ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ: Χάρης Συμβουλίδης, Βαγγέλης Χαλικιάς, Μάκης Διόγος, Νανά Τράντου, Λευτέρης Ευμορφόπουλος, Ο κροκόδειλος, Βασίλης Στάης
Πριν τον ερχομό των ιντερνετικών ευκολιών και του διαγωνισμού ακρίβειας των εισιτηρίων, οι συναυλίες έμοιαζαν σαν μικρά τελετουργικά. Τα οποία εκκινούσαν ατομικά, μα υλοποιούνταν μαζικά. Μ’ έναν τρόπο ακατανόητο, ίσως, για τη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου ακόμα και εντυπωσιακά πλήθη τις ζουν πιο ιδιωτικά από ποτέ άλλοτε, μέσα από τις οθόνες των κινητών τηλεφώνων και τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Παλιότερα, όμως, όταν δεν βρίσκονταν όλα «ένα κλικ πιο πέρα», ακόμα και την πληροφορία έπρεπε να την κυνηγήσεις. Πότε μαθαίνοντάς την από μεγαλύτερο μουσικόφιλο συγγενή, πότε έχοντας το νου σου για αφίσες στους δρόμους της Αθήνας, άλλοτε ξεφυλλίζοντας κάποιο μουσικό περιοδικό. «Έρχονται οι τάδε!». Η φράση διέθετε δύναμη σαν του κεραυνού. Κι αν κάτι εξακολουθεί να μας ενώνει με το συναυλιακό τώρα, είναι ότι αυτή η αρχετυπική έξαψη δεν έχει χαθεί.
Μετά ξεκινούσε ένας διαφορετικός αγώνας. Πότε; Πού; Και το σημαντικότερο: πόσο έχει το εισιτήριο; Γιατί και τότε –που, όχι, δεν ήταν τόσο (αδικαιολόγητα) ακριβά– τα νιάτα που διψούσαν για τη live μέθεξη χρειάζονταν πολλές φορές να μετρήσουν χαρτζιλίκια ή/και μεροκάματα προκειμένου να παραστούν. Χώρια την αγωνία, αν ερχόταν κανά μεγάλο όνομα. Κι αν γίνει sold out; Ρίσκαρες να το μάθεις, π.χ., στο ταμείο του «Ρόδον»;
Αν όλα πήγαιναν καλά, πάντως, η μέρα της συναυλίας ήταν γιορτή. Μοναδικό άγχος απέμενε αν υπήρχε και κανά σχετικό μπλουζάκι να φορέσεις, γιατί κι εκείνα δεν τα έβρισκες εύκολα, ούτε τιμώνταν φτηνά. Πόσα και πόσα δεν φτιάξαμε αυτοσχέδια σε πρέσες στο Μοναστηράκι; Όμως κι αν δεν διέθετες, θα έβαζες ένα ραφτό, κάτι θα γινόταν. Και παρέα αν δεν είχες, δεν πείραζε. Στο δρόμο συναντούσες κι άλλους σαν κι εσένα και μια κουβέντα άρχιζε πολύ εύκολα. Γι’ αυτό και στην παλιότερη μαζικότητα των συναυλιών γεννήθηκαν φιλίες μακροχρόνιες, έρωτες τρανταχτοί, ακόμα και συγκροτήματα.
Αυτή καθαυτή η συναυλία, έπειτα, γινόταν κορωνίδα της όλης εμπειρίας: μια στιγμή ζωντανής «μαγείας», η οποία σε έκανε ένα με το πάθος των γύρω σου και σε ξαναβάφτιζε σε νάματα «ιερά», (επαν)επιβεβαιώνοντας τη σφυρηλάτηση μιας σχέσης με τη μουσική που δεν ήταν μόνο βαθιά προσωπική, αλλά και εξόχως κοινοτική. Το λέει ωραία και το παλιό τραγούδι των Opus, που τα ραδιόφωνά μας το έχουν παίξει σε βαθμό κορεσμού: live is life. Κάτι που δεν χωράει ούτε στα DVD που υπόσχονται άριστη εικόνα και κρυστάλλινο ήχο.
