Τέσσερις άνθρωποι μας μιλούν για το δώρο εκείνο που για κάποιο λόγο θυμούνται ακόμα…
«Ανοίξτε την πόρτα. Αστυνομία»
Το καλύτερο δώρο που έχω πάρει στη ζωή μου ήταν το φετινό, στα γενέθλιά μου. Ήμασταν μαζεμένοι στο σπίτι με την παρέα∙ οι δύο κολλητοί μου όμως ήταν που ετοίμασαν κάτι πολύ σπέσιαλ. Χτυπάει η πόρτα. «Να δεις που κάναμε πολλή φασαρία κι ήρθε η αστυνομία», μου λένε. Ανοίγω, βλέπω έναν αστυνομικό, μου ζητάει ταυτότητα, βλέπει και καλά την ημερομηνία γέννησής μου, μου εύχεται χρόνια πολλά και… αρχίζει να χορεύει και να γδύνεται. Προφανώς ο «αστυνομικός» ήταν στρίπερ. Εκείνοι το είχαν οργανώσει πίσω από την πλάτη μου με τόση μαεστρία, που μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχα ιδέα, είχα πιστέψει ότι είχε έρθει ο τύπος να με συλλάβει. Στα 25 χρόνια της ζωής μου δεν νομίζω ότι πήρα άλλο δώρο τόσο αξέχαστο. Δεν ξεχνιέται με τίποτα. Θρίαμβος σου λέω, θρίαμβος.
Ξένια, 25
Το μπουφάν
Ήμουν πρώτη γυμνασίου. Ήταν το 1975. Τα κορίτσια εκείνη την εποχή φορούσαμε μόνο παλτό. Βαριά, μονοκόμματα παλτό ως το γόνατο, σε μουντά χρώματα. Εγώ φορούσα από την έκτη δημοτικού ένα καφέ παλτό που δεν το χώνευα καθόλου, αλλά δεν αλλάζαμε ρούχα αν δε χαλούσαν ή αν δεν ψηλώναμε. Κι εγώ περίμενα να ψηλώσω πώς και πώς για να το ξεφορτωθώ.
Είχα δει κάτι παιδιά με μπουφάν – ελαφριά, σε χαρούμενα χρώματα, με ρίγες. Τότε δεν υπήρχαν στην ελληνική αγορά· έπρεπε να στα φέρει κάποιος απ’ το εξωτερικό. Αλλά πού τέτοια τύχη;
Παραμονές Χριστουγέννων γυρνώ από το σχολείο και βλέπω μια σακούλα στο δωμάτιό μου. Η θεία Μάχη και ο θείος Μίμης το είχαν φέρει για μένα από την Αυστρία. Ήταν ανοιχτό γαλάζιο, είχε τρεις τσέπες, και κάτω από το στήθος την αυστριακή σημαία. Ήταν τόσο ανέλπιστο, ήταν κάτι που ήθελα πολύ, χωρίς να το έχω πει σε κανέναν.
Την επόμενη στο σχολείο έγινε το θέμα της ημέρας: «Από πού είναι;» ρωτούσαν. «Δεν βλέπετε τη σημαία;» απαντούσα έτσι με καμάρι. Το φόρεσα χρόνια, μέχρι να λιώσει. Κι ούτε που ξαναφόρεσα εκείνο το καφέ παλτό που απεχθανόμουν.
Λίζα, 64
Η γραβάτα
Δε μου πρόσφεραν συχνά δώρα όταν ήμουν μικρός. Δεν βοηθούσε άλλωστε το αρχαιοπρεπές όνομά μου που απουσίαζε από το χριστιανικό εορτολόγιο. Αλλά και το συγγενολόι έπαψε νωρίς να μου κάνει δώρα και πιθανολογώ έχοντας εμπιστοσύνη στην οικονομική μου διαχείριση, με χαρτζιλίκωνε. Έτσι δε θυμάμαι κάποιο αξιοσημείωτο παιδικό δώρο.
Αντίθετα, θυμάμαι πολύ καλά ένα από την (τότε μέλλουσα) σύζυγό μου τον καιρό που πρωτογνωριστήκαμε. Έρχονταν γιορτές και αποφάσισε να μου χαρίσει μια καλή γραβάτα. Πήγε, λοιπόν, σε ένα γνωστό κατάστημα στο κέντρο, διάλεξε μία που της άρεσε και πίστευε πως θα μου ταίριαζε. Όταν, όμως, της είπε η πωλήτρια την τιμή τη βρήκε εξωφρενική λόγω της απειρίας της από παρόμοιες αγορές. «Μα είναι του οίκου Lanvin!» της εξήγησε η πωλήτρια.
Φαίνεται πως η συμβία μου έκρινε πως άξιζα αυτή την τιμή, την αγόρασε και μου την έφερε, αναφέροντάς μου και τη σχετική στιχομυθία.
Ε! μετά από αυτά, πώς να ξεχάσω μια γραβάτα του οίκου Lanvin;
Λέανδρος, 76
Ένας κόσμος από ραδιόφωνο
Θυμάμαι ένα δώρο που είχα πάρει όταν ήμουν γύρω στα δεκατρία. Ήταν ένα μικρό ραδιοφωνάκι, τίποτα φοβερό, ούτε ακριβό ούτε κάτι ιδιαίτερο. Για μένα όμως ήταν ο πρώτος «χώρος» που ήταν μόνο δικός μου. Μου το είχε φέρει ο πατέρας μου ένα απόγευμα που γύρισα από το σχολείο, χωρίς καμία αφορμή. Θυμάμαι να μου λέει απλά: «Σκέφτηκα ότι θα σου αρέσει» και το άφησε στο γραφείο μου. Εκείνο το ραδιοφωνάκι με συνόδευε για χρόνια. Το είχα μαζί μου όταν διάβαζα, όταν ξενυχτούσα, όταν έπεφτα για ύπνο. Από εκεί άκουσα πρώτη φορά μουσικές που μετά με σημάδεψαν. Ήταν σαν μια μικρή πόρτα προς έναν κόσμο που άρχισα τότε να ανακαλύπτω. Τώρα είμαι τριάντα δύο και παρότι το ραδιόφωνο δεν υπάρχει πια, το θυμάμαι με μια ζεστασιά που κάθε φορά με γυρνάει σε πολύ όμορφες αναμνήσεις.
Αντρέας, 32















































































































