Ο performer και σκηνοθέτης μιλά για τη ζωή μετά το Primus Theatre, την συνεργασία με τον Φάνη Κατέχο, τη μυστική γλώσσα των ξυλοπόδαρων και την τέχνη που ανασαίνει πιο βαθιά από τη λέξη. Γιατί (συνεχίζει να) τον αφορά ένα Θέατρο που μιλά και στην σιωπή.
Τα πράγματα είναι απλά: το πλέον Χειροποίητο και Ανακυκλώσιμο Διεθνές Φεστιβάλ Τεχνών επιστρέφει στην καρδιά της Αθήνας (17–28 Σεπτεμβρίου 2025) για 13η φορά. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου φεστιβάλ, λοιπόν, η Πολυδραστική Ομάδα Τέχνης Fabrica Athens φιλοξενεί παραστάσεις και σεμινάρια καταξιωμένων σκηνοθετών από την Ευρώπη και την Αμερική. Πιο συγκεκριμένα θα παρουσιάσουν παραστάσεις τους και θα κάνουν σεμινάρια οι: Donald Kitt (από το Odin Teatret, Δανία), η Nathalie Mentha (Teatro Potlach, Ιταλία), η Natasha Mirny (Happy Theatre, Η.Π.Α.), η Natasha Czertok (Teatro Nucleo, Ιταλία), ο Daniel Jacewicz (Teatr Brama, Πολωνία) και ο Günter Klingler από τη Γερμανία.
Αφήστε με να σας συστήσω συγκεκριμένα τον Donald Kitt. Η πορεία του ξεκινά από το Πανεπιστήμιο του Winnipeg και συνεχίζεται σε πολυάριθμες θεατρικές παραγωγές μέχρι το 1989, χρονιά κατά την οποία συνίδρυσε την ομάδα Primus Theatre στον Καναδά. Μετά τη διάλυση της ομάδας το 1998, ο Kitt μετακόμισε στην Ιταλία, όπου εργάστηκε ως performer, δάσκαλος και εκπαιδευτής ξυλοπόδαρων. Από το 2006 είναι μέλος του Odin Teatret, ενώ παράλληλα σκηνοθετεί και διδάσκει σε θεατρικά εργαστήρια ανά τον κόσμο. Ειδικεύεται στην τέχνη των ξυλοπόδαρων και εκπαιδεύει νέους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται σε θεατρικά δρώμενα με κοινωνικό και περιβαλλοντικό προσανατολισμό στη Δανία. Στο 13ο Handmade & Recycled Theater Festival – Osmosis edition, θα έχουμε την ευκαιρία να τον απολαύσουμε στην solo performance του «Fool in the Full Moon» στις 20 Σεπτεμβρίου, μια παράσταση που έχει παρουσιαστεί με επιτυχία σε διεθνή φεστιβάλ.
Παράλληλα, ο Kitt θα σκηνοθετήσει τον Φάνη Κατέχο στην παράσταση «Sisyphus – flesh and earth», η οποία έκανε πρεμιέρα στην Πολωνία και θα παρουσιαστεί στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του φεστιβάλ, ενώ Έλληνες καλλιτέχνες θα έχουν την τύχη να μάθουν από κοντά τον τρόπο δουλειάς του, σ’ ένα ξεχωριστό σεμινάριο.
Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την ταχύτητα, την εικόνα και την βιάση για εντύπωση, υπάρχουν ακόμη καλλιτέχνες που επιστρέφουν στα θεμέλια: στο σώμα, στον ρυθμό, στη σιωπή. Ο Kitt είναι ένας τέτοιος δημιουργός. Από το Γουίνιπεγκ ως τη Νάπολη, από το Μπαλί μέχρι το Οντίν Τεάτρετ, και τώρα στην Ελλάδα, ακολουθεί διαδρομές που δεν χαρτογραφούνται εύκολα. Συζήτησα μαζί του για το ξεκίνημα, την αμφιβολία, τις πέτρες που γίνονται εταίροι επί σκηνής, και την ουσία της παρουσίας: όχι ως τεχνική, αλλά ως εσωτερική αφύπνιση. Σας παραδίδω, χειροποίητα και από καρδιάς, την κουβέντα μας και ετοιμάζομαι από τώρα και για τις 20 και για τις 26 του Σεπτέμβρη.