Κι αν η ίδια η συναυλία παρέμενε κάτι το (φύσει) εφήμερο, εκείνη η «ζωή» που σου πρόσφεραν, τότε, είχε την ισχύ της υπέρβασης: την κουβάλαγες ως μνήμη, ως παράσημο, ως αποτύπωμα· δεν εξανεμιζόταν μαζί με τη διάρκεια ζωής των stories σου στο Instagram.
Χάρης Συμβουλίδης
Έτσι θέλω να είναι η ζωή μου, από λάιβ σε λάιβ

ALICE COOPER. 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 1990, Γήπεδο Λεωφόρου Αλεξάνδρας
19 Ιουλίου 1990, 8 μέρες αφότου είχα κλείσει τα 18 παίρνω με ένα φίλο το λεωφορείο από το Περιστέρι με κατεύθυνση το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για να δω την πρώτη συναυλία ξένου καλλιτέχνη της ζωής μου. Στην πενταήμερη είχα αγοράσει σε κασέτα ένα best του Alice Cooper, είχα μάθει όλα τα κλασσικά του κομμάτια ενώ ένα χρόνο νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το πιο εμπορικό Trash. Στο λεωφορείο είχαμε πιάσει κουβέντα με έναν τύπο μικρότερο από μας, ο οποίος πριν μπούμε στο γήπεδο σάστισε ανακαλύπτοντας πως δεν έχει μαζί το εισιτήριό του. Ο φίλος μου προσφέρθηκε και του αγόρασε καινούργιο. Μέσα στο συναυλιακό χώρο θυμάμαι την τότε ρεπόρτερ του Mega τη Μάγκι Χαραλαμπίδου να παίρνει συνεντεύξεις από τον κόσμο. Κάποια στιγμή νύχτωσε και ο Alice Cooper με την μπάντα του ξεκίνησαν με το «Trash» και συνέχισαν με διάφορα παλιά και καινούργια κομμάτια. Δε θυμάμαι πια ούτε τη σειρά των τραγουδιών ούτε ποια ήταν αυτά, αλλά σίγουρα ήταν όλα όσα θέλαμε να ακούσουμε. Θυμάμαι πολύ καλά ότι όση ώρα κράτησε η συναυλία εμείς είμασταν στον αέρα και χοροπηδούσαμε. Ο κακός χαμός έγινε στο «Poison» και φυσικά γουστάραμε τρελά! Στο γυρισμό συναντήσαμε πάλι τον πιτσιρικά, κρατούσε σκισμένη τη μπλούζα του στα χέρια του και έσταζε από τον ιδρώτα όπως και ‘μείς. Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως έτσι θέλω να είναι η ζωή μου, από λάιβ σε λάιβ. Φέτος γιόρτασα τα 53α γενέθλια μου στη συναυλία του Alice Cooper στη Μαλακάσα παρέα με τη γυναίκα μου. Ήταν σχεδόν όπως τότε και αυτός και εγώ!
Βαγγέλης Χαλικιάς
Με τους Police στο Σπόρτινγκ!

Τελευταίες μέρες του Μαρτίου. Δεν είχα συμπληρώσει τα 17 μου χρόνια, αλλά ήδη είχα κάνει τις… μουσικές επιλογές. Το βρετανικό κύμα του punk και του New Wave είχαν επηρεάσει τα ακούσματά μου και με είχαν «ξεκολλήσει» από το progressive rock των Pink Floyd και των Genesis. Πλέον το μικρό πικαπ στα Πετράλωνα «έλιωνε» δίσκους (εισαγωγής…) των Sex Pistols, Clash, The Jam, Damned, αλλά και Specials, Madness, Selecter και Police. Punk και Reggae έδεναν αρμονικά στα αυτιά μου. Aρχές Γενάρη του ’80 γίνεται γνωστό ότι θα έρθουν στην Αθήνα, 30 και 31 Μαρτίου, οι Police. Τότε, τα σαββατοκύριακα δούλευα στο θρυλικό δισκάδικο Jazz Rock στο Μοναστηράκι. Έμαθα λεπτομέρειες και φυσικά αγόρασα εισιτήριο (αξίας 350 δραχμών έκαστο, δηλαδή ένα ευρώ σημερινό….) και για τις δυο μέρες!
