Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, υπότροφος του κληροδοτήματος Γεωργίου και Μαρίας Τυρίμου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική του Γλωσσικού μαθήματος, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε Δημοτικά Σχολεία της Κύπρου. Έχει εκδώσει οχτώ ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων, η οποία βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το κρατικό βραβείο Νέου Λογοτέχνη.

Ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, σέρβικα, σλοβένικα, τούρκικα, κινέζικα, κροατικά και δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Συμμετείχε σε διεθνή λογοτεχνικά φεστιβάλ και εκπροσώπησε την Κύπρο, με διήγημά του, στη δράση Flash Europa 28 της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κίνα, σε συνεργασία με τον λογοτεχνικό οργανισμό Bookworm. Τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου με τα βραβεία εις μνήμη της εκπαιδευτικού Πόπης Παπαχριστοφόρου-Κυριακοπούλου και Ανδρέα Καραγιάν εις μνήμη Καρμέλας Καραγιάν. Το 2016 βραβεύτηκε με το δικοινοτικό βραβείο ποίησης από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου. Το 2017 τιμήθηκε με έπαινο από την Ένωση Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου για το έργο του «Ο Μονόλογος της Αριάδνης» το οποίο ανέβασε το 2024 σε τρεις πόλεις της Κύπρου.
Αν η παιδική σας ηλικία ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν αυτό;
Οπωσδήποτε, «Το Γελεκάκι που Φορείς». Μου το τραγουδούσε για χρόνια η γιαγιά μου και το σιγοτραγουδώ κι εγώ μέχρι σήμερα, πολύ συχνά, σαν ένα είδος προσευχής, όταν θέλω να τη φέρω κοντά μου. Τα τραγούδια που αγαπήσαμε παιδιά, μας προσφέρουν ένα πέπλο προστασίας, μια κουβέρτα να ζεσταθούμε και να ξαποστάσουμε. Το ερμήνευσαν υπέροχα Μπέλλου, Μοσχολιού, Χρυσάφη και Κότσιρας. Ανακάλυψα κάποια στιγμή και ένα εξαιρετικό ντουέτο Νάνας Μούσχουρη και Ντέμη Ρούσσου.
Ποιο παιδικό τραγούδι ψιθυρίζετε μέχρι σήμερα;
Πολλά παιδικά τραγούδια ψιθυρίζω, και μάλιστα τα ανανεώνω, καθότι εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια. Το τραγούδι είναι στιγμή χαλάρωσης και χαράς μέσα στη σχολική μέρα. «Το σκουλουκούιν» της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, έχει συνδεθεί με πολλούς μαθητές μου, μα και με τα ανίψια μου. Είναι από τη μια, η μεγάλη μου αγάπη για την Ελευθερία, είναι όμως κι από την άλλη η κυπριακή διάλεκτος, που αγαπώ για την ευρηματικότητα και μουσικότητά της.

Μπορείτε να θυμηθείτε ποιο βινύλιο ή cd αγοράσατε µε το πρώτο σας χαρτζιλίκι;
Βινύλιο δεν ήταν σίγουρα. Τώρα για δίσκο, επειδή άκουγα με τις ώρες Χαρούλα Αλεξίου στην εφηβεία μου, πιθανότατα να ήταν κάποιος δικός της.
Ποιες μουσικές σημάδεψαν την εφηβεία σας;
Λάτρευα και λατρεύω τις γυναικείες φωνές. Χαρούλα Αλεξίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Ελένη Τσαλιγοπούλου, Τάνια Τσανακλίδου, Ηρώ, Δήμητρα Γαλάνη, Μαρινέλα, η Αλίκη μου… Αργότερα προστέθηκαν η Νάνα Μούσχουρη, η Φαραντούρη, η Βενετσάνου, η Νταντωνάκη, η Αρλέτα, η μαγική Σαββίνα Γιαννάτου, η Ανδριάνα Μπάμπαλη, η Μόνικα, η Μαρία Παπαγεωργίου, η Δανάη, και ασφαλώς η Μαρία Κάλλας, με την οποία έχω συνδέσει τη ζωή μου.