Κοιτώντας πίσω στα πρώτα σας χρόνια στο Γουίνιπεγκ και στην ίδρυση του Primus Theatre, ποιες ήταν οι βασικές ερωτήσεις ή εσωτερικές παρορμήσεις που σας οδήγησαν στη δημιουργία μιας πρωτότυπης, πολυεπιστημονικής θεατρικής δουλειάς;
Η διαδρομή μου ξεκίνησε ως παραδοσιακά εκπαιδευμένος ηθοποιός, περνώντας από συμβόλαιο σε συμβόλαιο. Παρ’ όλη την εκπαίδευση και την εμπειρία μου –τέσσερα χρόνια πανεπιστημιακών σπουδών και δέκα παραστάσεις σε δύο χρόνια– άρχισα να νιώθω απογοητευμένος. Οι πρόβες ήταν σύντομες, η δουλειά συχνά επιφανειακή και κάτι ουσιαστικό έμοιαζε να λείπει. Το σημείο καμπής προέκυψε σ’ ένα εργαστήριο με έναν διακεκριμένο Καναδό σκηνοθέτη. Μετά από ένα μονόλογο που ερμήνευσα, μου είπε απλώς: «είσαι γοητευτικός». Αυτή η λέξη με χτύπησε. Αυτό ήταν όλο; Με ώθησε να αναρωτηθώ βαθύτερα: Τι κάνω πραγματικά; Και γιατί το κάνω;
Λοιπόν;
Λοιπόν, κατάλαβα ότι λαχταρούσα κάτι πιο απαιτητικό, πιο προσωπικό και πιο μεταμορφωτικό – κάτι που να απαιτεί μακρόχρονη διαδικασία και αίσθηση δεξιοτεχνίας. Τότε γεννήθηκε η παρόρμηση να αναζητήσω νέες μορφές, να εξερευνήσω πέρα από το θεατρικό κείμενο. Η δημιουργία του Primus Theatre στο Γουίνιπεγκ ήταν το πρώτο βήμα σ’ αυτή την αναζήτηση: προς ένα πρωτότυπο, συνεργατικό, πολυεπιστημονικό θέατρο, βασισμένο στη σωματικότητα, την έρευνα και το ρίσκο.
Η μετακίνησή σας στην Ιταλία σηματοδότησε ένα νέο κεφάλαιο – γεωγραφικά, καλλιτεχνικά και προσωπικά. Τι αφήσατε πίσω σας και τι ανακαλύψατε σε αυτή τη μετάβαση;
Όταν έκλεισε ο κύκλος του Primus Theatre, βρέθηκα σε ένα σταυροδρόμι. Ήμουν συνιδρυτής της ομάδας, και το τέλος της ήταν σαν να χάνω μια δομή μέσα στην οποία είχε διαμορφωθεί η καλλιτεχνική μου ταυτότητα. Αποφάσισα να μετακομίσω στην Ιταλία –συγκεκριμένα στη Νάπολη και στην Ακτή Αμάλφι– παρακινούμενος τόσο από προσωπικούς λόγους (μια σχέση με μια Ναπολιτάνα!), όσο και από την επιθυμία για ένα νέο ξεκίνημα. Αυτό που άφησα πίσω ήταν η ασφάλεια: ένα δίκτυο, ένα οικείο περιβάλλον, έναν επαγγελματικό ρυθμό. Αυτό που ανακάλυψα, όμως, ήταν κάτι πιο ουσιαστικό και ταπεινό – η εμπειρία του να ξεκινάς από την αρχή. Δεν είχα ομάδα, δεν είχα πόρους, ούτε κάποιον σαφή δρόμο μπροστά μου. Όμως από αυτό το κενό γεννήθηκαν νέες ευκαιρίες: δίδαξα σε σχολεία και φυλακές, συνεργάστηκα με κοινότητες, έφτιαξα καρναβαλικές παρελάσεις, σύστησα στα παιδιά την τέχνη της ξυλοπόδαρης. Η Ιταλία με δίδαξε να αγκαλιάζω την απλότητα, να ξαναχτίζω από την αρχή και να αφήνω την προσωπική ζωή και την καλλιτεχνική να συνυφαίνονται οργανικά.