Ξημέρωσε Κυριακή 30 Μαρτίου. Η συναυλία θα άρχιζε στις 9 το βράδυ. Από τις 3 το μεσημέρι ήμουν έξω από το Σπόρτινγκ. Ένα ετερόκλητο πλήθος συγκεντρωνόταν. Αγόρια και κορίτσια. Ροκάδες με μακριά μαλλιά, πάνκηδες, μοντάδες, λαϊκοί, «καρεκλάδες». Όλοι ήθελαν να είναι παρόντες στην πρώτη μεγάλη rock συναυλία της μεταπολίτευσης. «Σπάγαμε το ρόδι» στις συναυλίες. Γράφαμε ιστορία, αλλά τότε δεν το ξέραμε. Οι Police έπαιξαν σχεδόν όλο το ρεπερτόριο των δύο πρώτων δίσκων τους και κάποια κομμάτια του τρίτου που θα κυκλοφορούσε αργότερα στο τέλος της χρονιάς. Ο ήχος αναμενόμενα «κακός» αλλά ποιος νοιαζόταν; Όλα για μας ήταν τέλεια. Πρέπει να τράβηξα τρια φιλμ φωτογραφίες. Όταν έπεσε η αυλαία, κανένας δεν έφευγε. Αν μπορούσαμε θα κοιμόμασταν στις εξέδρες αναμένοντας τη δεύτερη συναυλία…
Μάκης Διόγος
Από το Groningen στο Ρόδον: Το πρώτο ταξίδι των Franz Ferdinand στην Ελλάδα

Η σπίθα που έβαλε μπρος το ταξίδι των Franz Ferdinand προς την Ελλάδα άναψε το 2003, στο Eurosonic Noorderslag (ESNS) στο Groningen — ένα από τα πιο χοτ ευρωπαϊκά φεστιβάλ για ανερχόμενες μπάντες.
Τότε, οι promoters Νανά Τράντου και Κώστας Θελούρας όργωναν το φεστιβάλ ψάχνοντας φρέσκα ονόματα με διεθνή αύρα. Εκεί, τσούγκρισαν πάνω σε ένα νεαρό, άγνωστο ακόμη γκρουπ από τη Γλασκώβη — τους Franz Ferdinand. Έπαιζαν σε μικρές σκηνές, πριν ακόμα γίνουν παγκόσμιο φαινόμενο, αλλά ήδη η ενέργειά τους ξεχώριζε και ο ήχος τους ήταν απίστευτα εκρηκτικός.
Μετά το live, στην πρώτη τους κουβέντα, ο frontman Alex Kapranos άστραψε μιλώντας για την ελληνική του καταγωγή και δήλωσε ξεκάθαρα ότι ήθελε να φέρει την μπάντα του να παίξει ζωντανά στην Ελλάδα. Αυτή η προσωπική σύνδεση στάθηκε η αφορμή για μια σειρά πιο ουσιαστικών συζητήσεων.
Κι ενώ αργότερα οι Franz δέχτηκαν σωρό προτάσεις από την ελληνική αγορά, η χημεία και η εμπιστοσύνη που γεννήθηκαν εκείνη τη στιγμή στο Groningen με τη Νανά και τον Κώστα αποτέλεσαν το έναυσμα για την πρώτη τους εμφάνιση στη χώρα το 2004 — μια βραδιά που γράφτηκε στην ιστορία, στο θρυλικό Rodon Club της Αθήνας.
Νανά Τράντου
Μαγεμένος έξω από το Ρόδον

Τον Μάιο του ’92, 17χρονος τότε στεκόμουν μαγεμένος αλλά και τρομαγμένος έξω από το θρυλικό ΡΟΔΟΝ να παρακολουθήσω την πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα των Βραζιλιάνων SEPULTURA.
Η συναυλιακή εμπειρία για να είναι πλήρης πρέπει να ξεκινήσει πριν ανοίξουν οι πόρτες. Πριν φτάσει το συγκρότημα στο χώρο. Κουβεντούλα, ανταλλαγή απόψεων, απροκάλυπτη φιγούρα των παλιών στους νέους, μπυρίτσα από το περίπτερο, αναζήτηση γνωστών στο πλήθος, πολλή αναμονή. Μα όταν έφτασε το πούλμαν της μπάντας… έκρηξη ενθουσιασμού στο μέσο της Οδού Μάρνη, χαιρετούρες από και προς τη μπάντα, φωνές, τα αυτοκίνητα κινούνται σημειωτόν, οι οδηγοί βλαστημούν την ώρα και τη στιγμή. Η μπάντα μπαίνει στο κτίριο από μια πλαϊνή πόρτα και λίγο αργότερα οι πόρτες ανοίγουν για το πλήθος.
