Ο Κυριάκος Μαργαρίτης είναι ένας από τους πιο ιδιαίτερους συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Στοχαστικός, αινιγματικός, αφοσιωμένος σε μια γραφή που δεν επιδιώκει απλώς την αφήγηση αλλά τη συγκρότηση ενός εσωτερικού σύμπαντος.
Γεννημένος στην Κύπρο το 1982, πρωτοδημοσίευσε σε εφημερίδα στην εφηβεία του, ενώ το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις στα δεκαέξι του. Από τότε μέχρι σήμερα, η πορεία του διαγράφεται με συνέπεια και βάθος, από το Κρόνακα (Ίκαρος, 2017) έως το φιλόδοξο πολύτομο εγχείρημα Νέα Κρόνακα, που περιλαμβάνει έντεκα τριλογίες. Παράλληλα, στα αφηγηματικά του δοκίμια (Άνω βυθός, εκδ. Αρμός), συνδιαλέγεται με τον κινηματογράφο, τη θεολογία, τη μνήμη και τη φθορά.

Η Κύπρος δεν είναι μόνο τόπος στο έργο σας, αλλά και τραύμα, μνήμη, πολιτική συνείδηση. Πότε καταλάβατε πως η Κύπρος δεν θα είναι ποτέ απλώς πατρίδα αλλά και αφήγημα;
Νομίζω ότι αυτό ισχύει για κάθε τόπο, κάθε τόπος είναι προπάντων αφήγηση, αρκεί να αναφέρω λίγα τοπωνύμια εδώ, κι είναι βέβαιο ότι οι αναγνώστες θα θυμηθούν μεγάλες αφηγήσεις και μεγάλους συγγραφείς, φέρ’ ειπείν Σκιάθος, Πράγα, Παρίσι, Λισαβόνα, Θεσσαλονίκη, Μπουένος Άιρες, Ζάκυνθος, Λος Άντζελες, Αλεξάνδρεια. Εγώ έτυχε να είμαι Κύπριος, κι όταν άρχισα να γράφω ιστορίες, αρκετά νωρίς, το 1996, ήταν φυσικό να βρω το υλικό μου στον τόπο, στην κοινή μνήμη, συγκεκριμένα σε κάτι θαυμάσιους λαϊκούς θρύλους που μας έλεγε ο παππούς μου. Αυτά ήταν τα πρώτα διηγήματα που δημοσίευσα, ενώ έτσι προέκυψε και το πρώτο μου μυθιστόρημα, ο βίος ενός ήρωα, το 1998. Ύστερα ήρθα στην Αθήνα και το έριξα σε ιδιωτικά οράματα για πέντ’ έξι χρόνια, αλλά λίγο συνήλθα το 2008, και γύρισα στην Κύπρο αφηγηματικά, με το μυθιστόρημα Ρέκβιεμ για τους απόντες. Κι όταν έκλεισα τα τριάντα, κι ύστερα από μερικές ακόμα παλινωδίες, αποφάσισα να σχετιστώ με την καταγωγή, με την κοινότητα που με περιέχει, γιατί πιστεύω ότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να σχετιστεί με τον εαυτό του, ξεπερνώντας την ατομική δυσχωρία του. Έκτοτε αναπτύσσω αυτή τη σειρά μυθιστορημάτων που αποκαλώ Νέα Κρόνακα, με σημείο αναφοράς το χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά, που έχει τίτλο Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Χρονικόν. Και ερωτώ: ποια λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Χρονικόν; Η Εξήγησις ή η Κύπρος; Εγώ λέω βέβαια ότι είναι το ίδιο, και θυμίζω ότι η εξήγηση, τον καιρό εκείνο, ήταν η αφήγηση.
