Ένα δυνατό τράνταγμα ξύπνησε την Α. την ώρα που είχε μόλις αποκοιμηθεί με το έκτο Aperol –μα τι άλλο;– της βραδιάς σε ένα παγκάκι στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, σε αυτό το μικρό χωριό στο κέντρο της Αθήνας που είχε καταφέρει να επιβιώσει από την απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους – μέχρι που αποφάσισε να το περιλάβει το μετρό.
Για λίγα δευτερόλεπτα πίστεψε πως επρόκειτο για σεισμό, αλλά όταν άκουσε τα τζάμια να τρίζουν και είδε τις καρέκλες των καταστημάτων να μετακινούνται πάνω στο πεζοδρόμιο, κατάλαβε πως κάτι πολύ μεγαλύτερο συνέβαινε, κάτι που ούτε οι καλύτερες apocalypse ταινίες δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν επαρκώς.
Το κινητό της άρχισε να χτυπάει με την προειδοποίηση για εκκένωση, ενώ από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια καθησυχαστική φωνή που καλούσε τους κατοίκους να απομακρυνθούν από τα κτίρια και να ακολουθήσουν τις οδηγίες των αρχών.
Η Α. σηκώθηκε, άφησε το ποτήρι της πάνω στο παγκάκι (δεν ήταν ώρα για ανακύκλωση) και άρχισε να περπατάει προς την πλατεία Κυψέλης (θα περνούσε σίγουρα από Φωκίωνος), προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί, καθώς οι πολυκατοικίες ακούγονταν σαν να έτριζαν λες και είχαν μόλις συνειδητοποιήσει ότι τα θεμέλιά τους βρίσκονταν πάνω σε ένα εργοτάξιο που λειτουργούσε επί 24ώρου βάσεως εδώ και μήνες – καλά τα έλεγαν τα ΜΜΕ για τις ρωγμές κι εκείνη δεν άκουγε τίποτα.
Πλησιάζοντας στη Φωκίωνος, συνειδητοποίησε ότι το έδαφος υποχωρούσε σταδιακά, ενώ το γάργαρο νερό του ποταμού που όλο φούσκωνε τόσα χρόνια κάτω από το βάρος των μπαροταβερνοεστιατορίων είχε αρχίσει να ξεπηδά από τις ρωγμές του πεζοδρόμου.
Ξαφνικά, άκουσε ένα βουητό και τι να δει; Από την Αγίας Ζώνης άρχισαν να στρίβουν ορδές ποντικών που επιτίθονταν σε περαστικούς – ήταν λες και έβλεπε μπροστά της όσα περιέγραφε ο Καμύ στην Πανούκλα του (ίσως ο ίδιος ο Καμύ να αναρωτιόταν από τον άλλο κόσμο αν τελικά είχε υποτιμήσει τη δύναμη της αστικής κατάντιας).
Τα ποντίκια κατέβαιναν κατά κύματα προς την Πατησίων, περνούσαν μπροστά από τα καταστήματα με τα φυσικά κρασιά και τα χειροποίητα κεριά, διέσχιζαν τις αυλές των παλιών σπιτιών και τις κουτσουρεμένες πιλοτές των θεόρατων πολυκατοικιών και εισέβαλλαν στα διαμερίσματα που μέχρι πρότινος φιλοξενούσαν ψηφιακούς νομάδες, οι οποίοι είχαν επιλέξει την Κυψέλη επειδή τους θύμιζε το Βερολίνο πριν γίνει ακριβό, το Παρίσι πριν γίνει απλησίαστο και την Αθήνα πριν γίνει η Αθήνα που γνώριζαν.
Οι ιδιοκτήτες των Airbnb, από την άλλη, παρακολουθούσαν έντρομοι την καταστροφή, καθώς συνειδητοποιούσαν ότι τα χιλιάρικα των ενοικίων δεν θα έμπαιναν στους λογαριασμούς τους στο τέλος του μήνα και πως, για πρώτη φορά στη ζωή τους, ίσως να χρειαζόταν να εργαστούν για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, μια εξέλιξη που οι οικονομολόγοι θα χαρακτήριζαν στο μέλλον ως τη «μεγαλύτερη κοινωνική ανατροπή από την καθιέρωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης».