Έχετε μελετήσει τον χορό Topeng στο Μπαλί με δάσκαλο και δουλεύετε εκτενώς με ξυλοπόδαρα. Τι σας προσφέρουν αυτές οι σωματικές μορφές έκφρασης που υπερβαίνουν τον Λόγο;
Ο χορός Topeng και τα ξυλοπόδαρα με οδηγούν σε μορφές επικοινωνίας που υπερβαίνουν τη γλώσσα. Η μελέτη του Topeng στο Μπαλί ήταν μια βαθιά εμπειρία – γιατί η μάθηση εκεί δεν είναι διανοητική. Δεν μαθαίνεις απλώς «σχετικά με» τη μορφή, αλλά τη βιώνεις. Η μάσκα σε διδάσκει. Ο δάσκαλος σε διδάσκει με το παράδειγμά του, με την επανάληψη, με τη σιωπή. Αυτή η μετάδοση δεν μπορεί να εξηγηθεί, αν δεν την ζήσεις, δεν είναι εύκολο να γίνει κατανοητή.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τα ξυλοπόδαρα. Μου προσφέρουν μια αίσθηση χαράς και ελευθερίας που δύσκολα περιγράφεται. Είναι ένας χορός με τον χώρο. Έχω δουλέψει τόσα χρόνια μαζί τους που νιώθω πως είναι προέκταση του σώματός μου. Με οδηγούν σε μια ενισχυμένη κατάσταση παρουσίας, άμεση και σωματική. Και μου δίνουν τη δυνατότητα να μεταδώσω αυτή την εμπειρία σε άλλους –ειδικά σε νέους– ως έναν τρόπο ενδυνάμωσης και παιχνιδιού.
Το Odin Teatret έχει μια μοναδική ταυτότητα στον κόσμο του θεάτρου. Πώς επηρέασε η συμμετοχή σας στο σύνολο αυτό την κατανόησή σας για το τι είναι –ή τι μπορεί να είναι– το θέατρο;
Η συμμετοχή μου στο Odin Teatret αναδιαμόρφωσε πλήρως την κατανόησή μου για το θέατρο. Δεν είναι απλώς ένας τόπος παραστάσεων – είναι ένα εργαστήριο, ένα σπίτι, μια πειθαρχία και ένας τρόπος ζωής. Ο Eugenio Barba έλεγε συχνά ότι κάθε νέο έργο πρέπει να μοιάζει με την πρώτη φορά. Αυτή η αίσθηση του διαρκούς ξεκινήματος κρατά τη δουλειά ζωντανή και αυθεντική. Μέσα από το Odin, κατάλαβα ότι το θέατρο είναι κάτι βαθιά προσωπικό. Δεν αφορά το να μεταδώσεις ένα μήνυμα στο μεγαλύτερο δυνατό κοινό, αλλά να μοιραστείς μια μοναδική εμπειρία –δουλεμένη με ακρίβεια και φροντίδα– που μπορεί να αγγίξει διαφορετικά τον καθένα. Δεν έχει σημασία μόνο το κείμενο, αλλά η παρουσία, ο ρυθμός, η σιωπή, ο χώρος, το ανείπωτο. Το Odin με δίδαξε να μαθαίνω συνεχώς, να παραμένω σε διάλογο με την παράδοση, με τους άλλους και με τον εαυτό μου.