Έχετε κάνει μαθήματα μουσικής;
Όχι, δυστυχώς. Δεν υπήρχε η δυνατότητα από την οικογένεια. Πιθανόν να μάθαινα πιάνο κάτω από άλλες συγκυρίες.

Φτιάχνατε κασέτες για φίλους και για να φλερτάρετε ή συνήθως ήσασταν ο αποδέκτης τέτοιων συλλογών;
Κασέτες δεν έφτιαξα, αλλά τραγούδια και έστειλα και έλαβα. Με κάποιους ανθρώπους μας συνδέουν τραγούδια…Δεν θα ξεχάσω ποτέ, τα δάκρυα ενός φίλου στο αμάξι μου, όταν για πρώτη φορά άκουγε Κάλλας, και συγκεκριμένα την άρια «Un bel di vedremo» από τη Madama Butterfly. Τόσο με είχε συγκινήσει η αντίδρασή του, που ένιωσα την ανάγκη να του χαρίσω έναν συλλεκτικό δίσκο της Κάλλας από μια σειρά που είχα φέρει από Αμερική.
Συλλέγατε βινύλια ή cd; Τα έχετε κρατήσει;
Συλλέγω γενικότερα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το μικρόβιο αυτό ή το έχεις ή δεν το έχεις. Συλλέγω ομορφιά, δηλώνω κατά καιρούς. Στα μάτια πολλών, βέβαια, μπορεί και να φαντάζουν από βαρίδια έως σαβούρα. Όπως κι αν έχει, δεν θα μπορούσα να παραλείψω αγαπημένους δίσκους και βινύλια από τις συλλογές μου. Στη συλλογή των βινυλίων της γιαγιάς μου, ήρθα και πρόσθεσα τα δικά μου. Οι δίσκοι κάθονται τακτοποιημένοι τώρα πια σε ένα ξύλινο μπαούλο. Η εποχή του Spotify, χάριν πρακτικότητας, έχει καταργήσει πολλά. Ευτυχώς, ωστόσο, δεν κατάφερε να αντικαταστήσει τη μαγεία της αφής που αφήνει ο καθένας μας στους δίσκους του, την αισθητική του όλου εγχειρήματος κυκλοφορίας ενός δίσκου. Βέβαια μαζί με τους δίσκους και πολλά άλλα θα καταλήξουν στις χωματερές μια μέρα. Έχω πλήρη επίγνωση.
Υπάρχει μια συναυλία που σας έμεινε αξέχαστη; Θυμάστε την παρέα σας εκεί;
Ευτυχώς είναι πολλές και με αλλιώτικες παρέες. Celine Dion στην Αγγλία, Νάνα Μούσχουρη στο πλαίσιο του Happy Birthday Tour της για τα 80 της χρόνια στο Ηρώδειο, Ελευθερία Αρβανιτάκη και πάλι στο Ηρώδειο, όπου ερμήνευσε τα τραγούδια δύο άλμπουμ-σταθμών της προσωπικής της δισκογραφίας: «Τραγούδια για τους μήνες» και «Γρήγορα η ώρα πέρασε», Νένα Βενετσιάνου και Ανδριάνα Μπάμπαλη στο θέατρο της πόλης μου, Τάνια Τσανακλίδου με έναν απίστευτο φωτισμό πριν χρόνια στη Λεμεσό. Ασφαλώς δεν τελειώνουμε εδώ… Καλά να είμαστε να γινόμαστε πιο πλούσιοι μέσα από αυτές τις εμπειρίες.