Λίγο πριν το σχολείο στην πλατεία Κυψέλης, οι παλιές Κυψελιώτισσες είχαν βγει στους δρόμους με τις ρόμπες τους και έβριζαν τους καταστηματάρχες που είχαν φέρει το «τζεντριφικέισιο», οι καταστηματάρχες έβριζαν τον Δήμο γιατί είχαν δοθεί ήδη οι μποναμάδες για τα τραπεζοκαθίσματα, ο Δήμος έβριζε την Περιφέρεια και η Περιφέρεια έβριζε την έλλειψη συντονισμού, ενώ οι μοναδικοί που προσπαθούσαν να βοηθήσουν ήταν οι Πακιστανοί της γειτονιάς, οι οποίοι κουβαλούσαν σακούλες, έπιαναν τις γιαγιάδες από το χέρι και τις οδηγούσαν προς κάποιες ανοιχτωσιές μην τους έρθει κανένα μπαλκόνι στο κεφάλι, την ώρα που οι υπόλοιποι κάτοικοι αναζητούσαν απεγνωσμένα ένα ταξί για τα Βόρεια ή τα Νότια Προάστια ώστε να προλάβουν να σώσουν τα λάπτοπ, τα κατοικίδια και τα υπόλοιπα τελευταία αποδεικτικά της αστικής τους αυθεντικότητας.
«Εσείς φταίτε!» φώναξε μια γιαγιά σε έναν νεαρό με tote bag και μπλούζα που έγραφε Make Kypseli Great Again, ο οποίος είχε μετακομίσει στη γειτονιά πριν από τρία χρόνια. «Εσείς και οι φίλοι σας, που ήρθατε να μας κάνετε τη γειτονιά Νέα Υόρκη!» Εκείνος προσπάθησε να εξηγήσει πως η παρουσία του είχε συμβάλει στην πολυπολιτισμικότητα της περιοχής, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, καθώς ένα μπαλκόνι όντως αποκολλήθηκε από τον τρίτο όροφο και προσγειώθηκε δίπλα του, αναγκάζοντάς τον να αναθεωρήσει τις απόψεις του για την αξία της αυθεντικής αστικής εμπειρίας.
Η Α. συνέχισε να περπατάει, ώσπου έφτασε στο σημείο όπου υποτίθεται ότι θα βρισκόταν η είσοδος του σταθμού του μετρό, αν ο σταθμός είχε ολοκληρωθεί, αν οι εργασίες είχαν προχωρήσει σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και αν η Αθήνα ήταν μια πόλη στην οποία τα έργα υποδομής τελείωναν πριν προλάβουν να γίνουν μέρος της τοπικής μυθολογίας.
Αντί για είσοδο, αντί για κυλιόμενες σκάλες, αντί για τις φωτεινές επιγραφές που θα ανακοίνωναν την άφιξη του επόμενου συρμού, υπήρχε μια τεράστια τρύπα, περιφραγμένη με λαμαρίνες, πίσω από τις οποίες ακούγονταν μεταλλικοί ήχοι και μια υπόκωφη βοή που έμοιαζε να έρχεται από τα έγκατα της γης.
Τότε ήταν που η Α. αντιλήφθηκε την ύβρη: δεν ήταν απλώς ότι το μετρό περνούσε κάτω από την Κυψέλη, αλλά ότι η Κυψέλη είχε κληθεί να θυσιαστεί για ένα έργο που έπρεπε να είχε ήδη ολοκληρωθεί, ένα έργο που είχε καταφέρει να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε επίσημη ενημέρωση από φορείς και λοιπούς. Σκέφτηκε τους ανθρώπους που είχαν ζήσει και πεθάνει σε αυτή τη γειτονιά, τους λογοτεχνικούς ήρωες που είχαν περπατήσει στους δρόμους της, τα παλιά σινεμά, τις πολυκατοικίες που έκρυβαν ολόκληρες ιστορίες, τις αυλές και τα μπαλκόνια, τις παλιές Κυψελιώτισσες που ήξεραν ποιος μένει σε κάθε διαμέρισμα και τους νέους που είχαν έρθει για να ανακαλύψουν μια γειτονιά που σε τίποτα δεν θύμιζε πια τις περιγραφές των free press περιοδικών, όπως εκείνο το – πώς το λέγανε; Α ΝΑΙ! Η πόλη ζει. Αρχίδια ζει, αλλά τέλος πάντων.
