Η Μπλου βλέπει συχνά ένα όνειρο: μια γυναίκα που βγαίνει συνεχώς από την θάλασσα, σε repeat, δηλαδή (δεν την έχει δει ποτέ να βουτά, πώς βουτά και αν), τα μαλλιά της υγρά, προς τα πίσω, τα μέλη της κουρασμένα από το κολύμπι, χρειάζεται επειγόντως γλυφό νερό για να ξεπλυθεί, ή καλύτερα το σάλιο Του – αυτή η γυναίκα είναι η Μπλου κι αυτό αποκαλύπτεται πάντοτε εκτός ονείρου, όταν πια έχει ξυπνήσει.
Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι, αν σε δουν να κλαις, σου λένε σταμάτα να κλαις. Ευτυχώς, υπάρχει κι η Τοπαλίδου που τραγουδά το τραγούδι θέλω να πάψεις να γελάς, θέλω να κλαις. Η Μπλου δεν είχε πει ποτέ την φράση σταμάτα να κλαις σε κανέναν, σε καμιά. Και τα παιδιά, τα παιδιά, δε σε προτρέπουν να σταματήσεις να κλαις, παρά σε ρωτούν γιατί. Γιατί, ρωτούν. Κι εσύ μπορείς τότε να πεις ό,τι θέλεις: για τον άντρα μου, τον γκόμενό μου, γιατί έφυγε, για την μάνα μου που δεν με παίρνει τηλέφωνο όσο συχνά θέλω, θέλω την μαμά μου, παιδάκι που ρωτάς, θέλω να με πάρει να μου πει ότι μου μαγείρεψε, να μου ζητήσει μια χάρη, να νιώσω ότι με χρειάζεται, να πάω να της πάρω ένα παλτό από το καθαριστήριο, να κανονίσει ένα ταξίδι για τις δυο μας, κλαίω, παιδάκι, γιατί πονάω που δεν γνώρισα ποτέ την Μάτση Χατζηλαζάρου και την Μαργαρίτα Καραπάνου, να κάνω ένα τραπέζι μόνο για τις τρεις μας και να τρώμε σούπες και μακαρονάδες με δάκρυα, με τριμμένα ζανάξ και με ό,τι άλλο γουστάρουμε. Εγώ θα μιλάω πάλι για τον δείνα και τον τάδε, και πάντα γι’ αυτόν, απλώς με άλλον τρόπο και από άλλο πρίσμα μες στα χρόνια. Ζανάξ, παιδάκι, μη ρωτάς τι είναι. Κάτι από το οποίο έχω προς ώρας γλιτώσει – και το τίμημα γι’ αυτόν τον γλιτωμό είναι ακριβό.
Η Μπλου έχει ορισμένες γνώσεις και γνώμες βαθιές, ίσως λιγάκι σκοτεινές. Επί παραδείγματι: Όλα τα πράγματα θα ζουν, όλα τα πράγματά μας, κι εμείς θα έχουμε πεθάνει. Αντικείμενα των λίγων ευρώ, δωρισμένων, περισυλλεγμένων, διασωσμένων από μετακομίσεις και από ένα σωρό διασυρμούς, μαξιλαροθήκες γαριασμένες, βάζα από μουσεία του εξωτερικού, θήκες, θηκάκια, αποξηραμένα λουλούδια φυλαγμένα για δεκαετίες μέσα σε αδιάβαστα βιβλία, θα συνεχίζουν την ύπαρξή τους, ενώ η σάρκα των ανθρώπων που τα διάλεξαν, που τα αντάλλαξαν, που τα χάρισαν, που τα αγόρασαν θα γλυκοσαπίζει γύρω από κλειδώσεις και αστραγάλους. Και μια μέρα, απόγονοι των ανθρώπων αυτών θα τα βρουν σε κάποια ντουλάπα, σε μια αποθήκη ή ξεδιάντροπα στολισμένα στον χώρο που πια δεν θα κατοικείται και, έτσι, με μια κίνηση και ίσως έναν μορφασμό οι απόγονοι των ανθρώπων, των νεκρών ανθρώπων, θα πετάξουν τα αντικείμενα σε μαύρη σακούλα με προορισμό χωματερή ή, ακόμα χειρότερα, θα τα αγνοήσουν – ποιο ραγισμένο πήλινο σκεύος μπορεί να βγάλει λαλιά και να προδώσει ότι χώρεσε μες στην κοιλιά του λουλούδια κομμένα από κάθε πλαγιά της Σκιάθου και των Σπετσών και της Αγίας Ζώνης; Και ποιον θα νοιάζει; Και γιατί;