Πώς συνομιλεί για εσάς η Ιστορία με τη λογοτεχνία; Υπάρχουν γεγονότα που αρνούνται να γίνουν αφήγηση;
Με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης σκέφτηκα, αυτόματα σχεδόν, το Ολοκαύτωμα, και είμαι σίγουρος ότι το ίδιο σκέφτηκαν και οι φίλοι αναγνώστες. Κι επειδή μας έχουν δοθεί σπουδαίες αφηγήσεις για το Ολοκαύτωμα, αισθάνομαι ασφαλής να πω ότι δεν υπάρχουν γεγονότα που αρνούνται να γίνουν αφήγηση. Μάλλον το αντίθετο ισχύει: τα γεγονότα απαιτούν να γίνουν αφήγηση, διαφορετικά δεν θα έχουν γίνει, δεν θα είναι γεγονότα για τον άνθρωπο. Κατανοείτε. Εφόσον έχουμε λόγο, οφείλουμε ν’ αποδίδουμε τον λόγο, να αποδίδουμε νόημα στα πράγματα, ακόμα και (ή ειδικά) στα πιο φρικαλέα, σε αυτά που συνήθως περιγράφουμε ως ανείπωτα ή ανήκουστα. Κι αυτή νομίζω ότι είναι η δουλειά της λογοτεχνίας σε σχέση με την Ιστορία, η αποστολή της, ας πούμε, που εγώ την έχω εκφράσει επανειλημμένα με την καθοριστική λέξη μυθιστόρημα, προφανώς εννοώντας ότι χωρίς Μύθο (λόγο, νόημα), η Ιστορία, δηλαδή η ζωή του ανθρώπου, θα εξαντλείται σε τραγωδία και φάρσα, σε ανοησία και ματαιότητα.

Ποια είναι τα όρια και οι ευθύνες του συγγραφέα όταν πατά πάνω σε ιστορικά ευαίσθητο έδαφος;
Καταλαβαίνω την ερώτηση, αλλά θυμήθηκα προς στιγμήν και την αφόρητη νεοελληνική συζήτηση για τα όρια της σάτιρας, και μ’ έπιασε πανικός. Τι να σας πω; Μακάρι να είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχουν όρια. Και μακάρι να είναι ξεκάθαρο ότι, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν όρια, υπάρχει η απόλυτη ευθύνη του συγγραφέα, για κάθε σελίδα και λέξη, και όχι μόνον όταν αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα. Αυτά τα τελευταία, τώρα, συμφωνώ ότι αποτελούν «ευαίσθητο έδαφος», ειδικά όταν είναι σχετικά πρόσφατα, όπως στη δική μου περίπτωση – η Νέα Κρόνακα εκτυλίσσεται κατά την περίοδο 1955-1974. Μάλιστα, είχα παρομοιάσει κάποτε την αφήγησή μου με χορό στο ναρκοπέδιο, και είχα ευχηθεί, ως προς την ευθύνη του συγγραφέα, να μην πληγώσουν οι πιθανές εκρήξεις τον αναγνώστη. Τώρα, όμως, θα ήθελα να πω κάτι και για την ευθύνη του αναγνώστη, γιατί φοβάμαι ότι μπερδέψαμε την ευαισθησία με μια νοσηρή υπερευαισθησία, και μας σκανδαλίζουν όλα όσα δεν συμφωνούν με τις ακλόνητες βεβαιότητές μας. Και ζούμε, έτσι, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, σε μιαν ατέλειωτη κυνηγετική περίοδο, σ’ έναν διαγωνισμό λαθοθηρίας. Θα πρότεινα να χαλαρώσουμε λίγο, δηλαδή να σοβαρευτούμε και να ωριμάσουμε. Και να διαβάζουμε αυτό που γράφει ο συγγραφέας, και όχι αυτό που φανταζόμαστε ότι θέλει να πει. Τέλος πάντων, μ’ έχουν πάρει τα σκάγια και λέω τον πόνο μου, να με συγχωρείτε.
Η Κύπρος παραμένει ένα νησί διχοτομημένο, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και πολιτισμικά. Η λογοτεχνία μπορεί να ενώσει ή κινδυνεύει να παγιδευτεί κι αυτή σε στρατόπεδα;
Κοιτάξτε, εγώ πιστεύω ότι αν η λογοτεχνία προσπαθεί να κάνει οτιδήποτε, να ενώσει ή να χωρίσει κτλ., τότε έχει ήδη διαλέξει στρατόπεδο, έχει παγιδευτεί κι έχει προδώσει τον εαυτό της, τον έχει αναιρέσει. Δηλαδή, κατά τη δική μου αντίληψη, η λογοτεχνία είναι η Ένωση – του Μύθου με την Ιστορία, του Λόγου με τη Σάρκα, τ’ Ουρανού με τη Γη, του Θεού με τον Άνθρωπο. Τώρα, αν οι συγγραφείς και οι αναγνώστες (και της Κύπρου και κάθε τόπου) θέλουν να μετάσχουν σ’ αυτή την Ένωση, είναι άλλο θέμα, που προσωπικά δεν με απασχολεί, και δεν μου πέφτει και λόγος. Παντρειά με το ζόρι δεν γίνεται.