Τι συνεχίζει να σας εκπλήσσει όταν δουλεύεις με νέους ξυλοπόδαρους και performers; Τι σας υπενθυμίζουν για τον εαυτό σας, για την τέχνη, για τον σκοπό της;
Με εκπλήσσει συνεχώς το θάρρος και η ανοιχτότητά τους. Η διδασκαλία είναι χαρά, γιατί με καλεί να αποκρυσταλλώσω όχι μόνο το τι διδάσκω αλλά και το πώς επικοινωνώ. Είναι σαν να διδάσκεις μια νέα γλώσσα – κι αν ένας τρόπος δεν λειτουργεί, πρέπει να βρεις άλλον. Αυτό με κρατά σε εγρήγορση, δημιουργικό και ειλικρινή. Όταν κοιτάζω τους μαθητές μου, βλέπω την ίδια δίψα που είχα όταν πρωτοανακάλυψα την τέχνη του θεάτρου – τη δίψα να ανήκεις σε κάτι ουσιαστικό, να ανακαλύψεις την ταυτότητά σου, να σε δουν. Μου θυμίζουν πως το θέατρο δεν είναι μόνο τεχνική ή φόρμα. Είναι ανάγκη. Και το να ανταποκρίνεσαι σε αυτή την ανάγκη είναι ευθύνη – και δώρο.
Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ρόλος του τελετουργικού, της επανάληψης και της σωματικότητας σε μια παράσταση – ειδικά σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από την ταχύτητα και την εικονικότητα;
Για μένα, η παράσταση ξεκινά από το σώμα και ξεκινά από την επανάληψη. Προέρχομαι από την «παλαιά σχολή», όπου κάνεις κάτι ξανά και ξανά μέχρι να αρχίσει να αποκαλύπτεται από μόνο του. Το τελετουργικό, μ’ αυτή την έννοια, δεν είναι δεισιδαιμονία – είναι το θεμέλιο της πειθαρχίας και του βάθους. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από την ταχύτητα, την άμεση επικοινωνία και τις επιφανειακές αλληλεπιδράσεις, η παράσταση γίνεται τόπος βραδύτητας και βάθους. Χρειάζεσαι χρόνο για να φτάσεις σε βάθος. Η διαδικασία πρέπει να ξεκινήσει από μια καθαρή βάση, ένα σωματικό λεξιλόγιο, και να εξελιχθεί αργά. Αυτή η βραδύτητα είναι μια μορφή αντίστασης. Είναι ένας τρόπος να ανακτήσεις την προσοχή, τη σωματικότητα και την παρουσία – πράγματα που σπανίζουν όλο και περισσότερο.

Η επερχόμενη συνεργασία σας με τον Φάνη Κατέχο κάνει πρεμιέρα στην Πολωνία και αργότερα έρχεται στην Αθήνα. Ποια είναι η «καρδιά» αυτού του πρότζεκτ; Τι ελπίζετε να προκαλέσει στο κοινό;
Αυτό το πρότζεκτ είναι από τη φύση του work–in–progress, και αυτό είναι ουσιαστικό για την ταυτότητά του. Η πρώτη παρουσίασή του στην Πολωνία δεν είναι πρεμιέρα με την παραδοσιακή έννοια – είναι μια πρόσκληση στη διαδικασία. Θα συγκεντρώσουμε αντιδράσεις, θα αναστοχαστούμε και θα συνεχίσουμε την ανάπτυξη του έργου στην Αθήνα. Στην καρδιά της παράστασης βρίσκεται το ίδιο το συμβάν – η συνάντηση ανάμεσα στον performer, το αντικείμενο και τον θεατή. Με ενδιαφέρει το θέαμα με την αρχική έννοια της λέξης: όχι απλώς μια παράσταση, αλλά μια στιγμή ενισχυμένης αντίληψης. Ελπίζω να γεννήσει περιέργεια, αβεβαιότητα, συγκίνηση – κάτι που θα μείνει και ίσως μεγαλώσει με τον χρόνο.
Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Φάνη Κατέχο; Τι σας τράβηξε προς αυτή τη συνεργασία και τι πιστεύετε πως προσφέρετε ο ένας στον άλλον καλλιτεχνικά;
Ξεκίνησε απλά: μου το ζήτησε. Όπως είχα κι εγώ κάποτε ζητήσει κάτι από τον δικό μου δάσκαλο. Έτσι ξεκινούν πολλές από τις πιο ουσιαστικές συνεργασίες: με μια απλή ερώτηση, μια πράξη ανοίγματος. Αυτό που με τράβηξε στον Φάνη ήταν το πάθος του και ο σεβασμός του προς την τέχνη. Μοιραζόμαστε μια γλώσσα –όχι κυριολεκτική, αλλά σωματική και διαισθητική. Προκαλούμε ο ένας τον άλλον με καλό τρόπο και συμπληρώνουμε τις δυνάμεις μας. Υπάρχει γενναιοδωρία σ’ αυτή τη συνεργασία– και αυτό είναι σπάνιο.
Έχει αλλάξει η σχέση σας με την «παρουσία» όλα αυτά τα χρόνια – πάνω στη σκηνή και εκτός; Τι σημαίνει για σένα το να είσαι πραγματικά «παρών» σε μια στιγμή;
Ναι, έχει αλλάξει βαθιά. Παλιά έβλεπα την παρουσία ως κάτι τεχνικό: συγκεκριμένα βήματα, τεχνικές και στρατηγικές για να παραμένω συγκεντρωμένος και σταθερός. Με τον καιρό, έγινε κάτι πιο ουσιαστικό, κάτι πιο σιωπηλό. Πλέον, παρουσία για μένα σημαίνει να είμαι πλήρως ζωντανός, όχι να «παίζω σαν να» αλλά απλώς να είμαι. Είναι μια μορφή ακρόασης, εσωτερικής και εξωτερικής. Δεν μπορεί να προσποιηθεί κανείς την παρουσία. Και ενώ η τεχνική μπορεί να χτίσει τη δομή, η αληθινή παρουσία εμφανίζεται όταν η δομή διαλύεται.
Donald, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στο βαθιά προσωπικό και το συλλογικό στη δουλειά σας; Δηλαδή, ανάμεσα στην εσωτερική, προσωπική αλήθεια και τον κοινό, οικουμενικό μύθο;
Όλη μου η δουλειά ξεκινά από έναν προσωπικό τόπο. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια που μπορώ να υπερασπιστώ πλήρως. Αλλά η παράσταση είναι και μια πράξη κοινή, και οι συλλογικοί μύθοι –σύμβολα, αρχέτυπα, τελετές– έχουν τη δύναμη να μας συνδέουν πέρα από τις διαφορές μας. Όταν μια προσωπική ιστορία αγγίζει μια συλλογική μνήμη ή ένα κοινό πολιτισμικό σημείο αναφοράς, τότε κάτι ισχυρό συμβαίνει. Η πρόκληση είναι να παραμείνεις ειλικρινής ανοίγοντας ταυτόχρονα τον εσωτερικό σου κόσμο στους άλλους – όχι να τον αμβλύνεις, αλλά να τον μεταμορφώσεις. Όταν αυτό πετύχει, η εμπειρία γίνεται και οικεία και ευρύχωρη.
Αν μπορούσατε να μιλήσετε στον εαυτό σας την εποχή που μόλις είχε ενταχθεί στο Odin Teatret το 2006, τι θα του λέγατε; Ή τι θα τον ρωτούσατε;
Θα του έλεγα: «Να έχεις υπομονή. Να είσαι ταπεινός. Και να ακούς». Θα του υπενθύμιζα ότι αυτό δεν είναι χώρος για να αποδείξεις κάτι, αλλά για να ξε-μάθεις και να ξαναμάθεις. Θα τον ρωτούσα: «Μπορείς να μείνεις ανοιχτός, ακόμα κι όταν δεν είσαι σίγουρος; Μπορείς να αγκαλιάσεις το να μη γνωρίζεις;» Και θα του έλεγα ακόμα: «Το ταξίδι μπροστά σου δεν είναι γραμμικό. Εμπιστεύσου τη διαδικασία. Εμπιστεύσου το σώμα σου. Και εμπιστεύσου τους ανθρώπους που σε προκαλούν περισσότερο. Αυτοί είναι οι σπουδαιότεροι δάσκαλοί σου».