Και τότε, καθώς έκανε ένα βήμα προς τα πίσω, το έδαφος υποχώρησε κάτω από τα πόδια της και η Α. έπεσε μέσα στην τρύπα των έργων του μετρό, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη από τα βάθη της γης. Η βόμβα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε θαφτεί εκεί για ογδόντα και πλέον χρόνια και δεν είχε εντοπιστεί παρά τους μήνες των εργασιών, παρά τις εκσκαφές και τις υποτιθέμενες αυτοψίες, αποφάσισε επιτέλους να εκραγεί, σαν να είχε κουραστεί να περιμένει την ολοκλήρωση του σταθμού και να είχε πάρει την κατάσταση στα χέρια της.
Η έκρηξη αυτή ήταν που εξαφάνισε την Κυψέλη από τον χάρτη.
Λίγες ώρες μετά οι ειδήσεις θα μετέδιδαν ότι δεν έπεσαν μόνο μερικά κτίρια ούτε ότι καταστράφηκαν ορισμένοι δρόμοι, αλλά ότι ολόκληρη η γειτονιά βυθίστηκε σε έναν κρατήρα τόσο μεγάλο, ώστε οι πρώτες δορυφορικές εικόνες έκαναν τους επιστήμονες να αναρωτηθούν αν επρόκειτο για κάποιο σφάλμα των χαρτογραφικών συστημάτων.
Όντως όμως, την Κυψέλη άνοιξε η γης και την κατάπιε.
Τουλάχιστον 200.000 άνθρωποι αγνοούνταν, ενώ οι αρχές διευκρίνισαν ότι ο αριθμός ήταν προσωρινός, καθώς δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η καταμέτρηση των κατοίκων, των επισκεπτών, των ενοικιαστών, των βραχυχρόνιων μισθωτών και των τουριστών.
Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος και ανακοίνωσε τη σύσταση επιτροπής διερεύνησης των αιτίων της καταστροφής, η οποία θα παρέδιδε το πόρισμά της σε δεκαοκτώ μήνες, ενώ η εταιρεία του μετρό εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία οι εργασίες στον σταθμό Κυψέλη θα παραμείνουν προσωρινά σε αναστολή μέχρι να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες γεωλογικές και αρχαιολογικές έρευνες.
Η ανακοίνωση προκάλεσε ανακούφιση στους κατοίκους των γύρω περιοχών, οι οποίοι φοβούνταν ότι η καταστροφή θα μπορούσε να επηρεάσει και τα δικά τους σπίτια, αλλά και στους επενδυτές, οι οποίοι άρχισαν αμέσως να εξετάζουν τις δυνατότητες αξιοποίησης του νέου γεωγραφικού σχηματισμού.
Οι διεθνείς αντιδράσεις υπήρξαν άμεσες, με τον Λευκό Οίκο να εκφράζει τη βαθιά του θλίψη και να ανακοινώνει ότι θα κρατούσε ενός λεπτού σιγή, ενώ Κινέζοι και Ισραηλινοί επενδυτές εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση της περιοχής, προτείνοντας τη δημιουργία μιας νέας, βιώσιμης, έξυπνης και απολύτως ασφαλούς Κυψέλης, με πράσινες ταράτσες, υπόγεια πάρκινγκ, ιδιωτικούς κήπους, ελεγχόμενη πρόσβαση και κατοικίες που θα απευθύνονταν σε ανθρώπους οι οποίοι δεν θα είχαν κανέναν λόγο να κυκλοφορούν με τα πόδια.
