Τζον Μάγκνους. Το επιχρυσωμένο ταμπελάκι ραμμένο πάνω στο μπλε υπηρεσιακό σακάκι έγραφε το όνομά του. Σαφώς και ήταν απαραίτητο να υπάρχει ένα όνομα. Και ήταν και αρχοντικό, αν και πολλές φορές το ξεχνούσε κάπου ανάμεσα στις 12 ώρες δουλειάς και στις 12 ώρες ύπνου. Τζον Μάγκνους. Εύκολο να τον καλούν μες στην απελπισία τους. Τι δουλειά κάνει; Καθοδηγεί τις διαγραφές. Βοηθάει στην απόφαση. Συμβουλεύει στο ξεδιάλεγμα. Σώζει από τον πόνο της δυστυχίας. Κυρίως σώζει από τον πόνο της χαράς.
Το 2125 αποφασίστηκε από την Κυβέρνηση ότι ήρθε η ώρα για το τέλος της μνήμης. Ποιος θέλει ανθρώπους με στέρεες αξίες και προσωπικότητες διαμορφωμένες από μνήμες; Κανείς. Δε συμφέρει. Οι άνθρωποι πλέον πρέπει να μην αντιδρούν, να μην ξεκουράζονται, να μην φέρνουν αντιρρήσεις. Και η μνήμη έχει αυτό το κακό συνήθειο. Μαθαίνει τους ανθρώπους να αντιδρούν σύμφωνα με τα βιώματα. Το πείραμα βεβαίως απέτυχε. Γιατί ακόμη κι αν οι μνήμες σβήνονταν, τα σώματα και τα μυαλά κάτι θυμούνταν. Κάτι ανεπαίσθητο που επηρέαζε το αξιακό τους σύστημα. Έστυψαν πολύ το μυαλό τους και το βρήκαν. Δεν ήταν μόνο η μνήμη. Έπρεπε να επέμβουν χειρουργικά στη λεπτομέρεια των νευρώνων. Κι αυτοί οι νευρώνες επηρεάζονταν από στιγμές.
Το 2225 είχε εφαρμοστεί πλέον ξεκάθαρα η νέα τακτική: Κανονική ζωή έως τα 30, στα 30 και μία μέρα ολοκληρωτική σάρωση της μνήμης, μόνιμη διαγραφή, αφού πρώτα πραγματοποιηθεί, με την ειδική μηχανή αναζήτησης, ένα ταξίδι στο παρελθόν για χειρουργικό σβήσιμο στιγμών, όπως κάνει το σφουγγάρι σε έναν πίνακα με κιμωλία. Από εκεί και μετά ύπνος και δουλειά. Δουλειά και ύπνος.
Ο Τζον Μάγκνους ήταν ο οδηγός σε αυτό το ταξίδι. Λίγοι και πολύτιμοι είχαν την ικανότητα που είχε ο Τζον να κρατάει την ισορροπία ανάμεσα στην ευαισθησία και στην απάθεια. Γιατί όταν οι άνθρωποι που αναλάμβανε έβλεπαν τις στιγμές, δεν ήξερε κανείς πώς θα αντιδρούσαν. Και καλά αυτοί που έκλαιγαν ή γελούσαν. Το πρόβλημα ήταν εκείνοι που αγκιστρώνονταν στη στιγμή και δεν ήθελαν να φύγουν, ήθελαν να τη βλέπουν ξανά και ξανά, παρακωλύοντας έτσι το έργο της Κυβέρνησης για διαγραφή. Εκεί ο Τζον είχε τεχνικές πειθούς που αν δεν έπιαναν, αποφάσιζε χωρίς συναισθηματισμούς να προβεί στην Τιμωρία: μια φυλακή όπου ο άνθρωπος θα έβλεπε ξανά και ξανά τη χειρότερη στιγμή της ζωής του, χωρίς φυσικά να έχει ξεχάσει καμία απολύτως από τις υπόλοιπες. Δεν ήταν η πρώτη του επιλογή, αλλά δεν το πολυσκεφτόταν κιόλας αν κανείς τον ζόριζε ― κάποια στιγμή έπρεπε να κλείσει τις υποθέσεις του.
