Φέτος η βραδιά της Eurovision με βρήκε να κατεβάζω καλοκαιρινά, βλαστημώντας την τύχη μου. Δυστυχώς, έχω το συνήθειο να κατευνάζω τις γκρίνιες μου φέρνοντας στο νου κάποιον που να την έχει χειρότερα βαμμένη από εμένα (παιδιάστικο, το ξέρω).
Ακαριαία λοιπόν, σκέφτηκα ότι όσο εγώ ενοχλούμαι με τις οικιακές εργασίες, χιλιάδες μηχανάκια σαρώνουν τις πόλεις παραδίδοντας πιτσοσούβλακα και κρέπες σε έξαλλους (με τις λογικές –λόγω της ημέρας– καθυστερήσεις) παραλήπτες σε όλη την Ελλάδα. Διάβασα μάλιστα στο Eurovix, ότι φέτος η Eurovision εθεάθη από 2.755.000 Έλληνες. Αμέσως μαζεύτηκα, μου ξέφυγε θυμάμαι και ένα ξεφυσημένο «μαλάκα μου…». Αυτή την εβδομάδα λοιπόν, θα κάνουμε ένα zoom in στους «ιππείς» των χρωματιστών παπιών που αλωνίζουν την Αθήνα κυρίως (αλλά και όλη την Ελλάδα), εξυπηρετώντας την ανάγκη μας για junk, που κάποτε λειτουργεί ως παυσίπονο, κάποτε ως επιβράβευση μετά από μια δύσκολη μέρα, κάποτε ως απλή εθιμοτυπία συνοδευτική των μεγάλων τηλεοπτικών γεγονότων.
«Φιλενάδα, υπάρχουν τριών ειδών αναβάτες… Αυτοί που έχουν πέσει, αυτοί που θα πέσουν, και αυτοί που λένε ψέματα», μου λέει ο Νίκος, ο βετεράνος των συνεντευξιαζόμενών μου. Ο Νίκος δεν δουλεύει στην Αθήνα, αλλά σε μια μεγάλη ελληνική επαρχία (πολύ μεγάλη). Έχει φάει τα παπιά με το κουτάλι. Μιλάει με σοβαρότητα, σα να δίνει μάθημα επιβίωσης: «Έχω πέσει φυσικά. Έχω σπάσει. Έχω ράμματα. Το κεφάλι μου είναι σώο – γιατί φοράω μόνο κράνος motocross. Φαντάσου ότι έχω σπάσει τρία κράνη. Να σηκώνεσαι και να φοράς το μισό κράνος και το άλλο μισό σκόρπιο τριγύρω και να συνεχίζεις κανονικά». Εκείνος πάντως, φαίνεται παθιασμένος με τη δουλειά, του αρέσει. Προσπαθώ να καταλάβω αν είναι μαζοχισμός, συνήθεια ή λεφτά. Έχει επιλέξει να εργάζεται με το δικό του μηχανάκι για δύο μαγαζιά, ένα για μεσημέρι που δουλεύει τέσσερις φορές την εβδομάδα, ένα για βράδυ, καθημερινό. «Όταν μιλάμε για διανομή φαγητού, καφέ, ακόμα και ποτά cocktail κλπ, έχουν το κάθε ένα τη δική του ώρα. Οι βάρδιες είναι πρωί για καφέδες σε γραφεία πιο πολύ, αλλά γενικώς παντού, ακόμα και σε παραλίες, αλσύλλια, πλατείες… Δεύτερη βάρδια μεσημέρι είναι φαγητό κυρίως και βράδυ το ίδιο, αλλά η βάρδια κρατάει μέχρι τις μιάμιση το βράδυ, ενώ ξεκινάει στις εφτά οκτώ το απόγευμα. Έτσι βγαίνουν οι ώρες που πληρώνεσαι, σε κάθε μαγαζί παίρνεις διαφορετικό ωρομίσθιο, στο ένα μαγαζί είναι 4,5€ την ώρα για τέσσερις πέντε ώρες, στο άλλο 4,80 την ώρα για πεντέξι ώρες. Μιλάμε για μαγαζιά που παρέχουν δικό τους μηχανάκι, δική τους βενζίνη, συνεργεία κ.τ.λ. Με δικό σου μηχανάκι παίρνεις από 5 έως 7 € την ώρα, όμως πρέπει να έχει ταμείο το μηχανάκι σου.»