Χωρίς να αποκαλύψετε πολλά, θα μπορούσατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του Η Πόλη Ζει μια στιγμή από τη διαδικασία πρόβας που λειτούργησε για εσάς ως καλλιτεχνική, συναισθηματική ή σωματική ρήξη;
Μια τέτοια στιγμή συνέβη νωρίς στο Odin Teatret, σε μια σύντομη πρόβα-φιλοξενία. Έφερα ενστικτωδώς τέσσερις μεγάλες πέτρες. Το μέγεθος, το βάρος και η παρουσία τους άλλαξαν αμέσως τον χώρο. Δεν ήταν απλώς σκηνικά αντικείμενα, ήταν συνεργάτες. Απαιτούσαν φυσική δέσμευση και άνοιξαν νέες δραματουργικές δυνατότητες. Αυτή η στιγμή μου θύμισε τη σημασία των απτών υλικών, το πώς μπορούν να μετατρέψουν τη σκέψη σε πράξη και τη μεταφορά σε εμπειρία.
Υπάρχει κάποια κεντρική εικόνα, μνήμη ή ερώτημα που λειτουργεί ως άγκυρα, ως κεντρική ραχοκοκαλιά, ως μοτίβο, αν θέλετε, στην παράσταση για τον Σίσυφο που θα δούμε στις 26 Σεπτεμβρίου;
Ναι, είναι οι πέτρες. Είναι και πραγματικές και συμβολικές. Το βάρος τους, η σιωπή τους, η αντίστασή τους – γίνονται το έδαφος της παράστασης. Υποδηλώνουν εργασία, μνήμη, μνημείο, βάρος και παιχνίδι. Η υλικότητά τους μας εξαναγκάζει να δράσουμε αλλιώς. Διαμορφώνουν τον ρυθμό, τον χώρο, τις επιλογές. Δεν είναι διακοσμητικές, είναι ουσιώδεις. Είναι η καρδιά ολόκληρης της παράστασης.
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στην Πολωνία πριν έρθει στο Φεστιβάλ Αθηνών. Πώς φαντάζεστε ότι θα αντηχήσει διαφορετικά σε κάθε κοινό και τι θεωρείτε ότι παραμένει οικουμενικό, ανεξαρτήτως γλώσσας ή τόπου;
Κάθε κοινό φέρνει μαζί του το δικό του πολιτισμικό πλαίσιο, τις δικές του προσδοκίες και τον δικό του τρόπο να βλέπει. Στην Πολωνία, μπορεί να υπάρχει ένα ιστορικό φίλτρο· στην Αθήνα, όπως είναι απολύτως φυσικό και λογικό, μια διαφορετική μυθολογία. Αυτό που ελπίζω να παραμείνει οικουμενικό είναι η πολυεπίπεδη δομή του έργου. Αν το κοινό δεν κατανοήσει κυριολεκτικά τα λόγια, υπάρχουν εικόνες, ρυθμοί και δράσεις που επικοινωνούν πέρα από τη γλώσσα. Πιστεύω πως η συναισθηματική απήχηση, η σωματική αφήγηση και η συμβολική δράση μπορούν να υπερβούν τα σύνορα. Αυτό είναι το θέατρο που επιδιώκω, ένα θέατρο που μιλά πολλές γλώσσες, ακόμα και μέσα στη σιωπή.
Info:
Fool in the Full Moon – Donald Kitt | 13th HRTFest | Εισιτήρια online! | More.com (20/9)
Το σεμινάριο του Donald Kitt εδώ (25-27/9)













































































































