Γυρνάω (και βολτάρω) στην Αθήνα γιατί δεν εξαντλείται ποτέ. Γιατί ακόμα κι αν βλέπω τρεις παραστάσεις την εβδομάδα δε φτάνουν για να τις δω όλες (τις δυνατές, τουλάχιστον). Γιατί τα μπαρ αυτής της πόλης μου φτιάχνουν τη διάθεση. Γιατί όπως και να το κάνουμε, η Αθήνα ζει και εμείς ανασταινόμαστε από την καταραμένη τη ρουτίνα μας (για μήνες δε συμβαίνει τίποτα, κι ύστερα σε λίγες μέρες μπορούν να συμβούν τα πάντα, μαζί, ταυτόχρονα). Για να κάνω όμως μια σωστή αναδρομή στις τελευταίες μέρες που είχαν αρκετό έξω και γυροβολιά.
Το Σάββατο βρέθηκα στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας με την καλύτερη παρέα. Αυτό το θέατρο το αγαπάω. Είναι τόσο όμορφο και έχει πάντα ενδιαφέρον να βλέπω πως διαχειρίζεται ο κάθε σκηνοθέτης αυτήν την ιδιαίτερη χωροταξία (το κοινό κάθεται και μετωπικά και αριστερά και δεξιά της σκηνής). Μέσα στη ζεστή αυτή αίθουσα που ήταν γεμάτη –και γεμάτη προσμονή–, είδα την παράσταση «Η Μονίκ Δραπετεύει», βασισμένη στο βιβλίο του Εντουάρντ Λουί, σκηνοθετημένη (και διασκευασμένη) με λεπτότητα, νηφαλιότητα, δυναμισμό αλλά και τρυφερότητα από τον Γιώργο Σουλεϊμάν. Πιάστηκα, όμως, εντελώς απροετοίμαστη.
Είχα καιρό να συγκινηθώ έτσι. Απίστευτοι οι Θέμις Μπαζάκα και ο Δημήτρης Φουρλής∙ δύο εξαιρετικές, εξαιρετικότατες ερμηνείες-μαθήματα υποκριτικής, που θα κρατώ μαζί μου για καιρό. Πολυδιάστατοι, γενναιόδωροι, δουλεμένοι και απολύτως μαγνητικοί. Μια μάνα κι ένας γιος που ξανασυναντιούνται σε ένα φαστφουντάδικο και βρίσκονται αντιμέτωποι με ζητήματα ενδοοικογενειακής (και όχι μόνο) βίας, ανείπωτα λόγια, επιλογές ζωής, απωθημένα. Μια αληθινή ιστορία (του ίδιου του συγγραφέα και της μητέρας του) που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας. Επί σκηνής και ο μουσικός Capétte (έχει επιμεληθεί και τη μουσική), με διακριτική αλλά ουσιαστική συμβολή στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας – στα μάτια μου λειτουργεί σαν μια παράλληλη αφήγηση που δεν χρειάζεται εξήγηση, σαν ένα reminder ότι ό,τι κι αν συμβαίνει στις ζωές μας υπάρχει κι ο έρωτας και η μαγεία και η μουσική.
Βρείτε εισιτήρια εδώ
Το επόμενο βράδυ, σαν να μην έφτανε η συγκίνηση της προηγουμένης, βρέθηκα στο Rabbithole να παρακολουθώ το «Κοράκι» του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, σε σκηνοθεσία της Τώνιας Ράλλη. Ένα μικρό σχήμα ηθοποιών –μικρό αλλά πυκνό κι υπέροχο– σε ένα μουσικό αναλόγιο που κατάφερε να μου θυμίσει γιατί αγαπώ τόσο πολύ τον Πόε (και το θέατρο και τη μουσική). Ένα καλοκουρδισμένο δαντελένιο έργο-σφηνάκι (μόλις 40 λεπτά), ήπιο, ήρεμο – μία από τις ελάχιστες παραστάσεις που βλέπουμε πια που δεν φωνάζει για να σε τραβήξει μέσα στο σύμπαν της, αλλά σου απλώνει το χέρι και σε μαγεύει, χωρίς καν να το καταλάβεις, ευγενικά.