Ο Ηλίας, από την άλλη, έχει επιλέξει την ευέλικτη λύση, που δεν έχει δέσμευση με μαγαζιά: πλατφόρμες. Δουλεύει στην efood, εξυπηρετώντας τα Νότια προάστια των Αθηνών και ακριβώς το στοιχείο που λατρεύει στη δουλειά του είναι η αυτονομία, ότι «είσαι αφεντικό του εαυτού σου». Βεβαίως, όπως μου εξομολογείται, εκτός από την ελευθερία, αγαπάει και το τιμόνι. Φυσικά, δεν είναι όλα ζάχαρη και με τις πλατφόρμες, άλλωστε όταν ανεβαίνεις στο παπί υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής: «Ορισμένα μαγαζιά έχουν μεγάλη αναμονή, λόγω φόρτου εργασίας και σου ροκανίζουν τον χρόνο. Το άλλο που με ζορίζει είναι η νοοτροπία των περισσότερων οδηγών και η επικινδυνότητα που υπάρχει στους δρόμους μας, είτε από παραβάσεις είτε από εξαγριωμένους οδηγούς που κάθονται ώρες πίσω από το τιμόνι και έχουν αγανακτήσει, με αποτέλεσμα να μη βλέπουν μπροστά τους». Ενόψει της καλοκαιρινής περιόδου, που αναμένουμε κάμποσους καύσωνες δεν μπορώ να μην τον ρωτήσω για το πώς επηρεάζει ο καιρός τη δουλειά τους, είμαι άλλωστε από αυτούς που σε ακραίες καιρικές συνθήκες δεν παραγγέλνω ποτέ. Το παίρνω, αυτό, πατριωτικά. «Κοίτα, εννοείται είναι πιο επικίνδυνο, όμως οι πλατφόρμες το ξέρουν αυτό και έτσι οι αμοιβές είναι αυξημένες σε τέτοιες περιόδους, οπότε σου δίνουν δυνατό κίνητρο να βγεις έξω. Βέβαια, έχεις την επιλογή να μην δουλέψεις ή να σταματήσεις στην μέση την βάρδιά σου, δεν σε πιέζει κανείς. Εγώ, να σου πω την αλήθεια, στις περισσότερες κακοκαιρίες έχω δουλέψει από επιλογή». Γενικώς, μου λέει ότι η κουβέντα που κυκλοφορεί πως οι εργαζόμενοι στα delivery είναι οι πιο καλοπληρωμένοι της εστίασης ισχύει σε απόλυτα νούμερα, αλλά όταν μπει ο παράγοντας «κίνδυνος» φυσικά η τράπουλα ξαναμοιράζεται. «Ο κόσμος πιστεύει πως το delivery είναι εύκολο, αλλά δεν υπολογίζει την κούραση. Όσο περνάνε οι ώρες τόσο ανεβαίνουν και οι πιθανότητες ατυχήματος λόγο κούρασης και χαμηλότερων αντανακλαστικών. Ειδικά αν είσαι free lancer πρέπει να βάλεις μόνος το όριο στον εαυτό σου και να πεις “τώρα σταματάω”».
Καταλαβαίνω από τις –μέχρι στιγμής– κουβέντες, τη βασική διάκριση του επαγγέλματος. Αφενός μεν όσοι είναι σε σταθερά μαγαζιά, έχουν ένα (σχετικά) fix ωράριο που προσομοιάζει στο σύνηθες οκτάωρο που ξέρουμε, αφετέρου όσοι είναι σε πλατφόρμες είναι πράγματι αφεντικά των ωραρίων τους, νιώθουν πιο άνετοι, αλλά εν τέλει ίσως να δουλεύουν και παραπάνω.