Αν η εφηβεία σας ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν αυτό;
«Το Τανγκό της Νεφέλης». Εκφράζει για μένα μια βαθύτατη νοσταλγία, για όσα χάνουμε…
Όταν ακούτε μουσική λειτουργεί σαν «χαλί» σ’ αυτό που κάνετε ή δίνετε χρόνο και προσοχή μέσα στη μέρα σας αποκλειστικά για μουσική;
Αυτό εξαρτάται από την ώρα της μέρα και την περίσταση. Γράφω κυρίως με ορχηστρική μουσική, οδηγώ με όλες τις αγαπημένες που ανέφερα πιο πάνω, αλλά, ναι, υπάρχουν οι στιγμές που θέλω να αφιερωθώ σε ένα κομμάτι. Ειδικά όταν αυτό υπάρχει καταγεγραμμένο από κάποια συναυλία ή παράσταση, όπου μπορώ να δω την ερμηνεία στο σύνολό της, το επιδιώκω. Αυτό βέβαια προέκυψε αρχικά ως ανάγκη μέσα από την ακρόαση όπερας, όταν ήθελα να γνωρίσω την Κάλλας. Εκεί η ερμηνεία είναι συνδεδεμένη όσο σε κανένα άλλο είδος με το τραγούδι. Η Κάλλας έφερνε τις λέξεις και τους στίχους, στο πρόσωπο, στα δάχτυλα, στο σώμα της. Ακόμα και όταν έπαιζε μόνο η ορχήστρα κι εκείνη βρισκόταν επί σκηνής, και πάλι ερμήνευε με την κίνησή της, το γέλιο της, τα μαγικά της χέρια. Η Κάλλας με μύησε σε αυτή την ανάγκη να αναζητώ την ερμηνεία, παράλληλα με το τραγούδι. Πώς να μη σε αγγίξουν τα γεμάτα μάτια της Μούσχουρη, όταν ερμηνεύει «Μέρα Μαγιού» το 1984 στο Ηρώδειο, όταν αγγίζει τα μαλλιά της καθώς τα παίρνει ο άνεμος το 1991 στο Καστελόριζο, σε διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι, όταν αποχαιρετά το κοινό της σαν αυτοκράτειρα, με το «Χάρτινο το Φεγγαράκι» το 2008 και πάλι στο Ηρώδειο, με ένα σπαρακτικό λυγμό από συγκίνηση, μετά το τέλος του τραγουδιού και το ακατάπαυστο χειροκρότημα;
Όταν δε η Αρβανιτάκη ερμηνεύει το «Παράπονο» το 1995 στο Θέατρο Βράχων, ντυμένη στα λευκά, με εκείνα τα υπέροχα ανάγλυφα λουλούδια στο φόρεμά της, απόκοσμα όμορφη, σαν ιέρεια, ξεπερνά τον εαυτό της. Όταν τραγουδά εκείνο το εκπληκτικό δίστιχο «Την καρδιά μου, αχ φωτιά μου, όποιος δει/Να του πει να ’ρθει κοντά μου, μην αργεί», ρημάζει η δική μου καρδιά και μεγαλώνει ταυτόχρονα. Εκείνη η ηχώ μετά από τη λέξη μυρτιές, είναι στιγμή θείου. Η Ελευθερία είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη ερμηνεύτρια. Πόσες φορές έχω «ξενιτευτεί» με την ερμηνεία της στην «Έρημο» σε μουσική Haig Yazdjian και στίχο Νίκου Μωραΐτη. Μέλι και βάλσαμο η φωνή της και η παρουσία της στις ζωές μας.

Ενηµερωτικό ή µουσικό ραδιόφωνο; Τι ξεχωρίζετε σήµερα;
Σχεδόν καθόλου ραδιόφωνο, δυστυχώς. Ακούγαμε συστηματικά με τη γιαγιά μου, μα έχω καταλήξει στις μεγάλες μου αγάπες και έτσι προτιμώ να τις ακούω χωρίς παρεμβολές διαφημίσεων ή άστοχων σχολίων. Σίγουρα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις των ραδιοφωνικών παραγωγών, μα δεν υπάρχει ίσως ο χρόνος συντονισμού.
Όταν ακούτε μουσική ψιθυρίζετε τους στίχους; Ποιο ήταν το τελευταίο τραγούδι που το κάνατε;
Σχεδόν πάντα. Στο αυτοκίνητο μόνος, δίνω συναυλίες. Ευτυχώς δεν πληρώνει κανείς γι’ αυτές. Τις προάλλες άκουγα Αρλέτα, «Φώναξέ με». Τι αριστούργημα κι αυτό το τραγούδι, πώς να μη βάλεις τη φωνή σου για λίγο στις λέξεις του; Κάπως έτσι με παρασέρνει πάντοτε το «Χάρτινο το φεγγαράκι», «Θάλασσα Πλατιά», «Ο Ταχυδρόμος πέθανε», και τόσα άλλα που ακούω επανειλημμένα.
