Μισόγυμνες ιστορίες ερωτικών συναντήσεων με πρωταγωνίστριες γυναίκες και κορίτσια της πόλης με την υπογραφή της Γεωργίας Δρακάκη. Μες στα διαμερίσματά τους και πάνω στα βαμβακερά τους σεντόνια χτυπά η αληθινή καρδιά της Αθήνας. Γιατί η Αθήνα είναι στ’ αλήθεια νεγκλιζέ.
Η Άννα είναι παρθένα. Το τελευταίο σεξ συνέβη όταν ακόμα την έλεγαν Θάνο. Ως γυναίκα δεν είχε κάνει ακόμα τίποτα με κανέναν. Δεν ήθελε, αλλά και λίγο φοβόταν. Η Άννα έχει ακόμα πουλί. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Τουλάχιστον για εκείνη. Λένε πως δεν γεννήθηκε γυναίκα, αλλά αυτό είναι ψέμα, γιατί ως κορίτσι αντιλαμβανόταν πάντοτε τον κόσμο, οπότε κλάιν από τη μια, μαλακία από την άλλη. Για τους άλλους. Που ζορίζονται τόσο και πονούν τόσο και τους φοβίζει το σκοτάδι και ό, τι δεν ξέρουν.
Αποφάσισε να λέγεται Άννα γιατί ήθελε ήχο ονόματος που να μοιάζει με το Θάνος. Άλφα και νι. Γράμματα γενναιόδωρα στην προφορά και το άκουσμά τους. Ο Αυτός λάτρευε τα παλιά ελληνικά τραγούδια, καλά για εκείνον δεν ήταν και πολύ παλιά δηλαδή, της γενιάς του ας πούμε ήταν και μια μέρα είχαν βγει σε ένα σκυλόμπαρο στον Πειραιά και στις 4 το πρωί ο Αυτός λέει στον dj «Παίξε ρε το τραγούδι μου να μαθαίνει ο Θανασάκης τι σημαίνει μουσική» και ο dj υπάκουσε γιατί ο Αυτός ήταν πρώτος πελάτης, από την άποψη ότι μπεκρόπινε και τους τ’ ακούμπαγε χοντρά και εκείνη τη νύχτα δεν μπορεί η Άννα Θάνος Θανασάκης Θανασούλα Θανούλα Αννούλα να την ξεχάσει ποτέ στην ζωή της γιατί ο Αυτός όταν ακούγονταν οι στίχοι «Άννα, ποτέ δεν θα στην πω αν δεν την νιώσω αυτήν την λέξη» είχε πάρει ένα βλέμμα άλλο πράμα και ήταν όλα τόσο αληθινά ερωτικά, ανάγλυφα, σαν όλο το καρδιοχτύπι όλων των ερωτευμένων πούστηδων του κόσμου να γινόταν ήχος τακουνιού που βαρά την άσφαλτο κι ύστερα καρφώνεται στο στήθος όλων των μεθυσμένων κωλομπαράδων του κόσμου και τους αποτελειώνει, αλλά όχι ολόκληρους, μόνο το αγιάτρευτο κομμάτι τους, αυτό που δεν μπορεί να παραδεχτεί όλα όσα τους καυλώνουν και τους κάνουν να γουστάρουν την ζωή.
Ο Αυτός ήταν εξαφανισμένος εδώ και μήνες, όπως συνήθιζε. Η Άννα ήθελε να τον συναντήσει και να την δει όπως στ’ αλήθεια ήταν μέσα της από πάντα σχεδόν: με μακρύ μαλλί, φούξια στόμα, υπέροχες γάμπες, μαύρες ψηλές μπότες και άρωμα απομίμηση Dior Poison από το καλύτερο απομιμάδικο αρωματάδικο, από αυτό που ψώνιζαν όλες οι φτωχές μουνάρες αυτής της πόλης που θα άξιζαν πολύ καλύτερα, αλλά για την ώρα μια χαρά τη βγάζαν κι έτσι.
