Υπάρχουν επιστροφές που μοιάζουν με μικρά θαύματα. Έτσι ένιωσε όποιος βρέθηκε την Πέμπτη στο Floyd, εκεί όπου οι Franz Ferdinand επέστρεψαν στην Αθήνα μετά από 19 ολόκληρα χρόνια.
Η προσμονή ήταν μεγάλη. Άλλοι κουβαλούσαν τις μνήμες του 2004 ή/και του 2006, άλλοι περίμεναν πρώτη φορά να δουν από κοντά μια μπάντα που σημάδεψε τα mid-00s και το indie rock γενικότερα. Και από το πρώτο κιόλας λεπτό, έγινε σαφές πως άξιζε η αναμονή!

Η συναυλία ξεκίνησε με τον πιο νοσταλγικό τρόπο: “The Dark of the Matinée”, από το εμβληματικό ντεμπούτο τους. Με το που μπήκαν οι πρώτες νότες, το Floyd μετατράπηκε σε πάρτι: singalong από το πρώτο ρεφρέν. Δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι, ήταν μια υπενθύμιση του γιατί το ντεμπούτο των Franz Ferdinand θεωρείται σήμερα κλασικό.
Και δεν έμειναν μόνο εκεί: συνολικά επτά κομμάτια από το πρώτο άλμπουμ χώρεσαν στο setlist. Από το “Jacqueline” και το “Michael” μέχρι το πάντα εκρηκτικό “This Fire” που έκλεισε επικά τη συναυλία, το συγκρότημα απέδειξε ότι αυτά τα τραγούδια δεν έχουν γεράσει ούτε μέρα. Αντίθετα, ακούστηκαν φρέσκα, αιχμηρά, ικανά να σηκώσουν στο πόδι και μια νέα γενιά.
Βέβαια, δεν έλειψαν και οι αναφορές στο σήμερα. Το φετινό τους άλμπουμ “Human Fear” εκπροσωπήθηκε με έξι κομμάτια, επιβεβαιώνοντας ότι οι Franz Ferdinand δεν ζουν μόνο από τη δόξα του παρελθόντος. Κορυφαία στιγμή το ηλεκτρισμένο και μπιτάτο “Hooked”, που παίχτηκε αμέσως μετά το “Take Me Out”. Παρότι οι περισσότεροι θα περίμεναν πως θα ακουγόταν παράταιρο, το αντίθετο: το τραγούδι έδεσε ιδανικά, αποδεικνύοντας ότι η μπάντα εξακολουθεί να γράφει υλικό που στέκεται περήφανα δίπλα στα παλιά κλασικά.
Η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς, όμως, ήταν το “Black Eyelashes” από τον τελευταίο τους δίσκο. Ο Alex Kapranos εμφανίστηκε με μπουζούκι και έδωσε μια μοναδική, σχεδόν συγκινητική στιγμή: στίχοι στα ελληνικά, ρυθμοί που ακουμπούσαν στο ρεμπέτικο, και μια υπενθύμιση της ελληνικής του καταγωγής. Για λίγα λεπτά, το Floyd μεταμορφώθηκε σε γιορτή πολιτισμών: indie rock να συναντά το ελληνικό παραδοσιακό στοιχείο. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν ενθουσιώδη, δεν βλέπεις κάθε μέρα τέτοια στιγμή σε συναυλία μεγάλης βρετανικής μπάντας.

Κι αν όλα αυτά έκαναν τη βραδιά ξεχωριστή, εκείνο που την απογείωσε ήταν η ίδια η μπάντα. Σε τρελή φόρμα, καθόλου γερασμένη. Ο Kapranos, πιο χαρισματικός από ποτέ, έδωσε πραγματικό μάθημα performance: χοροπηδούσε, χαμογελούσε, επικοινωνούσε με τον κόσμο, χωρίς ούτε μια στιγμή να χάσει την ενέργειά του. Οι υπόλοιποι μουσικοί, δεμένοι και δυνατοί, κράτησαν τον ήχο καθαρό αλλά γεμάτο ένταση. Ήταν μια εμφάνιση που θύμισε τις όμορφες εποχές όπου το indie βρισκόταν στο prime του, πριν από τα καραόκε acts και το άφθονο autotune που σήμερα κατακλύζουν τη βιομηχανία.
Το κοινό έπαιξε τον δικό του καθοριστικό ρόλο. Στην πλειοψηφία, όπως ήταν αναμενόμενο, οι 35-40άρηδες που μεγάλωσαν με τα τραγούδια τους. Αλλά η μεγαλύτερη χαρά ήταν να βλέπεις μπροστά στο κάγκελο τόσα πολλά νέα παιδιά, που τραγουδούσαν απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τα κομμάτια. Αυτή η διαγενεακή συνάντηση έδειξε με τον καλύτερο τρόπο τη διαχρονικότητα του συγκροτήματος: οι Franz Ferdinand δεν είναι απλώς μια μπάντα των 00s, αλλά ένα όνομα που εξακολουθεί να εμπνέει.
Στο φινάλε, αυτό που έμεινε ήταν η αίσθηση μιας άψογης performance: γεμάτη πάθος, ενέργεια, εκπλήξεις και κυρίως μουσική που παραμένει ζωντανή, ακόμη κι αν έχουν περάσει δεκαετίες. Ένα βράδυ που έκλεισε τον κύκλο της νοσταλγίας και άνοιξε έναν καινούργιο: εκείνον όπου οι Franz Ferdinand συνεχίζουν να έχουν θέση στην καρδιά μας.
















































































