Το σκηνικό του πεζοδρομίου επαναλαμβάνεται και εντός του χώρου, μόνο που τώρα η ανυπομονησία όλων έχει χτυπήσει κόκκινο. Ήρθε η ώρα όμως που τα φώτα έσβησαν. Και με το που εκτοξεύονται οι πρώτες νότες στον αέρα, σκάει ένα ηφαίστειο ενέργειας επάνω στη σκηνή και άλλο ένα (δεκαπλάσιο) κάτω από τη σκηνή. Επί μία ώρα και κάτι, 1.500 άνθρωποι έγιναν ένα σώμα, μία φωνή, μία λαχτάρα, μία ευχαρίστηση. Και όταν όλα τελείωσαν και η σκόνη έκατσε μέσα στους εγκεφάλους μας, φαγάκι στα τοπικά Goody’s.
Δεν έγραψα τίποτα για τη συναυλία αυτή καθαυτή, γιατί πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι η μαγεία της συναυλίας τελικά δεν είναι η παρουσία ή η απόδοση της μπάντας. Είναι όλα τα υπόλοιπα.
Λευτέρης Ευμορφόπουλος
Ουρλιάζαμε, χορεύαμε, κοπανιόμασταν
ΣΥΝΑΥΛΙΑ RAMONES ΣΤΟ ΡΟΔΟΝ 1989
Είχα δουλέψει σερβιτόρος σε ταβέρνα στην Πεντέλη για να πάρω το εισητήριο. Τη μέρα που ήταν η συναυλία πήγα στο σπίτι του Τουίτι, που ήταν φίλος νιουγουειβάς (new wave), ο οποίος πήγε στον Βούδα το γείτονα όπου πήρε μαυράκι. Κατεβήκαμε κέντρο και συναντήσαμε τον κολλητό μας τον Egypt που ήταν φρικιό με ράστα. Πήραμε από την κάβα ρεφενέ metaxa 3άρι και πήγαμε στο σπίτι που έμεναν η Μόλι και η Βέγκα (φίλες πανκιά), ακούσαμε ramones και ήπιαμε τεκίλες slammer. Ήπιαμε το Μetaxa, το μαυράκι, τις τεκίλες και γίναμε γκόλ, φτάσαμε στο Ρόδον. Είχε απ’ έξω πολύ κόσμο κι εμείς όσο περιμέναμε πίναμε μπύρες με τον μοϊκανό το φίλο του ροκαμπιλά. Όταν μπήκαμε είχαν αρχίσει να παίζουν το πρώτο κομμάτι και μας βάρεσε ο ήχος των Ramones μαζί με τις τεκίλες slammer! Μέχρι το τέλος της συναυλίας ουρλιάζαμε, χορεύαμε και κοπανιόμασταν. Στο τέλος βρήκα τους υπόλοιπους της παρέας (ο Egypt έριχνε ρουκέτα στον τοίχο) και μαζευτήκαμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Εγώ με τον τουίτι γυρίσαμε –ως συνήθως– με τα πόδια γιατί δεν είχαμε μία. Έπεσα για ύπνο νωρίς το πρωί. η μάνα μου άρχισε να φωνάζει «Πόσο έχεις πιεί; Μυρίζεις σαν ταβέρνα», γύρισα από την άλλη και συνέχισα τον ύπνο μου ευτυχισμένος.
Ο κροκόδειλος
Το πρώτο μου ροκ Live..
Δευτερα 6 Δεκεμβριου 1993 – Απροσάρμοστοι Live για τον Παύλο Σιδηρόπουλο στο ΑΝ club
6 Δεκεμβρίου 1993. Τρία χρόνια από το φευγιό του Παύλου Σιδηρόπουλου. Ένας μόλις χρόνος από τότε που πρωτοάκουσα τυχαία το «Στην Κ.» και έπαθα μόνιμη ζημιά.
