Μισόγυμνες ιστορίες ερωτικών συναντήσεων με πρωταγωνίστριες γυναίκες και κορίτσια της πόλης με την υπογραφή της Γεωργίας Δρακάκη. Μες στα διαμερίσματά τους και πάνω στα βαμβακερά τους σεντόνια χτυπά η αληθινή καρδιά της Αθήνας. Γιατί η Αθήνα είναι στ’ αλήθεια νεγκλιζέ.
Η Μάιρα και η Νεφέλη μετακόμισαν στην γειτονιά μετά το Πάσχα. Εγκατέλειψαν σχεδόν συγχρόνως τους γκόμενούς τους (η μία από Λάρισα, η άλλη από Τρίκαλα), ok πρώτα το έσπασε η Νεφέλη, κριαρίνα η Νεφέλη, αποφασιστικιά κι έπειτα ακολούθησε κι άλλη η χαζομούνα.
Χαζομούνα η Μάιρα (που το όνομά της είναι ένας αιθέριος αναγραμματισμός του ονόματος Μαρία, του ωραιότερου ονόματος στον κόσμο) επιτρέπει μόνο τη Νεφέλη να την αποκαλεί και κανέναν άλλον, ούτε καν την μάνα της που την λατρεύει και που την ευγνωμονεί για την ζωή που της έδωσε και για ένα σωρό άλλα δώρα και χαρίσματα. Τα λιγνά της πόδια ας πούμε, τους ολοστρόγγυλους μαστούς, τις φυσικές, μινωίτικες μπούκλες, όλα της μάνας. Κρητικοπούλα αυτή και παντρεύτηκε τον Λαρισαίο μπαμπά – ένας γάμος που πήγε έτσι κι έτσι, αλλά όχι και τελείως σκατά και, αυτό, στην περίπτωση ενός γάμου δεν το λες και μικρή επιτυχία.
Η Μάιρα και η Νεφέλη, η μελαχρινή και η ξανθιά, η εσωστρεφής και η δυναμική, η έτσι κι η γιουβέτσι, δύο γνήσιες εικοσιεφτάρες μουνάρες, ήρθαν στο κλεινόν άστυ ανοιξιάτικα και ξοπίσω τους έπαιζε, λες, ολόκληρο το Amarcord του Nino Rota. Οι αστράγαλοί τους ανέδιδαν κεράσι και γιασεμί, χνούδι γλυκό ξάπλωνε στην βάση των λαιμών τους και τα κορμιά τους διψούσαν για νέους έρωτες. Βρήκαν δουλειά σε κοντινά μπαρ, η Μάιρα σέρβις (από αυτές τις σερβιτόρες που εύχεσαι να μην έρθουν για παραγγελία γιατί ο γκόμενός σου οπωσδήποτε θα τις λαχταρήσει, έστω για μερικά δευτερόλεπτα) και η Νεφέλη μπαργούμαν. Ίσως η ομορφότερη μπαργούμαν που θα είχε δουλέψει ποτέ στην Βικτώρια, θεέ μου. Το μάτι της άστραφτε κι έπαιρνε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου: από το λαδοσταχτί των μανιάτικων λιόδεντρων, μέχρι το γρασιδί των φίλτρων του Insta. Βρήκαν διαμέρισμα φθηνό, που λέει και το τραγούδι και που λέει και ο λόγος, γιατί φθηνό δεν το λες το τετρακοσάρι, αλλά αν είναι η καθεμιά να δίνει 200 βγαίνει η φάση. Τριάρι, η καθεμιά το δωμάτιό της, η Νεφέλη διάλεξε το λιγότερο φωτεινό, αλλά το λίγο μεγαλύτερο, η Μάιρα δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα.