Πώς βλέπετε τη σχέση του συγγραφέα με την πολιτική; Μπορεί η σιωπή να είναι μια μορφή συνενοχής;
Ας συμφωνήσουμε κατ’ αρχάς ότι άλλο είναι η πολιτική συνείδηση, η μέριμνα και έγνοια για την κοινότητα των πολιτών, και άλλο η ιδεολογική στράτευση. Ένας συγγραφέας που επιλέγει το δεύτερο, παύει να είναι ελεύθερος, συνεπώς δεν ξέρω τι νόημα έχουν η φωνή ή η σιωπή του, εφόσον, έτσι κι αλλιώς, έχει καταντήσει φερέφωνο. Αυτές οι επικίνδυνες σχέσεις αργά ή γρήγορα θα γίνουν ολέθριες, και τα παραδείγματα είναι γνωστά: Πάουντ και Χάμσουν, Μπρεχτ και Σαρτρ, και τόσοι άλλοι. Η σιωπή του Χάιντεγκερ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι καταφανώς μια μορφή (και η συνέχεια) της συνενοχής του στο ναζιστικό έγκλημα. Από την άλλη, η σιωπή του Καμύ κατά την εξέγερση στην Αλγερία είναι δείγμα πνευματικής ακεραιότητας. Το μέτρο, σε κάθε περίπτωση, είναι η ελευθερία, το ελεύθερο πνεύμα και φρόνημα, αυτό καταξιώνει σιωπή και φωνή. Και η ιδεολογία, οποιαδήποτε ιδεολογία, είναι το αντίθετο της ελευθερίας. Το ξέρω ότι οι περισσότεροι διαφωνούν, αλλά δεν πειράζει. Η Δημοκρατία, δόξα τω Θεώ, δεν είναι κλειστό σύστημα ιδεών, είναι καθ’ ημέραν τρόπος ζωής. Εδώ θα μετρηθούμε όλοι.
Το έργο σας φέρει μέσα του μια στοχαστική ένταση, μια σμιλευμένη αίσθηση απώλειας. Ποια απώλεια σας γράφει περισσότερο;
Κατά κάποιον τρόπο έχω ήδη απαντήσει. Όλες οι επιμέρους απώλειες, πραγματικές και συμβολικές, είτε μιλάμε για την παιδική ηλικία και τα νεανικά όνειρα, είτε για τον τόπο και τους αγαπημένους που χάσαμε, όλα εκβάλλουν και συμπυκνώνονται στην απώλεια της μεγάλης ενότητας, αυτή είναι ο καημός μου, η Ένωση, και μάλλον γι’ αυτό γράφω. Για να τη ζω και να τη γιορτάζω.
Αν σας ζητούσαν να διαλέξετε ένα μόνο πρόσωπο από την Ιστορία της Κύπρου για να συνομιλήσετε μαζί του λογοτεχνικά, ποιο θα ήταν και γιατί;
Για να δείτε πόσο δύσκολο, πόσο αδύνατον είναι να διαλέξω ένα πρόσωπο, σκεφτείτε ότι το εναρκτήριο μυθιστόρημα της Νέας Κρόνακας φέρει τον τίτλο Εννέα, όσα τα παιδιά της ΕΟΚΑ που απαγχόνισαν οι Βρετανοί, και τελικά ιστορεί και τα άλλα τέσσερα παιδιά που αναπαύονται στα Φυλακισμένα Μνήματα. Μ’ αρέσει, ωστόσο, το παιγνιώδες πνεύμα της ερώτησης, γι’ αυτό διαλέγω τον Κυριάκο Μάτση, που ταυτιζόμουν μαζί του παλιά, λόγω συνωνυμίας. Μη φαντάζεστε, όμως, ότι θα συνομιλούσαμε λογοτεχνικά. Απλώς, θα του ζητούσα να μου υπαγορεύσει δεκατρείς φορές, και με δεκατρείς φωνές, αυτή τη φράση: «Κυβερνήτα, ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής». Ο Κυριάκος, βέβαια, θα σιωπούσε.