Όταν βρίσκεστε µε οικείους σας τραγουδάτε;
Ναι, εννοείται! Σε γλέντια, σε τραπέζια, στο κρεβάτι, στο αμάξι με φίλους.

Μπορείτε να µου αναφέρετε ένα τραγούδι που έχετε συνδέσει µε µία ξεχωριστή στιγμή της ζωής σας;
«Μια αγάπη μικρή». Είναι ένα τραγούδι που γνώρισα με τη φωνή της υπέροχης Τάνιας Τσανακλίδου, ωστόσο εκείνο το βράδυ το ακούγαμε στο ραδιόφωνο από την Ανδριάνα Μπάμπαλη, σε μια εκπληκτική επανεκτέλεσή του. Κάθε του λέξη συντονίστηκε με το είναι μου εκείνη τη στιγμή και ίσως γι’ αυτό το κρατώ σαν φυλαχτό. Επιστρέφαμε από μια υπέροχη συναυλία στη Λευκωσία. Οδηγούσα πλάι σε έναν μεγάλο μου έρωτα, και αναπόφευκτα, ανεκπλήρωτο. Όλα έχουνε γίνει ιστορία, τώρα πια, πιθανόν και ποιήματα… «Όσα ποτέ δεν είπαμε, αυτά δεν λησμονιούνται», κρύβει μεγάλη αλήθεια αυτός ο στίχος. Μετά από χρόνια ήρθε σαν απάντηση γι’ αυτή την αγάπη το τραγούδι «Δε σε είδα» που ερμηνεύει σπαρακτικά η Μαρία Παπαγεωργίου.
Ποια είναι η σχέση σας µε τα νυχτερινά μαγαζιά της Εθνικής; Έχετε πάει; Σας έχουν πάει;
Δεν έχω πάει, ίσως αν ζούσα Αθήνα να πήγαινα με κάποια παρέα για την εμπειρία. Προτιμώ, ωστόσο, τις συναυλίες στα αμφιθέατρα και σε μουσικές σκηνές, χωρίς καπνούς από τσιγάρα και στρίμωγμα.
Όταν βγαίνετε για ποτό ή φαγητό, το είδος της μουσικής που παίζει στο μαγαζί πόσο επηρεάζει την επιλογή σας;
Δεν προτιμώ τα εστιατόρια με ζωντανή μουσική. Προτιμώ να συζητώ κατά την ώρα του φαγητού. Για ποτό ανέχομαι όλα τα είδη, εκτός από ροκ.

Κάνατε δώρα βινύλια ή cd; Το κάνετε ακόµα;
Η αλήθεια είναι πως δεν έτυχε να κάνω, αλλά ένα από τα πιο σημαντικά δώρα που έλαβα ποτέ μου, είναι από έναν αγαπημένο φίλο ζωγράφο και είναι ένα βινύλιο της Κάλλας που ερμηνεύει Νόρμα, ηχογράφηση από τη Σκάλα του Μιλάνου.
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συνθέτες και στιχουργοί;
Έχουμε τεράστιο πλούτο στην ελληνική μουσική… Ασφαλώς οι εθνικοί μας, ο Μέγας Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης. Στον Χατζιδάκι έχω ιδιαίτερη αδυναμία. Αττίκ, Ελένη Καραΐνδρου, Ευανθία Ρεμπούτσικα, Στέφανος Κορκολής, Μανος Λοίζος, Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Ξυδάκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Σταμάτης Κραουνάκης, Μάριος Τόκας, Κώστας Κακογιάννης, είναι όλοι αγαπημένοι και εκλεκτοί. Κι από τους στιχουργούς ο Νίκος Γκάτσος, η Λίνα Νικολακοπούλου, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Μιχάλης Γκανάς, ο Μάνος Ελευθερίου, η Λήδα Ρουμάνη. Ασφαλώς και οι δύο κατηγορίες δεν σταματάνε εδώ.