Ο ένας αγκιστρώθηκε στο πρώτο του φιλί και τον καταδίκασε αιωνίως να βλέπει τη στιγμή του χωρισμού του. Μία άλλη αρνιόταν να φύγει από το αεροδρόμιο που γνώρισε ένα αγόρι που ερωτεύτηκε και την έβαλε να βλέπει συνεχώς τη στιγμή πριν τον γνωρίσει. Η πιο γνωστή πρωταγωνίστρια στο ένα θέατρο της Γης αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί την πρώτη της υπόκλιση και την καταδίκασε να βλέπει την κρίση πανικού που έπαθε πριν την έναρξη ― είχε, βλέπετε, και φαντασία ο Τζον εκτός από ικανότητες.
Όσο για εκείνον, λόγω της ιδιαιτερότητας της δουλειάς, είχε κλείσει τα 33, αλλά δεν είχε ζήσει τις δικές του στιγμές. Από μικρός προοριζόταν για αυτή τη δουλειά, είχαν προκαθορίσει το DNA του και επιπλέον εκπαιδεύτηκε σκληρά. Ό,τι μνήμες και στιγμές είχε, ανήκαν σε άλλους.
Μια μέρα που προσγείωσε τη μηχανή της στιγμής στο παρόν, επιστρέφοντας από το ταξίδι του με έναν τύπο που επέμεινε λίγο να δει τη στιγμή της γέννησης του παιδιού του, την είδε να πιάνει δουλειά.
Μαύρα μαλλιά σγουρά, αρκετά ψηλή για να σκύβει στο πιλοτήριο όπως εκείνος, βλέμμα έξυπνο και ελαφρώς χαμένο ταυτόχρονα, μεγάλα μάτια και βλέφαρα και ένα χαμόγελο που θύμιζε ένα συναίσθημα που είχε δει αλλά δεν είχε βιώσει. Συμπόνια; Κάτι τέτοιο.
Ο Τζον Μάγκνους και η Μέρι Μάινους έγιναν αχώριστοι, στα κρυφά. Ο έρωτας, βλέπετε, ανθίζει ανάμεσα στις στιγμές που κατάφεραν να μείνουν ή γεννιέται ακριβώς για να μην χαθούν. Το υποχρεωτικό δωδεκάωρο του ύπνου πήγε περίπατο. Συναντιόντουσαν στα πιλοτήρια μετά τις βάρδιες ή στο ενδιάμεσο ― ήταν το μόνο μέρος που δεν θα τους έβρισκαν ποτέ. Επιπλέον, οι μηχανές της στιγμής αποτέλεσαν το δικό τους αεροπλάνο στο χρόνο (όλοι οι ερωτευμένοι θέλουν να ταξιδεύουν στο χωροχρόνο), αφού αποφάσισαν να επισκεφτούν όλους τους αιώνες με τη σειρά, ακολουθώντας ίχνη μνήμης. Είδαν τη χαμένη Ατλαντίδα, είδαν τι είχε μέσα η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, παρακολούθησαν λεπτό προς λεπτό την ημέρα της Βαστίλλης, επισκέφθηκαν την Κούβα το 1959 και την αλλαγή της χιλιετίας το 1000 και το 2000.
Ένα βράδυ, αφού είχαν κάνει έρωτα όπως είχαν δει να κάνουν άλλοι στις στιγμές τους, η Μέρι καθόταν ακουμπώντας το κεφάλι στο δεξί της χέρι και με το αριστερό χέρι έκανε στο πρόσωπο του Τζον με το δάχτυλο, τον δείκτη, το παιχνίδι που έκαναν κάποτε οι μαμάδες στα μωρά, πολύ πριν μπει καν ο 21ος αιώνας: «Γύρω γύρω εκκλησίτσα (ένα γύρος όλο το πρόσωπο), τα δυο παραθυράκια (ο δείκτης ακουμπάει τα βλέφαρα και τα μάτια), στη μέση η πορτούλα (ο δείκτης περνάει από τα χείλη) και νααααα η καμπανούλα (πιάνοντας τη μύτη με τον δείκτη και τον αντίχειρα την πήγε δεξιά κι αριστερά)». Τότε ο Τζον της δάγκωσε τρυφερά το δάχτυλο, όσο ένιωθε τα μαλλιά της να του γαργαλούν τη μασχάλη. «Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη μου στιγμή;» σκέφτηκε και τον πήρε ο ύπνος.