Η πίστη εμφανίζεται ισχυρή σε πτυχές του έργου σας. Πώς συνομιλεί για εσάς η θεολογία με τη λογοτεχνία; Μπορεί ο Θεός να εμφανιστεί στον αφηγηματικό χρόνο;
Μα ο Θεός εμφανίστηκε όντως στον αφηγηματικό χρόνο, μάλιστα τον ρύθμισε κιόλας, ή τον μεταρρύθμισε, όταν τον κάρφωσε στην αιωνιότητα. Υπαινίσσομαι τον Τίμιο Σταυρό, το εφαλτήριο της Αναστάσεως. Αυτή είναι η εισβολή του Λόγου στην Ιστορία, κι εδώ θα πρέπει να σας εκμυστηρευτώ, με κίνδυνο να σκανδαλίσω μερικούς φίλους, ότι ο Λόγος είναι ήδη ο Μύθος, ο Υιός της Παραμυθίας. Όπως καταλαβαίνετε, η εισβολή, η ερωτική πάλη και ένωση με την Ιστορία, δίνει το Μυθιστόρημα, που παρακαλώ να το γράψετε με αρκτικό κεφαλαίο, γιατί, στο δικό μου πλαίσιο αναφοράς, αυτό είναι ένα άλλο όνομα για τον Θεάνθρωπο. Γι’ αυτό είπα νωρίτερα ότι η λογοτεχνία είναι η Ένωση. Γι’ αυτό επίσης θα σας πω τώρα ότι εγώ δεν πιστεύω στη λογοτεχνία, αλλά στον Λόγο, όπως δεν πιστεύω στη θεολογία, αλλά στον Θεό. Κι όταν η πίστη αυτή εμφανιστεί ισχυρή σε όλο το έργο μου, και όχι μόνο σε κάποιες πτυχές του, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για έργο. Προς το παρόν, λέω λόγια και στήνω προσχέδια. Ρίχνω λίγα μπετά.
Τι σας συγκίνησε περισσότερο στην προσωπικότητα ή το έργο του γέροντα Μωυσή του Αγιορείτη; Πώς μεταβολίζεται η ορθόδοξη ασκητικότητα σε λογοτεχνικό στοχασμό χωρίς να γίνει αγιογραφία;
Ξέρετε, ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ έλεγε ότι, για να είναι κανείς χριστιανός, οφείλει να είναι καλλιτέχνης. Εγώ πιστεύω ότι ισχύει και το αντίστροφο, αλλά δεν το λέω, γιατί προσπαθώ να πουλήσω και κανένα βιβλίο, και τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Τέλος πάντων, θα σας δείξω τώρα μιαν εικόνα, είναι από το 2012, όταν είχα ήδη γνωρίσει τον γερο-Μωυσή, είχαμε ανταλλάξει κείμενα, μου είχε στείλει κι ένα πολύτιμο γράμμα, και κατόπιν επέστρεψα στο Άγιον Όρος, το φθινόπωρο του ’12, κατά σύμπτωση Νοέμβριο, παραμονή του Ιερού Χρυσοστόμου, όταν πανηγύριζε το κελί του Γέροντα. Το απόγευμα, λοιπόν, πήγαμε να του δώσουμε ένα χεράκι με τις προετοιμασίες, και τον βρήκαμε (κι αυτή είναι η εικόνα) σ’ ένα σκαμνί, στην κουζίνα, να καθαρίζει βουνά από πατάτες. Εγώ είμαι εκπληκτικός στο να καθαρίζω πατάτες, έχω την τέλεια τεχνική, και θέλησα να βοηθήσω, αλλά ο Γέροντας αρνήθηκε αυστηρά. Μας κέρασε σοκολατάκια και συνέχισε τη δουλειά του, ενώ πιάσαμε και μια κουβέντα για τον Ντοστογιέφσκι, που δεν τη θυμάμαι, γιατί δεν έχει σημασία. Αρκεί αυτή η εικόνα, μια πολύ συγκινημένη εικόνα, που ελπίζω να τη βλέπετε καθαρά. Ο γερο-Μωυσής ήταν άρχοντας, ήταν ένας αριστοκράτης του πνεύματος. Ένας ομότεχνός του, μέγας καλόγερος, ιστορεί το πιο ακριβές πορτρέτο του Γέροντα, ως εξής: «Τη γλεντούσε την ασκητική ζωή ο Μωυσής». Το είδα κι εγώ, και το μαρτυρώ. Η άσκηση ήταν γιορτή και πανήγυρις, ήταν ένα αδιάλειπτο γλέντι. Δεν ξέρω πώς μεταβολίζεται κάτι τέτοιο σε λογοτεχνικό στοχασμό χωρίς να γίνει αγιογραφία, καλύτερα να ρωτήσετε έναν λογοτέχνη. Το μόνο που μπορώ να σας πω εγώ είναι ότι δεν με ενδιαφέρει ο λογοτεχνικός στοχασμός, αν δεν σημαδεύει στην αγιογραφία.
