Κυκλοφορούμε και δεν οπλοφορούμε, στο Φλεβάρη του 2024. Μια με αρβυλάκια και αντιανεμικό, μια με γυαλιά ηλίου και φορεματάκι, ανακαλύπτουμε απ’ την αρχή την ποιητική και αλλοπρόσαλλη Αθήνα, που επιμένουμε να αγαπάμε και να της το λέμε. Κανονίζουμε τις εξόδους μας ολόκληρες εβδομάδες νωρίτερα (πότε μεγαλώσαμε τόσο πολύ;), αλλά φροντίζουμε να αφήνουμε χώρο για μας, για το overthinking μας, για απόλαυση και για ανέλπιστες συναντήσεις.
Παρασκευή και ξέρω εκ των προτέρων ότι θα αρχίσει να μου έρχεται όρεξη για Old Fashioned. Με φαντάζομαι ήδη να κατηφορίζω μετά την πρόβα μου από το Γκύζη στην Κυψέλη, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου. Κατηφορίζω σαν τέντζερης που πάει να βρει το καπάκι του. Το καπάκι μου, χωρίς αμφιβολία, είναι το It’s a Βίλατζ και μιας και τα παιδιά εκεί φτιάχνουν πραγματικά φανταστικά cocktails, θα δοκιμάσω σίγουρα πάνω από ένα. Θα κάτσω -ως πολύ μυστηριώδης και intellectual φιγούρα- με το βιβλίο μου και τα ακουστικά μου. Διαβάζω το Poor things, του Άλισντερ Γκρέυ, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, γιατί από την ημέρα που είδα την ταινία του Λάνθιμου, δεν μπορώ να ξεκολλήσω.

Το φοβερό είναι ότι το βιβλίο είναι εξίσου εξωφρενικό και υπέροχο με την ταινία και το γεύομαι λίγο λίγο, με την ελπίδα να μου βγάλει πολλά απογεύματα ακόμα. Νιώθω κι εγώ μια Μπέλλα, απλά στην Αθηναϊκή εκδοχή της, που μαθαίνει ξανά από την αρχή να κυνηγάει τις επιθυμίες της, να παθιάζεται και να εξερευνά μέχρι πού μπορεί να φτάσει. Η playlist που ακούω με εμπαίζει και βάζει δυο απανωτές φορές, έτσι, για να με γονατίσει συναισθηματικά το συγκινητικό «Letter to a love that should’ve lasted long”, τη νέα κυκλοφορία των μαγικών Eli & the Portraits. Το παρασκευιάτικο γλυκό έχει δέσει.
Συνεχίζω να βολτάρω ασύστολα και το Σάββατο, σα σκυλάκι που του έλυσες το λουράκι στο δάσος και τρέχει πάνω-κάτω αλαφιασμένο, μην ξέροντας τι να κάνει την τόση ελευθερία του. Αφού λιώσω τις σόλες μου στο περπάτημα, έχω όρεξη ρετροσπεκτίβας Φοίβου Δεληβοριά στο Κύτταρο. Όχι ότι μου έσκασε ξαφνικά, αυτό το έχω κανονίσει εδώ και εβδομάδες. Όρεξη για Φοίβο έχω πάντα. Και κρεμασμένη ανάποδα να είμαι, θα περάσω φίνα. Θα τραγουδήσω, θα πιώ, σίγουρα θα βάλω τα κλάματα πέντε έξι φορές και θα νοσταλγήσω τα χρόνια που διάβαζα για τις πανελλήνιες με soundtrack το «Έξω».
Το κόλπο για το hangover κανονικά είναι το bacon, αλλά μιας και είμαι σε διατροφή (όταν έπινα τα τζινάκια δε με απασχολούσε, βέβαια) θα αρκεστώ σε παυσίπονα, φυσικό χυμό, 2 κούπες espresso και πολλούς ηλεκτρολύτες. Οι Κυριακές είναι για θέατρο, τώρα τελευταία. Θα πάω να δω τα Πλάσματα του Θεού: Υπόθεση Παπέν στο Altera Pars, ένα έργο φτιαγμένο απ’ το μηδέν (από τη δικογραφία μιας διπλής ανθρωποκτονίας, για την ακρίβεια) με απίστευτη αγάπη από την ομάδα και δυνατές -πολύ δυνατές- ερμηνείες. Εκτός του ότι αυτό το θέατρο κάθε φορά που μπαίνω με κάνει να αισθάνομαι πολύ κουλτουριάρα, στη συγκεκριμένη παράσταση ο χώρος έχει χρησιμοποιηθεί μαγικά και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που με ανατριχιάζει.

Πάει το Σαββατοκύριακο – πάνε και οι βόλτες. Αλλά εντάξει, χρόνος για θέατρο βρίσκεται και μεσοβδόμαδα.Τρίτη βράδυ θα πάω δω μια παράσταση που περίμενα καιρό, το Interview, από τη θεατρική ομάδα B.A.N.C, στο θέατρο Αλκμήνη. Μια παράσταση με θέμα τη σκληρή κι επίπονη διαδικασία των συνεντεύξεων για εύρεση εργασίας. Μια παράσταση για τις ομάδες που πλήττονται δραματικά από τις σημερινές συνθήκες (χειρώνακτες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, ανειδίκευτοι εργάτες), για την εξουσία, για τη χειραγώγηση και τον ανταγωνισμό.
Τα κανόνισα και πάλι βρήκα τον τρόπο να περάσω καλά. Βολτάροντας στην Αθήνα, λοιπόν, Φλεβάρη μήνα, παντού ομορφιές για να τις ζήσεις, νέα βιβλία, συναυλιάρες, άνθρωποι υπέροχοι. Σε τι μαγική πόλη ζούμε… Ας μην είναι κανείς μόνος του τέτοιες μέρες (εύχομαι από μέσα μου).















































































































