Σαν σήμερα το 1957, η ξακουστή πλέον Λάικα, η σκυλίτσα του διαστήματος, πεθαίνει από θερμοπληξία, καταπόνηση και ακραίο στρες μέσα στο Σπούτνικ 2, λίγες ώρες μετά την εκτόξευσή του.
Το παρακάτω διήγημα αφιερώνεται σ’ αυτή.
Πρόκειται για μυθοπλασία και μόνο τα πρόσωπα –και η Λάικα φυσικά– είναι πραγματικά.
Αυτή που γάβγιζε*
3 Νοεμβρίου 1957
Όλα ήταν έτοιμα για τη μεγάλη μέρα. Ο Βλαντίμιρ Γιαζντόφσκι βγήκε από την πελώρια γκρι εγκατάσταση και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι της πλατφόρμας εκτόξευσης με θέα τις αχανείς σκαμμένες εκτάσεις. Έβγαλε από την τσέπη τής στολής του ένα πακέτο «Космос» και άναψε ένα τσιγάρο – το δέκατο τέταρτο από το πρωί. Στράφηκε προς τον ουρανό ξεφυσώντας τον καπνό. Τίποτα δεν κατάφερνε να τον ηρεμήσει εκείνη τη μέρα. Τα χέρια του έτρεμαν και τα αυτιά του κοκκίνιζαν. Η λευκή στολή του παλλόταν ελαφρά στο ρυθμό της καρδιάς του. Ήξερε πως κάνει αυτό που πρέπει, αλλά δεν ήξερε αν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του. Δεν αμφέβαλε, απλά ήξερε. Η Αντίλια Κοτόφσκαγια τον πλησίασε λύνοντας τη ζώνη της στολής της. Της έτεινε το πακέτο με τα τσιγάρα. «Έχω να καπνίσω εφτά μήνες… Μάλλον είναι μία καλή μέρα για να το ξαναρχίσω». Ακούμπησαν και οι δυο τούς πήχεις τους πάνω στο κρύο κάγκελο και κάπνιζαν με βαθιές εισπνοές και μακρόσυρτες εκπνοές. «Πιστεύεις θα τα καταφέρουμε;» ρώτησε η Αντίλια με κλειστά μάτια. «Εμείς ναι», είπε ο Βλαντίμιρ και πάτησε με το δερμάτινο μποτάκι του το μισοτελειωμένο τσιγάρο του. Αυτή ήταν και η μοναδική φορά που κοίταξε κάτω. Η Αντίλια άνοιξε τα μάτια της και διέγραψε με την καύτρα του τσιγάρου της ένα σχήμα στον αέρα. Ο ουρανός είχε το χρώμα της πέτρας. Προς τα κει θα κατευθυνόταν σε λίγη ώρα όλος ο κόσμος. «Όλα για τον κόσμο. Πρέπει να επιστρέψουμε μέσα», είπε η Αντίλια σβήνοντας το τσιγάρο της στο κάγκελο. Έσφιξε ξανά τη ζώνη της και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του σταθμού. Ο Βλαντίμιρ την ακολούθησε.
2 Νοεμβρίου 1957
«Ελάτε να δείτε τι σας έφερα», φώναξε από την εξώπορτα του σπιτιού του ο Βλαντίμιρ και προσπάθησε να χαμογελάσει αισιόδοξα, όχι με μεγάλη επιτυχία. Το αγόρι και το κορίτσι εκτοξεύτηκαν σαν πύραυλοι απ’ το δωμάτιό τους και προσγειώθηκαν με ποδοβολητά στο σαλόνι. Ο πατέρας τους κρατούσε στην αγκαλιά του ένα μικρόσωμο θηλυκό σκυλάκι. «Σας το υποσχέθηκα και να το!» «Μπαμπά, είναι αλήθεια ότι αυτό το σκυλάκι είναι το πιο σημαντικό σκυλάκι στον κόσμο;» ρώτησε η μικρή ενώ το χάιδευε ανάμεσα στα μάτια. «Σε λίγες μέρες, αγάπη μου, θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας». Τα μάτια των παιδιών άνοιξαν διάπλατα, λες και προς στιγμήν θα μπορούσαν να χωρέσουν όλο το σύμπαν μέσα τους. «Μπαμπά, πώς την είπατε τελικά;»

Εκπαιδευτής Όλεγκ Γκαζένκο
«Αρχικά, θα πρέπει να υποστεί προοδευτικό εγκλεισμό σε όλο και μικρότερες κάψουλες για εξοικείωση με τους πολύ στενούς χώρους. Η αλλαγή στο μέγεθος της κάψουλας θα γίνεται κάθε είκοσι μέρες. Στη συνέχεια, θα πρέπει να περάσει από εκπαίδευση σε συσκευές φυγοκέντρισης που προσομοιώνουν τις δυνάμεις G οι οποίες αναπτύσσονται κατά την εκτόξευση του πυραύλου. Παράλληλα, θα χρειαστεί να τοποθετηθεί και σε συσκευές αναπαραγωγής ήχων όμοιων με αυτούς που υπάρχουν στο εσωτερικό ενός διαστημικού σκάφους. Βασικές είναι και οι διατροφικές της συνήθειες αφού είναι ανάγκη να μάθει να τρώει ένα ζελέ πρωτεϊνών, κατάλληλο για ένα περιβάλλον έλλειψης βαρύτητας. Εδώ να σημειωθεί ότι το σχέδιο είναι να μείνει ζωντανή επί εννέα μέρες σε τροχιά και ύστερα να της γίνει ευθανασία, με δηλητήριο τοποθετημένο στο ζελέ το οποίο θα καταναλώσει την ένατη ημέρα. Τέλος, θα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προκειμένου να ενσωματωθούν στο σώμα της ιατρικές συσκευές οι οποίες θα παρακολουθούν τις ζωτικές λειτουργίες της, όπως τους καρδιακούς παλμούς, τον ρυθμό αναπνοής, την αρτηριακή πίεση και τη σωματική κίνηση. Το σχέδιο θα υλοποιηθεί με απόλυτη προσοχή και ευθύνη. Στόχος είναι, πέρα από την επιτυχία της αποστολής, να έχει έναν θάνατο ανώδυνο».
