Πως, άραγε, θα φανταζόσασταν μια γυναίκα αν την χαρακτήριζαν “νταρντάνα”; Ασφαλώς, κάπως ωραία και ψηλή περισσότερο από το συνηθισμένο, αλλά και σχετικά εύσωμη, με τις μάλλον έντονες καμπύλες της και τα “πιασίματά” της (όπως θα έλεγαν κάποια αδιόρθωτα αρσενικά που δεν λένε να πειθαρχήσουν στις σύγχρονες αντι-σεξιστικές γλωσσικές και εκφραστικές επιταγές).
Γιατί, όμως, μια τέτοια γυναίκα αποκαλείται “νταρντάνα”; Ας ξεκινήσουμε, όμως, με το τι είναι μία “νταρντάνα”. Δεν είναι μία γυναίκα. Είναι ένα πλεούμενο. Μάλιστα, στις γλώσσες της Εσπερίας, από όπου μας ήρθε, ονομάζεται “ταρτάνα (tartana)” και όχι “νταρντάνα”, έχει δε ιταλικές ή/και προβηγκιανές ρίζες και απώτερη καταγωγή από μια αραβική λέξη “ταριντά” που σημαίνει “σκάφος”.
Τί σόι σκάφος ήταν (μιας και ουσιαστικά δεν χρησιμοποιείται εδώ και κάπου έναν αιώνα); Ήταν ένα σκάφος που το χρησιμοποιούσαν για την αλιεία και το παράκτιο εμπόριο κατά κύριο λόγο στις ευρωπαϊκές και στις αφρικανικές χώρες της Δυτικής Μεσογείου, αν και κάποια στιγμή το αντιγράψανε οι ρώσοι για πολεμική χρήση, ενώ ο Μπαλζάκ αναφέρει σε ένα έργο του μία “ελληνική ταρτάνα”.
Δεν χρειαζόταν πλήρωμα με πολλά μέλη γι’ αυτό και η χρήση του ήταν διαδεδομένη. Ως σκάφος δεν ήταν πολύ μεγάλο ακόμα και για την εποχή του. Χαρακτηριζόταν από ένα πολύ ψηλό για το μήκος του κατάρτι και ήταν εξοπλισμένο με ένα βασικό τριγωνικό πανί και άλλα περίτεχνα δευτερεύοντα πανιά, τριγωνικά ή τραπεζοειδή. Φαίνεται δε πως είχε εντυπωσιάσει κάποιους με το ωραίο σουλούπι της και τις καμπύλες επιφάνειες των πανιών της και γι’ αυτό ίσως συνδέθηκε με τις ωραίες ψηλές και κάπως “γεμάτες” (όπως τις προτιμούσαν τότε) γυναίκες, τις οποίες συνοδεύει ως χαρακτηρισμός ως σήμερα.
Τώρα, το πως επικράτησε το “ντ” στη θέση του “τ” είναι ένα μυστήριο.















































































