Οι φωνές των ηθοποιών σε σημεία δούλευαν σαν μια ενιαία ανάσα∙ έμπαινε η μία μέσα στην άλλη, γλιστρούσαν, συναντιόντουσαν και χώριζαν, έφτιαχναν ένα σώμα από ήχους. Η παράσταση ανέδειξε όχι μόνο τον θρήνο του ποιήματος που έκανε γνωστό τον Πόε σχεδόν εν μία νυκτί –το κοράκι–, αλλά και εκείνη την υπόγεια ειρωνεία, το λεπτό χιούμορ που κρύβει μέσα στις λέξεις του ο ποιητής. Μια εμπειρία σύντομη, αλλά με δυνατό αποτύπωμα. Φεύγεις με λίγη περισσότερη νύχτα πάνω στο δέρμα σου.
Βρείτε εισιτήρια εδώ
Κι ύστερα, μετά από όλον αυτόν τον καλλιτεχνικό οργασμό του Σαββατοκύριακου, ήρθε σήμερα κι ο Eli (a.k.a. Χρήστος Παπαδόπουλος) & The portraits να με αποτελειώσει για να μην μπορώ να κουνηθώ απ’ τη συγκίνηση. Επίσημο release του πρώτου ολοκληρωμένου δίσκου της μπάντας, «The jungle within». Μουσικές που μυρίζουν από μακριά βροχή, όνειρα και λευκή τεκίλα κατευθείαν απ’ το μπουκάλι. Είχα την τύχη να τις ακούσω πριν κυκλοφορήσουν, αλλά τώρα μπορείτε να τις ακούτε κι εσείς σε spotify, YouTube ή όπου ακούτε την μουσική σας τελοσπάντων.

«Πρόκειται για ένα concept album με μουσική, τραγούδια και αφήγηση ιστορίας. Σε αυτήν την 1η ιστορία που μοιραζόμαστε μαζί σας, ο Eli αποκοιμιέται στον καναπέ μεθυσμένος και απελπισμένος με τα κακώς κείμενα της ζωής του, τα τραύματα και τις πληγές του παρελθόντος. Μέσα στον ύπνο του, ξυπνάει μέσα σε μια Ζούγκλα όπου έχει στηθεί ένα Μεγάλο Συμβούλιο των Ζώων. Εκεί, μέσα σε αυτόν τον κύκλο, τα ζώα εξομολογούνται στην κοινότητά τους τη δυσφορία και τη σύγκρουση που ζουν τελευταία όσον αφορά την ίδια τους τη φύση. Ένας ελέφαντας που δεν μπορεί πια να πατήσει σταθερά στο έδαφος, μια καμηλοπάρδαλη που δεν θέλει πια να τεντώνει τον λαιμό της στα ουράνια, ένας πίθηκος που δεν μπορεί να δεχτεί με τίποτα ότι το επόμενο βήμα εξέλιξης είναι ο άνθρωπος κ.ά. Ο Βασιλιάς, το Λιοντάρι, ακούει και παρατηρεί. Και καλείται στο τέλος να πάρει μια πολύ σημαντική απόφαση απέναντι σε αυτήν την πρωτοφανή κρίση.»
Ο δίσκος (δηλαδή ο Eli) τα λέει, τα γρυλίζει, δεν κρατάει τίποτα για μετά, αυτοαναφλέγεται, θεραπεύεται και θεραπεύει μπροστά στα έκπληκτα μάτια κι αυτιά μας. Κι όσο ακούω τις στιχάρες, τις μουσικάρες, τη βαθιά, τρυφερή φωνή του Eli, τις μαγείες που κάναν τα όργανα στο στούντιο και την παραγωγή του Νικόλα Πλάτωνα, ε, σκύβω κι εγώ η καψερή να ακούσω τις ρίζες μου, τις ρωγμές μου, τις αυπνίες μου, να κεράσω ένα ποτάκι τα φαντάσματά μου και βγαίνω διαφορετική πίσω στη ζωή, μετά από 16 τραγούδια καταπέλτες. Δεν υπερβάλω παιδιά. Μιλάω σοβαρότατα κι ειλικρινέστατα.
Βάλ’ το να παίξει . Μη σε βρει ο νέος χρόνος χωρίς να έχεις ακούσει αυτό το ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ άλμπουμ. Μέσα του θα βρεις παρηγοριά.

Προτεινόμενη βόλτα της εβδομάδας: Πεδίον του Άρεως, Πάρκο Ευελπίδων, Λόφος Φινοπούλου και πάλι πίσω. Λίγο πράσινο και λίγη πρωινή πάχνη ανάμεσα απ’ τα δέντρα είναι αυτά που χρειάζεσαι για να κάνεις το καλύτερο reboot. Κι αν υπάρχει χρόνος, πιες κι έναν ζεστό καφέ στον κήπο της Γαρδένιας να γαληνέψουν τα μέσα σου.
Θα ξανασυναντηθούμε σύντομα, με νέες προτάσεις, γιατί είπαμε, αυτή η πόλη δεν εξαντλείται ποτέ. Μέχρι τότε, ψυχραιμία και αγάπη.
















































































