Ο Κυριάκος, ο νεαρότερος της παρέας –φοιτητής γαρ–, μου πρόσθεσε και άλλη μια παράμετρο: το να γίνεις διανομέας είναι μια πρώτη δουλειά που εύκολα θα βρεις και σου δίνει την ευκαιρία να κερδίσεις την παρθενική σου οικονομική ανεξαρτησία. Ο ίδιος ήθελε να φύγει απ’ την επαρχία όπου ζούσε, αλλά να συντηρεί μόνος του τις σπουδές του και είχε, επιπλέον, δικό του μηχανάκι. Βρήκε λοιπόν δουλειά σε μια πιτσαρία στην Αργυρούπολη, άνευ πλατφόρμας και εκείνος. «Δούλευα συνήθως 7-8 ώρες, αλλά όταν υπήρχε πολλή δουλειά δεν υπήρχαν ωράρια. Δεν μπήκα ποτέ καν στον κόπο να ρωτήσω αν θα σχολάσω. Κάθομαι παραπάνω γιατί «είμαστε ομάδα και πρέπει κάπως να βγει η δουλειά» – κλασική φράση του τότε εργοδότη μου». Ο Κυριάκος, μου μίλησε και για τον καλύτερο φίλο του διανομέα: το GPS, το οποίο αν δεν λειτουργεί, πρακτικά, δεν μπορούν να δουλέψουν. Είναι μια εμμονή στον χώρο το να έχεις πάντα φορτισμένο το κινητό σου και φυσικά κάποιο power bank μαζί σου. Θυμάται, όμως, και ένα ωραίο περιστατικό που του είχε συμβεί εξαιτίας της μπαταρίας: «Μια φορά μου τελείωνε η μπαταρία και υπολόγιζα πως δεν θα μου έφτανε για την επόμενη παραγγελία. Διστακτικά ρώτησα αν μπορώ να φορτίσω λίγο το κινητό μου, εκείνος με καλοδέχτηκε αμέσως στο σπίτι του. Μας πήρε η ώρα, μιλήσαμε αρκετά και οριακά γίναμε φίλοι. Ευγενική καλοσύνη των ξένων…».
Τελειώνοντας τις συνεντεύξεις σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι το παπί, πόσες ώρες μπορεί να «γράψει» κανείς σε μια σέλα, και τι σκέψεις περνάνε απ’ το μυαλό των εργαζομένων όσο αλωνίζουν τις πόλεις με μπαγκάζια ζεστά φαγητά, έτοιμα να εκπληρώσουν (;) τα δικά μας όνειρα για το «τέλειο βράδυ». Ίσως να σκέφτονται αυτό που έχει περιγράψει στο πολύ χαριτωμένο τραγούδι του ο Θέμος Σκανδάμης:
«Και ονειρεύομαι τα βράδια πως πετάει
στους ουρανούς αυτό το γέρικο παπί,
και μια φωνή πάνω απ’ την πόλη τραγουδάει
“Έχει φύγει! Έχει φύγει το παιδί!”»
Μ’ αυτό το soundtrack θέλω να κλείσει το άρθρο, όπως του πρέπει. Α, και αφήνετε παραπάνω φιλοδωρήματα. Όλα τα παιδιά μου είπαν ότι ο μέσος όρος είναι πενήντα λεπτά. Μπορούμε καλύτερα!
Bonus Track:
Έχω κι εγώ μια ιστορία με διανομέα, που αξίζει να ειπωθεί. Ένα πρωί –πάνε χρόνια– είχα ξυπνήσει με τουμπανιασμένα μάτια απ’ το κλάμα, μετά από έναν νυχτερινό κι οριστικό χωρισμό. Για να με καλοκαρδίσω παρήγγειλα καφέ. Άνοιξα την πόρτα στον διανομέα κι ο άνθρωπος σκιάχτηκε όπως με είδε, φοβήθηκε. «Θέλεις βοήθεια; Συμβαίνει κάτι σπίτι σου;», μου λέει. Του εξηγώ ότι είμαι απόλυτα ασφαλής, απλώς heartbroken. Πέντε λεπτά μετά μου χτύπησε πάλι το κουδούνι και μου είχε φέρει πάστα ποντικάκι «για να γλυκαθώ», απ’ τον φούρνο δίπλα στο σπίτι μου. Έλιωσα και δάκρυσα πάλι. Αυτή τη φορά από ευγνωμοσύνη.
Χ.Γ. Μάιος 2025















































































































