Την κούτα αυτή, την πεταμένη την άχαρη, πλάι στον κάδο, απομεινάρι από το καινούργιο ψυγείο που αγόρασαν οι γείτονες και με καμάρι θα κολλήσουν πάνω του τα μαγνητάκια – τρόπαια των διακοπών τους.
Αυτή θέλω νύχτα να αρπάξω! Να μπω μέσα της, φακίρης ερασιτέχνης, αφανής, πλανόδιος. Και αναποφάσιστη, πλήρως καμουφλαρισμένη από αδιέξοδα, αποφάσεις και απαντήσεις στο ειδώλιο, να μην έχω να απαντήσω τί-πο-τα!
Θέλω να τη σύρω διακριτικά στην είσοδο, να περάσω τον ημιώροφο και να τη φέρω στο δωμάτιό μου, που είναι μεγαλύτερο και μας χωράει, και ως συγκάτοικοι «να τη βγάλουμε καθαρή» στο φρεσκοβαμμένο κελί μας!
Η κούτα είναι η μοναδική απόφαση που έχω πάρει απόψε, σήμερα, μπορεί και αύριο non lo so… Δεν έχω λίστα, πρόγραμμα, plan b και την κοιτάζω όλο το πρωί, από το μπαλκόνι.
Για τίποτα άλλο δεν είμαι σίγουρη σας διαβεβαιώνω. Στέκομαι στη μέση του δρόμου όλο τον καιρό. Νταλίκες κορνάρουν, τα μηχανάκια με ελιγμούς περνάνε ξυστά μου κι εγώ εκεί μπαστακωμένη, σαν κινούμενο σχέδιο, στέκομαι άκαμπτη και άνευ τραυματισμού.
Ή γαζώνομαι, όπως όπως κουκουλώνομαι, συνήθισα να τσούζω και να κάνω «μάκια το βαβά» που μου πούλησε παπά και δεν έγιαινε, μέχρι να μεγαλώσω…
Στην κούτα μου, θα κλείσω τα χάρτινα αυτιά της και τα δικά μου μαζί, θα κλείσω τα μάτια και θα με δικαιολογήσω, ως αόρατη δεν είναι τίποτα εύκολο.
Και τελικά ποιο είναι το δύσκολο; Το ξεβόλεμά μας; Δυο ενοίκια μαζί με την εγγύηση; Τα βιβλία που έχω στη ραφιέρα του ικεα, τα ρούχα μου που είναι πακεταρισμένα, αλλά το φερμουάρ μόνο ανοιγοκλείνω συνέχεια;
Αυτό είναι! Το βόλεμα λοιπόν, το κρεβάτι σου, η πλευρά στο στρώμα που έχει το σχήμα σου; Η λούπα που τραγουδάς και θυμάσαι κάθε στίχο της, η αντίδραση και η μηδενική δράση που βαφτίζεις «εις το όνομα του πατρός», επανάσταση και ύστερα πλένεις το νεροχύτη και αγοράζεις ένα νεγκλιζέ παραπάνω σε ένα shopping therapy, που κοστίζει και σου βγάζει τη γλώσσα;
Τελικά ή ζεις, ή σκέφτεσαι.
Για πολλούς της ράτσας μας, και τα δυο δεν συνυπάρχουν. Κουνάω το κεφάλι μου όταν θέλω να ζήσω, περιμένω να ακούσω και το τελευταίο κέρμα λογισμού να βγει από τα αυτιά μου, και τότε ζω!
Ο ήχος από το τρίκυκλο έκοψε τον ειρμό μου, ο μελαχρινός καβαλάρης του, άρπαξε την κούτα μου από το κάδο, την πάτησε, τη φόρτωσε στην καρότσα του κι έφυγε, με την εξάτμιση να με αφήνει ξυλάκι-παγωτό!
Η μια από τις δυο μας ταξίδεψε γλίτωσε, σκέφτηκα και ίσως, η επόμενη θα είμαι εγώ…















































































