Η συνεργασία σας με τον Φίλιππο Κουτσαφτή στις ταινίες Ελευσίνιοι και Ζάκρος μοιάζει με συνάντηση δύο βλεμμάτων πάνω στο ιερό και το αρχαϊκό. Τι σας γοητεύει από αυτή τη σύμπραξη και ποια είναι η θέση του ποιητικού ντοκιμαντέρ στη σύγχρονη πολιτισμική συνείδηση;
Με τιμά που μιλάτε για σύμπραξη, αλλά δεν είναι τόσο ακριβές. Πρόκειται μάλλον περί μαθητείας, κι αυτό είναι που με γοητεύει, και ανανεώνει καθημερινά και την απέραντη ευγνωμοσύνη προς τον Φίλιππο Κουτσαφτή, που πιστεύω να την αισθάνονται όλοι όσοι έχουν δει τις ταινίες του. Η μαθητεία ξεκίνησε βέβαια πριν τον γνωρίσω, όταν είδα την Αγέλαστο πέτρα και προσπάθησα, κουτσά στραβά, να αντιγράψω τους τρόπους της στο μυθιστόρημα με τίτλο Κρόνακα, έναν πρόδρομο της Νέας Κρόνακας. Ύστερα από οχτώ χρόνια, out of the blue, ο Κουτσαφτής με κάλεσε να συμβάλω κάπως στα κείμενα για τη Ζάκρο, κι έτσι έγινα τσιράκι του μάστορα, μετά βαΐων και κλάδων. Τα δύο βλέμματα που λέτε είναι ασφαλώς ένα, το ενιαίο και ενοποιό βλέμμα του Φίλιππου, που διακρίνει την ιερότητα στο κάθε τι, σε ανθρώπους, κόσμο και πράγματα, σε όλους τους καιρούς και τους τόπους. Το έργο του, και γενικώς αυτό που αποκαλείτε «ποιητικό ντοκιμαντέρ» (πρόχειρα αναφέρω τα ονόματα Χέρτζογκ, Μαρκέρ, Γκουσμάν), νομίζω ότι έχει στενή συνάφεια με την τέχνη του μυθιστορήματος, όταν ξεπερνά τη μυθοπλασία και εστιάζει στην πραγματικότητα, κι εντοπίζει εκεί την ομορφιά και χάρη της ανθρώπινης ύπαρξης, και τις αναδεικνύει με έναν χαρμόσυνο, ευφρόσυνο ρεαλισμό, ακόμα και μέσα στη φρίκη. Κι αυτόν τον ρεαλισμό, που τον έχω βαφτίσει ρεαλισμό της αγάπης, πιστεύω ότι θα τον βρούμε μπροστά μας κατά τα επόμενα χρόνια, και θα τον παραδεχτούμε ως ολόπρωτη καταγωγή και ως τελευταία καταφυγή της αληθινής ζωής. Δεν αποκλείεται να διαψευστώ (δεν θα είναι η πρώτη φορά), αλλά σημειώστε το, κι έχει ο Θεός.


















































































