Δευτέρα. Μαθαίνω τελευταία στιγμή πως στο Αν club στα Εξάρχεια θα έπαιζαν οι Απροσάρμοστοι στη μνήμη του Παύλου! Απίστευτο! Φεύγω κακήν κακώς. Ανυπόμονος από στάση σε στάση, τελικά το πήγα ποδαράτο Γαλάτσι-Εξάρχεια!
Με τα πολλά φτάνω στη Σολωμού, καθυστερημένος και φουριόζος, πρώτη φορά στο Αν, πρώτη φορά σε live σε κλειστό χώρο, σε ροκ κλαμπ. Δεν υπήρχε εισιτήριο, η είσοδος ήταν ελεύθερη, αλλά… δεν υπήρχε είσοδος, είχε φράξει! Μυστήριοι τύποι και απατηλές τύπισσες, χυμένοι και θλιμμένοι στα σκαλοπάτια, πήδαγα με τις μύτες από κενό σε κένο να τους αποφύγω, αλλά για κάποιον… άγνωστο για μένα τότε λόγο, αισθανόμουν αόρατος γι’ αυτούς. Πήρα θάρρος, τα κατάφερα και έφτασα στο υπόγειο, σαν το τέλος ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού.
Εκεί, η ατμόσφαιρα άλλαξε, ο κόσμος πιο ενεργός, πιο θετικός, αδημονούσε για την έναρξη. Κατάμαυρα όλα, αλλά ήταν ένα φιλικό σκοτάδι, που μας ένωνε όλους και το διέσχιζε η φωνη του Παύλου! Ο μονόλογός του από το «Συζήτηση Εν Λευκώ», που έπαιζε στα ηχεία, πολύ πριν κυκλοφορήσει σε δίσκο. Μου τρύπαγε το είναι, ήταν σαν να μίλαγε ο θεός απ’ τον ουρανό! Πάσχιζα να βρω τις συντεταγμένες, δεν ήξερα το χώρο, και εκείνη τη στιγμή φώτισε η σκηνή και άρχισαν να βγαίνουν ένας ένας οι Απροσάρμοστοι –φουλ σύνθεση νομίζω– για πρώτη και τελευταία φορά, Δαρίβας-Γαλανάκης-Αράπης, ήταν και ο Λουκάς Γκέκας στα πληκτρα σίγουρα, νομίζω –δεν είμαι σίγουρος– και ο Βασίλης ο Πετρίδης. Στη φωνή, ο Γιώργος Δημητριάδης! Κουστουμαρισμένος. Ποτέ δεν κόλλησε με το undrerground o Δημητριάδης, αλλά ήταν και παραμένει ο καλύτερος ερμηνευτής των τραγουδιών του Παύλου μετά τον Παύλο.
Δε θυμάμαι με ποιο τραγούδι ξεκίνησαν, πολύ θα ήθελα, δε θυμάμαι τίποτα! Παρα μόνο αυτή την αίσθηση που με φαντάζομαι σαν εικόνα με γουρλωμένα μάτια και το στόμα ανοιχτό, αριστερά της σκηνής, διαγώνια, ακίνητος, να ρουφάω αυτόν το βομβαρδισμό από κομματάρες που δεν περίμενα ότι θα ακούσω ποτέ ζωντανά, από μια μπάντα που γάζωνε ενώ σου έδινε την αίσθηση ότι έκανε πλάκα, σε κάτι σαν μνημόσυνο, σε κάτι σαν γιορτή..
Δε βρήκα ποτέ την παρέα μου, με το που τελείωσε έφυγα τρέχοντας για την επιφάνεια της γης, σαστισμένος και βουρκωμένος, όχι από συγκίνηση αλλά από μια θύελλα ανάμεικτων συναισθημάτων που αδυνατούσα να διαχειριστώ, αλλά δεν ήθελα με τίποτα και κανείς να τη διαταράξει…
Περπατούσα περπατούσα, δε θυμάμαι τι έγινε μετά… Να πηγαίνετε σε live παιδιά. Με κλειστό κινητό, να τα ρουφάτε ως το μεδούλι.
Βασίλης Στάης















































































