«Τα εγκαύματα του έρωτά μας μού υπενθυμίζουν πόσο καλοκαιριάτικο μεσημέρι υπήρξαμε τα δυο μας», ένα παλιό του σημείωμα στο κουτί παπουτσιών που φυλά τις παλιές ευτυχίες τις μοιρασμένες. Πώς γίνεται κανείς που σου έχει γράψει κάτι τέτοιο να είναι εξαφανισμένος; Πώς γίνεται να μην κλαις γι’ αυτό και πώς γίνεται να κλαις γι’ αυτό και οι άνθρωποι να σου λένε να σταματήσεις να κλαις;
Επιπλέον σημείωση: ο σκύλος της Μπλου αγαπούσε πολύ τον τύπο αυτόν και η αγάπη του για εκείνον έμοιαζε με προέκταση της δικής της, την τελειοποιούσε, την τέντωνε σε ύψη θεϊκά, τόσο μεγάλα και γλυκά που μόνο ένας σκύλος μπορεί να προσεγγίσει. Ευτυχώς, οι σκύλοι (πιο άνθρωποι από ανθρώπους) δεν σου ζητούν να σταματήσεις να κλαις, παρά γέρνουν το κεφαλάκι τους στον μηρό σου ή στο στέρνο και σου λένε σιωπηλά πως σε αγαπούν κλαμένη ή άκλαυτη. Ο σκύλος της Μπλου τώρα αγαπά μόνο την Μπλου και ζουν οι δυο τους στοργικά σε ένα παλιό διαμέρισμα και κάνουν θλιμμένες βόλτες στην Φωκίωνος και τσίσα-μαμ-κακά. Νάνι, μετά. Αγκαλιά.
Το τελευταίο κομματάκι καρδιάς
που απέμεινε στο ψυγείο
βγήκε και τρίφτηκε γλυκά στον τρίφτη χειρός
βάφτηκαν κόκκινα τα μακαρόνια με την άσπρη σάλτσα
Δεν έχουμε άλλη καρδιά
τι θα φάμε αύριο;
απόψε κιόλας, αγάπη μου, θα πάμε σούπερ μάρκετ
λένε πουλάν καρδιές
τι κι αν η δική μου τέλειωσε
κανείς δεν θα το καταλάβει
τρία ευρώ το κιλό, σαράντα, εκατό
πλένω τον τρίφτη
αίματα με μυρωδιά δική σου κυλούν στο νεροχύτη
α, ναι, αυτήν μου την καρδιά την τελευταία στην είχα χαρίσει
Η Μπλου προσπαθεί να γράψει πετυχημένα ποιήματα, αποτυγχάνει, αλλά ποτέ δεν στενοχωριέται γι’ αυτό. Ω, σε παρακαλώ! Έχει τόσα άλλα για να στεναχωριέται! Η Μπλου είναι δυνατή, αξιοπρεπής, αγωνίστρια, χρωστάει μερικά χιλιάρικα στην εφορία λόγω προσαυξήσεων, η Μπλου σκέφτεται όλα τα μέρη όπου υπήρξε μαζί του και είναι τόσο εγωίστρια που θεωρεί πως αποκλείεται να βρεθεί εκεί ένας νοήμων άνθρωπος και να μην καταλάβει ότι «κάποτε υπήρξαμε εκεί μαζί, ότι φιληθήκαμε τόσο βαθιά σε εκείνη εκεί τη γωνία, ότι τσακωθήκαμε τόσο άσχημα σε εκείνον εκεί τον δρόμο, ότι οι οργασμοί μας ενώθηκαν τόσο αδιαπραγμάτευτα μέσα σε αυτό το δωμάτιο ξενοδοχείου – ένας νοήμων άνθρωπος θα δει τις ρωγμές, θα προσέξει τα μικρά λουλουδάκια που θα έχουν ξεφυτρώσει από το πουθενά, από ένα σύννεφο τέλος πάντων ή κάτι τέτοιο, θα διασταυρωθεί με το βλέμμα μιας γάτας που θα τον ρωτά «τους ήξερες; τους είχες πετύχει μαζί εδώ; εγώ ναι εγώ ναι εγώ ναι και ήταν τέλειοι μαζί [τόσο που ίσως κάποτε δεν θα είναι υπερβολή να ονομαστεί κανά παρκάκι με μια από τις ολόδικές τους λέξεις ή με μια λεξιπλασία δημιουργημένη από τα ονόματά τους ή κάτι]».