Η πλατεία Αγίου Γεωργίου θα ονομαζόταν πλέον Saint George Square Residences, η Φωκίωνος Νέγρη θα μετατρεπόταν σε κάτι σαν το Σηκουάνα με μπατό μους, χωρίς όμως τις χρυσές γέφυρες και το σημείο όπου βρισκόταν η είσοδος του σταθμού θα αποτελούσε το κεντρικό τοπόσημο ενός νέου συγκροτήματος κατοικιών, με την ονομασία The Hole.
Οι μόνοι που φαίνεται πως είχαν επιβιώσει από την καταστροφή ήταν οι μεσίτες, γεγονός που προκάλεσε έντονο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα, καθώς κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς είχαν καταφέρει να διασωθούν από μια έκρηξη τέτοιου μεγέθους. Η επικρατέστερη θεωρία υποστήριζε ότι οι μεσίτες δεν βρίσκονταν ποτέ πραγματικά στην Κυψέλη, αλλά σε μια παράλληλη διάσταση, όπου οι φυσικές καταστροφές δεν προκαλούν απώλειες, παρά μόνο νέες ευκαιρίες επένδυσης, ενώ μια δεύτερη θεωρία υποστήριζε ότι είχαν απλώς προλάβει να μετατρέψουν τα γραφεία τους σε Airbnb και να εγκαταλείψουν την περιοχή πριν από την έκρηξη.
Στο μεταξύ, οι αρουραίοι είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν προς τον Πειραιά αναζητώντας άλλα λιμάνια, αλλά και κάτι που άρχισε να παίρνει μυθικές διαστάσεις στην κοινότητά τους. Τον λεγόμενο «μετροπόντικα» (τον άκουσαν όσο δάγκωναν τις σάρκες των Κυψελιωτών πριν την έκρηξη). Κανένα ποντίκι δεν γνώριζε αν υπάρχει όντως ή αν θα έπρεπε να μπουν σε κατάσταση μπεκετικής αναμονής.
Και κάπου εκεί, κάτω από τα ερείπια της πιο πυκνοκατοικημένης γειτονιάς της Ευρώπης, η Α. άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε ένα σκοτεινό τούνελ, στο βάθος του οποίου αναβόσβηνε ένα κόκκινο φωτάκι. Για μια στιγμή πίστεψε ότι είχε επιβιώσει, ότι βρισκόταν ακόμη κάτω από την Κυψέλη και ότι ο μετροπόντικας είχε επιτέλους ολοκληρωθεί, αλλά τότε άκουσε από τα μεγάφωνα μια γνώριμη γυναικεία φωνή να ανακοινώνει πως η λειτουργία του σταθμού δεν ήταν ακόμη δυνατή, καθώς εκκρεμούσαν οι απαραίτητες εγκρίσεις και οι εργασίες θα επανεκκινούσαν μόλις το επέτρεπαν οι συνθήκες.
Η Α. έκλεισε τα μάτια της ξανά, ενώ από κάπου μακριά ακούστηκε η φωνή ενός μεσίτη να της λέει πως, αν ενδιαφερόταν, υπήρχε ένα εξαιρετικό διαμέρισμα στην Πεύκη, με θέα στον κήπο, ιδανικό για όσους αναζητούσαν την ηρεμία μακριά από το κέντρο.
Και τότε η Α. κατάλαβε πως είχε πεθάνει.
Κι αυτή θα ήταν η αιώνια κόλασή της «κεκλεισμένων των θυρών». Σε ένα δάσος στην Πεύκη, εν αναμονή του Γκοντό. Συγγνώμη του Σαρτρ. Αχ ούτε αυτού. Η λήθη είχε αρχίσει ήδη να την καταπίνει…














































































