«Τι είναι αυτό που μπορεί να μας βγάλει εκτός σχεδίου, κύριε;»
Απρίλιος 1968
Η μέρα και το σημείο συνάντησης ορίστηκε πέντε μήνες μετά την εκτόξευση, στις 14 Απριλίου του 1958. Είχαν πει πως ό,τι κι αν συμβεί ενδιάμεσα θα συναντιόντουσαν δέκα χρόνια αργότερα σε αυτό το μέρος, σαν να ήξεραν ότι κάποιες επιλογές βαραίνουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Πρώτος έφτασε ο Βλαντίμιρ. Κούτσαινε ελαφρά από το ένα πόδι και κρατούσε ένα ξύλινο μπαστούνι με το κεφάλι ενός σκύλου λαξευμένο στη λαβή του. Έπειτα από λίγα λεπτά έφτασε ο Όλεγκ, με μάτια πρησμένα. Τρίτη η Αντίλια με ένα τσιγάρο στο στόμα. «Δεν το έκοψες ποτέ ξανά, ε;» τη ρώτησε ο Βλαντίμιρ και ήταν το πρώτο πράγμα που ακούστηκε σε κείνο το δωμάτιο. Η Αντίλια ανασήκωσε τους ώμους της. Ο Όλεγκ έβγαλε από την τσάντα του ένα μπουκάλι βότκα και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. Κατόπιν, τρία ποτήρια. Τα παρέταξε το ένα δίπλα στο άλλο. «Τι σόι επιστήμονες είμαστε αν δεν ξέρουμε να γεμίσουμε ισόποσα τρία ποτήρια με βότκα;» είπε και τα γέμισε με ακρίβεια χιλιοστών. Οι άλλοι δύο πλησίασαν το τραπέζι και πήραν από ένα. «Όσο ο καιρός περνάει, μετανιώνω όλο και πιο πολύ. Και τι καταφέραμε τελικά; Τι μάθαμε; Άξιζε αυτός ο θάνατος;» ξεκίνησε σαν πρόποση ο Όλεγκ και κατάπιε μονορούφι τη βότκα. «Τη χάιδεψα, τη φίλησα στη μουσούδα, έκλαψα και ζήτησα να μας συγχωρέσει, θυμάστε;» συνέχισε με μάτια κλειστά η Αντίλια. «Την πήρα στο σπίτι μου την προηγούμενη μέρα να παίξει με τα παιδιά… Της είχε απομείνει τόσο λίγος χρόνος ζωής… Τα έκανα κι αυτά συνένοχους», έκλεισε την τριάδα αυτής της ιδιότυπης πρόποσης κι ο Βλαντίμιρ και έστρεψε το ποτήρι του προς το ταβάνι.
14 Απριλίου του 1958
Έπειτα από πεντέμισι μήνες τροχιάς γύρω από τη Γη , ο «Σπούτνικ 2» τελικά διαλύθηκε εισερχόμενος στη γήινη ατμόσφαιρα. Η Λάικα είχε πεθάνει ελάχιστες ώρες μετά την απογείωση του πυραύλου. Κάποιοι λένε –οι πιο αισιόδοξοι–, ότι εκείνη τη νύχτα, όποιος έτυχε να κοιτάζει τον ουρανό, είδε έναν αστερισμό στο σουλούπι της να σχηματίζεται πάνω από τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας· εκεί όπου γεννήθηκε.
*Λάικα (Лайка) στα ρώσικα σημαίνει «αυτή που γαβγίζει»













































































