Η Μπλου (καημένη Μπλου) περπατάει μόνη στους ίδιους δρόμους και σκοπεύει να ξαναταξιδέψει στα μέρη όπου ταξίδεψαν μαζί, εντάξει, ίσως εξαιρέσει κανα δυο πολύ συγκεκριμένα και πολύ δικά του, γιατί τι να κάνει η Μπλου σε αυτά χωρίς εκείνον, έπειτα σκέφτεται όλα τα μέρη όπου δεν θα υπάρξουν ποτέ μαζί και δεν πειράζει, αυτά τα μέρη θα ανήκουν ίσως σε άλλα ζευγάρια κι αυτά τα άλλα ζευγάρια ίσως καταφέρουν να επιστρέψουν και εκεί όπου πρώτα έκαναν αγριμίσιο έρωτα, τώρα να καθαρίζουν φασολάκια κι εκεί όπου πρώτα φώναζαν και διαφωνούσαν, τώρα να παίζουν κουμ καν. Όλα κι όλα, η Μπλου κι ο Έτσι γλιτώσανε από τέτοιου είδους ήττες, αλλά τι να το κάνεις κι αυτό, τι νόημα έχει να νικάς στον έρωτα διασαφλίζοντάς τον από την ρουτίνα, τι νόημα έχει να μην σε δει εκείνος που λάτρεψες ολοκληρωτικά να γερνάς και να ασχημαίνεις, τι νόημα έχει να σκέφτεσαι γενικώς και συνεχώς αυτές τις ακροβασίες ανάμεσα στο τι συμβαίνει τώρα και στο τι θα μπορούσε να έχει συμβεί.
Ναι, εντάξει, στο μέλλον θα λερωθούν κι οι δύο από άλλες μικρές πληγές και μόνο έτσι ησυχάζουν οι πόνοι κι οι αγωνίες, μόνη γιατρειά το ξαναπλήγωμα και κάποιος παπάρας θα πεταχτεί να πει για ψυχοθεραπείες και διαλογισμούς και κέρατα και «μην κλαις, πουλάκι μου, μην κλαις και δεν του αξίζει».
Σημαντικό: Η Μπλου είναι χορεύτρια*. Κάνει βίντεο κλιπ, κάνει κλαμπ, κάνει μπουζούκια, κάνει μιούζικαλ. Κι η νοσταλγία τι είναι; Ένας μεθυσμένος, μεθυστικός χορός της ζωής προς τα πίσω. Κατακριτέα ποιότητα κι αυτή. Να μη νοσταλγείς, σου λέει. Το παρελθόν άστο εκεί που είναι. Μα είναι μέσα μου, καλό μου, πάνω μου, το φορώ, το μυρίζω, το ρεύομαι –καταλαβαίνεις; Γάμησέ με με τις θεωρίες σου περί καλής ζωής. Εγώ την ζωή την προτιμώ χορευτική. Ο χορός έχει ρίσκα. Τα παίρνω, τα αναλαμβάνω! Ψηλά το κεφάλι! Να τρέχουν τα δάκρυα, γρόμποι χοντροί ως τα σαγόνια και στις ρώγες μου. Έτσι είμαι εγώ. Α, ρε Μπλου.
Πότε θα γίνουμε φίλες να κλαίμε παρεούλα; Να μην ρωτάει καμιά την άλλη γιατί κλαίει και να μην ζητάει καμιά από την άλλη να πάψει. Να φοράμε κολάν και να πίνουμε σμούθιζ με τζίντζερ και λεμόνι. Κορμάρες!
*Ο χορός, ως γνωστόν, κατάγεται από δύο πατρίδες, από δύο μάνες: από την Ορθοπεδική και από την Ποίηση.















































































































