Ζούμε στην εποχή του «Δεν θέλω να με νοιάζεις».
Οι άνθρωποι έχουν χωριστεί σε δύο κατηγορίες: οι μεν που λένε «Δεν θέλω να με νοιάζεις» και οι δε που λένε «Δεν θα με πείραζε να με νοιάζεις». Και οι δύο φοβούνται. Φοβόμαστε να συνδεθούμε με άλλους ανθρώπους και να τους βάλουμε στη ζωή μας. Κυριαρχεί ο φόβος στην εποχή αυτή. Απλά οι προσεγγίσεις μας ως προς αυτόν διαφέρουν.
Ο άνθρωπος από τη στιγμή που γεννιέται έχει έναν στόχο: να είναι ελεύθερος. Προσπαθούμε συνεχώς να ανακτήσουμε εκείνη την ελευθερία της γέννησης. Ψάχνουμε τρόπους και συνθήκες που να μας δίνουν αυτή την αίσθηση. Νομίζω σε αυτή την εποχή έχουμε βρει τον χειρότερο τρόπο.
Δεν ξέρω πώς, αλλά έχουμε κάνει ένα εκπληκτικά καλό μάρκετινγκ στη μοναχικότητα. Πλασάρεται ως ελευθερία. Δεν είναι λάθος στην ολότητά της αυτή η προσέγγιση. Μπορείς να ορίσεις τον δικό σου δρόμο και να τον βαδίσεις όπως θες εσύ. Αλλά τι νόημα έχει αυτό;
Είναι όμορφο να έχεις παρέα. Είναι ωραίο να μοιράζεσαι την ελευθερία σου μαζί με κάποιον που τη σέβεται. Είναι ωραίο να κάνεις όνειρα και να έχεις να τα μοιραστείς με κάποιον.
Έχουμε κάνει τόσο παρέα με άψυχα αντικείμενα και υπολογιστές που έχουμε αρχίσει να τους μοιάζουμε.
Έχουν μεγαλώσει τόσες γενιές μέσα σε συστήματα καπιταλιστικά, που χαρακτηρίζονται από προσωπικό συμφέρον και ατομικισμό, και έχουμε ξεχάσει την ίδια μας τη φύση. «Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα» μας μάθαιναν στο σχολείο. Έχουμε ανάγκη τους άλλους ανθρώπους στη ζωή μας. Πλέον όμως είναι όλο και περισσότεροι αυτοί που δεν θέλουν να τους έχουν ανάγκη.
Είναι πιο εύκολη η ύπαρξή μας και πιο απλή αν έχουμε να τα βρούμε μόνο με τον εαυτό μας (και αυτό δεν πετυχαίνει πάντα). Φτιάχνουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε και τη ζούμε χωρίς να υπολογίζουμε τα θέλω κάποιου άλλου. «Περνάμε καλά έτσι» ή και όχι.
Όλοι έχουμε πληγωθεί στο παρελθόν μας. Όλοι έχουμε επενδύσει χρόνο και ενέργεια σε άλλους ανθρώπους. Το δέσιμο γεννά όνειρα, προσδοκίες και μετά απογοητεύεσαι. Είναι πιο εύκολο να κάνεις τη ζωή σου, χωρίς να βάζεις τον εαυτό σου στη διαδικασία να θελήσει κάτι από κάποιον άλλο. Είναι επίπονο να επιθυμείς κάτι που δεν μπορείς να έχεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που ζητήσαμε (ή θέλαμε να ζητήσουμε) από κάποιον που δεν είχε πρόθεση να δώσει. Καλύτερα μόνοι;
Τα συναισθήματα είναι περίπλοκα και άβολα. Αλλά είναι η νοστιμιά της ύπαρξής μας. Είναι πηγή έμπνευσης. Είναι ζωή. Και πλέον πονάει περισσότερο το γεγονός ότι έχουμε συναισθήματα, παρά τα ίδια τα συναισθήματα.
