού. Δεν γοητεύτηκε από κάποιον bi, κουήρ, non binary τύπο από αυτούς που συνήθιζε την τελευταία τριετία να πηδάει –θεσπέσια αγοροκόριτσα πλάσματα με γρασιδί μαλλιά, χειροποίητα κοσμήματα και χαϊμαλιά να κοσμούν λαιμούς και καρπούς και, ενίοτε, πίρσινγκ στις ρώγες.
Όχι, όχι, όχι. Κι ας ήθελε να ερωτευτεί έναν μαύρο άντρα, ιδανικά καλλιτέχνη (φτάνει πια και με το αντετοκουμπικό στερεότυπο του αθλητή), καθώς αρκετά είχε μπλεχτεί με λευκούς στρέιτ στην ζωή της, εκείνη πήγε και βάρεσε σα χταπόδι το είναι της για τα μάτια του σεξιστή εργοδότη της. Σεξιστής, ναι, βέβαια, αφού για πρωινό είχε φρέντο εσπρέσο μέτριο και κομπλιμέντα διάχυτα για κάθε γκόμενα του μαγαζιού, ακόμα και για αυτήν την ίδια την Τ. καμιά φορά. Κούκλα μου και αγάπη μου και γλυκιά μου και τέτοια. Αν ήταν άντρες θα τους μίλαγε έτσι; Θα τόλμαγε; Ήταν παντρεμένος.
Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα Κυριακής που η Τ. έκανε το λάθος να κοιμηθεί πολύ, που θα πει από 5 έως 8, τρεις ολόκληρες ώρες, άρα να επιτρέψει σε παράξενα όνειρα να επιτεθούν στο μυαλουδάκι της, το ήδη κουρασμένο από την εναλλαγή βαρδιών στο μπαρ, αποτυχημένων ή μετρίως πετυχημένων κάστιγνκ και προβών για τις παιδικές παραστάσεις του μικρού θιάσου που θα ανέβαιναν και φέτος (Κοσκινο-κουφίτσα, μια διασκευή του γνωστού παραμυθιού προσαρμοσμένη σε κωφάλαλο κοινό και Ποκεμονχόντας, ένα φιούζιον ιστορίας του ντίσνεϋ και πόκεμον, μιας που τα παιδάκια πια είναι πολύ απαιτητικά και δεν τα πείθουν οι νεράιδες και τα άσπρα άλογα και πολύ καλώς δηλαδή), το ήδη καταπονημένο από την συνεχή επιφυλακή για μισογύνικα αστεία και για διαρκή επαγρύπνηση για αδικίες σε αδυνάμους. Το όνειρο ξεκινούσε με τον πούτσο του αφεντικού, πρησμένου και γυαλιστερού, να ακουμπά πάνω σε κάτι που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν η κοιλιά της. Δεν έμπαινε μέσα της, της διάβαζε κάτι στίχους από μια Αφροσουηδέζα ποιήτρια που μελετούσε η Τ. το ίδιο πρωινό σε ένα λογοτεχνικό, φεμινιστικό περιοδικό. Ήθελε πολύ να γαμηθούν εκείνη, σπαρτάραγε. Μόλις πήγε να την διακορεύσει ηδονικά, αυτή ξύπνησε. Προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά μάταια.
Την επόμενη μέρα, στο μπαρ, προσπάθησε να τον δει διαφορετικά. Πολύ επίπονο να μην συμπαθείς το αντικείμενο του έρωτά σου. Η Τ. δεν ήταν καθόλου ο τύπος του. Η γυναίκα αυτουνού ήταν ξανθιά με πιασίματα, έντονο ντεκολτέ που φρόντιζε να αναδεικνύει και πολύ ψιλή φωνή – μια αρχετυπική θηλυκότητα όπως θα έλεγε κανείς υπό την επήρεια του male gaze. Κάτι ερωμένες που πηγαινοέρχονταν κινούνταν σε αντίστοιχα κυβικά. Η Τ. ήθελε να μην δείχνει το σώμα της και να μην βάφεται. Είχε αποδιώξει αρώματα και αποσμητικά, είχε επενδύσει στην φύση, εξ ου και εναγκαλίστηκε σε κάποια φάση και τον βηγκανισμό. Πώς θα κατάφερνε να τον κάνει να την προσέξει; Και πόσο υγιείς ήταν αυτές οι σκέψεις; Λογοκρινόταν συνεχώς η Τ.
Η λύση θα ήταν να παραιτηθεί, να αφήσει λίγο τον καιρό να περάσει και μετά να σκάσει στο μαγαζί ως πελάτισσα. Θα ήθελε να κάνουν σεξ μαζί, να φιλιούνται πολλή ώρα και να είναι αγκαλιά. Μέσα σε λίγες μέρες, θα φρόντιζε η ίδια προσωπικά για την μετάλλαξή του από Μαλάκα Παπάρα σε Γαμάτο Τύπο. Θα λείαινε την αρρενωπότητά του, θα τον έφερνε σε επαφή με την θηλυκή πλευρά του, θα του άλλαζε την ζωή. Μπορούσε. Αυτή μπορούσε. Βέβαια, θα δεχόταν και λίγη βία από τα χεράκια του κατά την διάρκεια του γαμησιού. Άλλο αυτό. Θα δήλωνε απερίφραστα την συναίνεσή της. Για την ώρα, σέρβιρε αγόγγυστα καφέδες και ποτά. Εκείνος ήταν στο γραφείο κάτω, με το λάπτοπ του. Τι να διάβαζε; Λίμπεραλ, μπορεί. Τον κωλοδεξιό.
Εκείνη την μέρα, η Τ. για καλό και για κακό είχε φορέσει το φούξια βρακί της. Το γουρλίδικο, το καυλιάρικο. Η καρδιά της χτύπαγε τρελά. Τι στο καλό; Μπορεί και να της περάσει. Η Μ. τής λέει ότι είναι μετα-τραυματικό, από τον ιδιοκτήτη του μπαρ που την είχε απολύσει πριν μερικά χρόνια. Η Τ. ελπίζει να είναι κάτι τέτοιο. Δεν ήξερε πώς είναι να είσαι ερωτευμένη με έναν άντρα που δεν θα είχες τίποτα να πεις στο πρώτο ραντεβού. Και φυσικά, δεν μπορούσε, για την ώρα, να το απολαύσει καθόλου. Το βράδυ, μετά το μαγαζί, δεν είχε πρόβα, μια κοπέλα είχε πυρετό. Θα τριβόταν για πάρτη του. Θα τον σκεφτόταν με λευκό πουκάμισο και λάδια στις κλείδες του. Μούσια αξύριστα και χαμόγελο Μόνας Λίζας. Τον ανόητο, τον ηλίθιο, τον παλιομαλάκα.















































































