Ελαφρώς επιπλωμένο και κουτσά στραβά, ως τα τέλη εκείνου του Μάη, το σπίτι είχε γίνει παλάτι, είχε μυρίσει κεριά βανίλιας κι είχε δει χρώματα, ματωμένα ταμπόν, κούπες καφέ παρατημένες στο σαλόνι κι είχε ήδη χωρέσει και τα ατάκτως (παντού!) ερριμμένα τρίμματα καπνού της Νεφέλης. Μέρες, νύχτες, δουλειά, κάτι Κυριακές με αυγά και φιλαδέλφεια στο ταπεινό μπαλκόνι, φλερτ γειτόνων – ο φούρναρης χαλβάδιαζε την Μάιρα από την πρώτη στιγμή, αλλά ο γείτονας του δίπλα διαμερίσματος είχε πάθει την πλάκα του με την ξανθιά, σχεδόν κεκέδιζε όταν την πετύχαινε μαχμουρλού να κατεβάζει τα σκουπίδια με τα μαλλάκια της πιασμένα πάνω και το κωλαράκι της να αχνοφέγγει μέσα από το κολάν σπιτιού χρώματος μπλε ηλεκτρίκ· γαμώ τα κολάν μου γαμώ.
Η Μάιρα δεν είχε όρεξη για νέο έρωτα, η Νεφέλη φλέρταρε με τους ωραίους πελάτες-είχε μια αδυναμία στους σαράντα και κάτι, τους άρεσε ο παλιμπαιδισμός τους σε συνδυασμό με την όχι αμελητέα εμπειρία τους πάνω στη ζωή και τον έρωτα. Ένα βράδυ, η Νεφέλη (όχι που δεν θα) κουβάλησε έναν γκόμενο στο σπίτι και σιγοπηδήχτηκαν στο δωμάτιό της. Η Μάιρα πρώτη φορά άκουγε την κολλητή της να κάνει έρωτα. Εντυπωσιάστηκε και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, έβαλε το χέρι μέσα από το βρακί της και χάρισε στον εαυτό της έναν σύντομο οργασμό, καυτό, γρήγορο, χωρίς πολλά πολλά κι αποκοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα, ο γκόμενος έφυγε και η Νεφέλη μπήκε για μπάνιο. Τραγούδαγε Κραουνάκη – τι πιο σύνηθες, θα έλεγε κανείς. Η Μάιρα θέλησε να δει το σώμα της. Είχαν δει η μία την άλλη γυμνή, είχαν δείξει τα απόκρυφά τους (η Νεφέλη είχε το τέλειο μουνί, κατά την άποψη της Μάιρας και η Μάιρα είχε το τέλειο βυζί κατά την άποψη της Νεφέλης), αλλά αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Το μπάνιο δεν είχε κουρτίνα (ακόμα!) και η Μάιρα έσκυψε και κοίταζε την φίλη της από την κλειδαρότρυπα. Η Νεφέλη έκανε απολέπιση και είχε αφρούς στα μαλλιά και τη μούρη της. Η Μάιρα ένιωσε κάψα ξανά από τα μέσα της. Τράβηξε άλλη μία μαλακία στα γρήγορα, ανακούρκουδα καθισμένη, για να μην χάνει δευτερόλεπτο από το θέαμα που προσέφερε η φίλη της. Η Μάιρα λάτρευε τους άντρες και ήταν στρέιτ, αλλά από όταν άκουσε τη Νεφέλη να παρακαλά να την πονέσει κι άλλο αυτός ο τύπος που κουβάλησε από το μπαρ, κάτι σάλεψε μέσα της.
Κόντευε Ιούνης κι η Μάιρα είχε χύσει καμιά δεκαριά φορές για την φίλη της. Άραγε αυτό να συμβαίνει στις κολλητές φίλες μετά από τόσον καιρό άδολης, συντροφικής αγάπης; Το κουδούνι τους έγραφε «Τα Κορίτσια του Μάη». Πόσο θα ήθελε η Μάιρα αυτός ο Μάης να μην τέλειωνε ποτέ. Ίσως ο ωραιότερος της ζωής της. Και να σκεφτείς πόσο έκλαιγε για τον πρώην της στο ΚΤΕΛ για Αθήνα. Είναι ωραία η Αθήνα τον Μάη. Και ο κώλος της Νεφέλης είναι ωραίος τον Μάη. Και κάθε εποχή.















































































