Ο Σκωτσέζος κωμικός Daniel Sloss είχε μιλήσει σε μια παράστασή του για το πρόβλημα αυτό, ξεκινώντας από την αναλογία ζωής και jigsaw puzzle. Σύμφωνα με αυτή, η ζωή του καθενός μας είναι παρόμοια με ένα jigsaw puzzle. Καθώς κάνουμε τα βήματά μας στη ζωή, σταδιακά συναρμολογούμε τα κομμάτια του παζλ με βάση τις εμπειρίες μας και τα μαθήματα που παίρνουμε, όλα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουμε την πιο ακριβή και ουσιαστική εικόνα για μας.
Ωστόσο, υπάρχει μια ανατροπή σε αυτή την αναλογία: έχουμε χάσει το κουτί του παζλ, με αποτέλεσμα να μην έχουμε καμία επίγνωση της τελικής εικόνας. Κατά συνέπεια, απλώς μαντεύουμε. Έτσι, καταλήγουμε με πολλή προσπάθεια να δημιουργούμε ο καθένας το δικό του ξεχωριστό παζλ, στο οποίο όμως έχουμε ξεχάσει να αφήσουμε χώρο για κάποιον άλλο. Το έχουμε φτιάξει με κόπο και είναι «τέλειο». Συνεπώς, είναι δύσκολο, αν γνωρίσεις κάποιον, να κάνεις χώρο για το δικό του κομμάτι στο παζλ, να κάνεις τον κόπο να βρεις τον τρόπο να ενωθούν αυτά τα αριστουργήματα και να αλλάξουν. Ο καθένας κρατά το παζλ του όπως έχει και πορευόμαστε μοναχοί.
Υπάρχει η θεωρία ότι η μονογαμία εφευρέθηκε για να στηρίξει τον θεσμό της οικογένειας και πλέον δεν ευσταθεί στη ζωή μας. Σε έναν βαθμό δεν είναι λάθος. Όμως από αυτό έχουμε ξεστρατίσει αρκετά. Αποφεύγουμε να συνδεθούμε ουσιαστικά με κάποιον άλλο, όσο καλός και ωραίος κι αν είναι, και έχουμε εφεύρει ένα κάρο τρόπους για να το κάνουμε αυτό. Το situationship είναι μία μόδα που έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ, που πλέον δεν ξέρω καν γιατί υπάρχουν οι ταμπέλες. Από το «έχουμε κάτι» έχουμε φτάσει στο «δεν έχουμε κάτι». Από το «πάμε και όπου μας βγάλει», έχουμε φτάσει στο «κάτσε εδώ στάσιμος, καλά είναι».
Ζούμε ζωές μισές. Μένουμε μισοί και αυτό το αποκαλούμε ολοκλήρωση. Δεν λέω ότι ο σκοπός πρέπει να είναι μία παραδοσιακή πατροπαράδοτη σχέση με δέσμευση κ.λπ. Όχι. Ό,τι αγαπά ο καθένας. Αλλά έχουμε ξεχάσει πώς να νοιαζόμαστε. Έχουμε ξεχάσει τη χαρά του να σε νοιάζει κάποιος. Έχουμε ξεχάσει και είναι κρίμα.
Η καρδιά μας έχει φτιαχτεί για να μιλά με άλλες καρδιές. Πλέον την έχουμε βάλει σε ένα καλά κλειδωμένο δωμάτιο και μιλάμε με το στόμα, και ο διάλογος πάει ως εξής:
– Δεν θέλω να με νοιάζεις.
– Είναι ωραία να με νοιάζεις.
– Εγώ περνάω καλά μόνος.
– Θα μου άρεσε να περνάμε καλά παρέα.
– Δεν θέλω να νιώθω και να στενοχωριέμαι για σένα, έχω τα δικά μου.
– Είναι ωραίο να στηρίζεσαι πάνω σε άλλους.
– Δεν θέλω να πιέζομαι.
– Θα πιεστώ εγώ και για τους δύο.














































































