Τους κατάλαβαν. Η κοινωνία επιτήρησης, βλέπετε, πάντα βρίσκει τον τρόπο να σε παγιδεύει, χτυπώντας εκεί που πονάς. Στις στιγμές σου.
Ορθά κοφτά, ο Τζον και η Μέρι δεν απολύθηκαν απλώς. Η επανάσταση που αφορμάται από την αγάπη είναι η πιο επικίνδυνη. Ξεκίνησε η γνωστή τακτική ― διαγραφή στιγμών και πάει λέγοντας. Ο Τζον δεν ήταν λυπημένος. Κράτησε την αξιοπρέπειά του. Εξάλλου, σύντομα θα τα ξεχνούσε όλα και δεν θα ήξερε καν τι πάει να πει λύπη. Μπήκε στη μηχανή της στιγμής για το σύντομο ταξίδι στο παρελθόν του, αφού αυτό ουσιαστικά δεν υπήρχε. Είδε τα ταξίδια με τους ανθρώπους, είδε τις Τιμωρίες, είδε τις αδικίες που συντελέστηκαν στις διαγραφές, είδε τις στιγμές που δεν αισθάνθηκε τίποτα για αυτούς που υπέφεραν. Κύλησε ένα δάκρυ στο μάγουλό του. Αλλά θα παρέμενε για πάντα αρχοντικός όπως το όνομά του. Μέχρι που έφτασε στις στιγμές με τη Μέρι. Άρχισε να λυγίζει. Όταν άκουσε «γύρω γύρω εκκλησίτσα, τα δυο παραθυράκια…» γονάτισε και παρακάλεσε να μην τον αφήσουν να φύγει. Παρακάλεσε τόσο πολύ που φυσικά υπέστη την Τιμωρία.
Μέχρι να συνέλθει από το κλάμα είχε ήδη δει τη χειρότερη στιγμή της ζωής του –την απόφαση για καταδίκη της πρωταγωνίστριας στην κρίση πανικού– πάνω από 120 φορές. Και σιγά σιγά άρχισε να χαμογελάει. Και το χαμόγελο έγινε νευρικό γέλιο. Γιατί συνειδητοποίησε ότι το να φυλακίζεις κάποιον στη χειρότερη στιγμή του ήταν ένα λάθος: «Τι ηλίθιοι! Μα τι ηλίθιοι! Η χειρότερη φυλακή θα ήταν να βλέπεις ξανά και ξανά την καλύτερη στιγμή της ζωής σου. Το πιο βασανιστικό από όλα είναι ένα: να νοσταλγείς συνεχώς να βιώσεις αυτό που βλέπεις».
Φυσικά, η Κυβέρνηση διάβασε τη σκέψη του ―ήταν τόσο καλός στη δουλειά του που μπορούσαν να επωφεληθούν και από την εμπειρία του στη φυλακή. Έτσι, καταδίκασαν τη Μέρι να ζει ξανά και ξανά την καλύτερη στιγμή της ζωής της. Όταν η Μέρι άκουσε «…στη μέση η πορτούλα και νααα η καμπανούλα», κατάλαβε αμέσως το λάθος: «Τι ηλίθιοι! Μα τι ηλίθιοι! Με αυτό αρχίζει η κατάρρευση της τακτικής. Γιατί η κιμωλία αφήνει πάντα ένα χάραγμα στον πίνακα ― ακόμη κι αν τη σβήσεις με σφουγγάρι».
Η επανάσταση ξεκίνησε από τις φυλακές στιγμών το 2959. Ο Τζον και η Μέρι είχαν πια χαθεί. Οι υπόλοιποι όμως τα κατάφεραν.
*Πληκτικό.
Πάλι μνήμη πάλι λήθη.
Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ
Κική Δημουλά
(από την ποιητική συλλογή Άνω Τελεία, εκδ. Ίκαρος, 2016)
*Στην Τ.Τ. γιατί μου θύμισε ότι δεν είναι η ζωή στιγμές, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος – και με τη σειρά μου της θυμίζω ότι στιγμή είναι, θα περάσει!

















































































