Η Άννα αγαπούσε και μισούσε τον Αυτόν παράφορα. Τον ζωγράφιζε στο χαρτί, τον ονειρευόταν τις νύχτες, του θύμωνε κάτι ξέμπαρκες στιγμές, του έστελνε μηνύματα και τα διέγραφε, του αφιέρωνε μες στο κεφάλι της τραγούδια άλλα από αυτά που θα του άρεσαν, της Τέιλορ Σουίφτ ας πούμε, το I can fix him, ή τα Πληγωμένα Μηνύματα Αναθεωρημένα των Παιδιών της Παλαιότητας και έκλαιγε και έτρεχαν τα μολύβια και οι μάσκαρες και έφτιαχνε ρυάκια το μαύρο κυριολεκτικά δάκρυ πάνω στο μεϊκαπαρισμένο μάγουλο και η Άννα ένιωθε τόσο δυστυχισμένη και τόσο όμορφη at the same time που, καμιά φορά, τράβαγε και κανένα στόρυ και μετά διάβαζε τα μηνύματα που της έστελναν τα λιγούρια του Instagram και ποτέ κανείς δεν της άρεσε τόσο πολύ όσο Αυτός, αλλά γούσταρε να καυλαντίζει και λίγο, μεγάλο κορίτσι ήταν, ετών 37.
Η Άννα απόψε το βράδυ θα φορέσει το ζεμπρέ φουστάνι, θα πιάσει τα μαλλιά σφιχτή ψηλή κοτσίδα, θα μακιγιαριστεί αλαβάστρινα και θα πάει στο μπαρ τους. Θα του στείλει μήνυμα πως είναι εκεί και πως θέλει να βρεθούνε έστω μια τελευταία φορά. Κι ύστερα θα πιούνε, έχει εικοσιπέντε ευρώ, θα τον κεράσει αυτή, έστω το πρώτο του και μετά δεν θα τον γλείψει απλώς μες στο τζιπ, μετά θα τον καλέσει σπίτι της που είναι πεντακάθαρο και μοσχοβολά λεμόνι και κανέλα και θα τον ξαπλώσει στο κρεβάτι της και θα τον κοιτάξει μες στα μάτια και θα λύσει τα μαλλιά της και θα ξεγυμνωθεί και το σώμα της δεν θα έχει αλλάξει πολύ από αυτό που ο Αυτός θα θυμάται, αλλά το βλέμμα της θα φωνάζει «είμαι γυναίκα ρε, δεν μπορείς να πηδήξεις μια γυναίκα που είναι ερωτευμένη μαζί σου;» και μετά αυτός θα την πηδήξει και θα την ξεπαρθενιάσει κανονικά και μετά αυτή θα τον ξεπεράσει και θα μπορέσει να πάει παρακάτω και θα ερωτευτεί έναν καλύτερο άντρα που θα μπορεί να λέει το όνομά του και θα μπορεί και να το γράφει, γιατί δεν θα την πληγώνει τόσο όσο το όνομα Αυτουνού και τέλος και ο Καράλης και οι άνθρωποι που πονούν και φοβούνται, ήρθε η άνοιξη μωρέ, όχι άλλοι φόβοι και πόνοι, μόνο φούξια χρώματα και έξαλλες χορογραφίες σωμάτων στα σεντόνια τα μοσχοπλυμένα με μαλακτικό μάρκας σουπερμάρκετ που μυρίζει σα Λενόρ και κανείς δεν καταλαβαίνει πως δεν είναι Λενόρ, γιατί όταν περνάς καλά πάνω σε ένα κρεβάτι δε σε νοιάζει το μαλακτικό και δε σε νοιάζει αν κάποιος γεννήθηκε με πουλί ή με πιπί και αν κάποτε τον λέγαν Θάνο και τώρα κάπως αλλιώς, γιατί νιώθεις ρε, γιατί ο Έρωτας διαπερνά την Πραγματικότητα και την μεταμορφώνει σε Αλήθεια και αν δε νιώθει να της πει σ’ αγαπώ απόψε ο μαλάκας ο Αυτός να μη σώσει να το πει ποτέ του.













































































