Ξεχωρίζετε κάποιον ερµηνευτή; Υπάρχει κάποια φωνή που σας συγκινεί διαχρονικά;
Όπως ανέφερα και πριν λατρεύω κυρίως γυναικείες φωνές, όμως δεν μπορώ να παραλείψω από τα αγαπημένα μου ακούσματα τον Γιώργο Νταλάρα, τον Γιάννη Κότσιρα, τον Μίλτο Πασχαλίδη, τον Αλκίνοο και τον πολύ νέο και υπερταλαντούχο, Παναγιώτη Λάμπουρα. Ωστόσο, μια φωνή που γράφεται μέσα μου όλες τις ώρες και μέρες πέραν από αυτή της Κάλλας, για την οποία βέβαια μιλάμε για μια άλλη διάσταση σχέσης, είναι αυτή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Την έχω στην καρδιά μου ως τη νεράιδα του ελληνικού τραγουδιού, οπότε και νεράιδα όλων όσοι αγαπήσαμε τα τραγούδια της. Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα στη Λάρνακα. Είχα πάρει ειδικά άδεια από τη μονάδα μου στον στρατό εκείνο το βράδυ, για να βρεθώ στη συναυλία της. Βγήκε τόσο αέρινη, τόσο δωρική και ιωνική ταυτόχρονα, ντυμένη στα λευκά και με εκείνα τα υπέροχα μαλλιά της λυμένα στους ώμους της, που πάντα βλέπω και θέλω να τα αγγίξω, και μας μάγεψε όλο το βράδυ. Λες κι ο αέρας φιλούσε τα μαλλιά και τα ρούχα της, λες και η κίνηση από τα ασημένια της βραχιόλια ήταν μέρος της παράστασης, κι έπειτα εκείνο το ντέφι, πόση χάρη, πόση λεπτότητα, πόση χαρά. Από τότε, κάθε καλοκαίρι, σε όποια πόλη κι αν ερχόταν ήμουν εκεί και αργότερα στην Αθήνα με όποια ευκαιρία έβρισκα.

Αν το παρόν σας ήταν τραγούδι, ποιο θα ήταν αυτό;
«Ήσουν παιδί σαν το Χριστό». Τόσο η Βενετσάνου, όσο και η Αρλέτα το ερμήνευσαν υπέροχα. Αυτό το τραγούδι είναι μια υπενθύμιση για την ευγνωμοσύνη που πρέπει να έχουμε γι’ αυτούς που συνοδοιπορούν μαζί μας.
Όταν σκέφτεστε ένα τραγούδι έχετε στο μυαλό σας πρώτα τη μελωδία ή τον στίχο;
Πιστεύω πρώτα τη μελωδία. Γι’ αυτό άλλωστε παιδεύουμε το μυαλό μας συχνά να θυμηθούμε τους στίχους, ενώ η μελωδία είναι ήδη γραμμένη μέσα μας.
Σας κοίµιζε µε νανουρίσµατα η µητέρα σας; Το έχετε κάνει εσείς ποτέ; (σε παιδιά, σε ανίψια.)
Τι ευαίσθητη και όμορφη ερώτηση! Όχι, δεν θυμάμαι να το έκανε, αλλά δεν την κακίζω, τουναντίον! Η τρυφερότητα θέλει χρόνο. Κάποια στιγμή ο χρόνος παρουσίας της μητέρας μου στο σπίτι, περιοριζόταν σχεδόν καθαρά στον χρόνο του ύπνου της. Έκανε τρεις δουλειές για να μας μεγαλώσει και για να αντιμετωπίσει διάφορες αντιξοότητες, κι αυτό είναι αξιοθαύμαστο… Τη θυμάμαι πάντα ωστόσο, να μας φιλά και τους τρεις πριν το ύπνο και να μας τρίβει την πλάτη με μέντα τον χειμώνα, για να προλάβει κάποιο κρυολόγημα. Εγώ πάλι, που βίωσα την πατρότητα μέσα από τα ανίψια μου, νανούριζα τη
μικρή μου Μαρίνα με το αγαπημένο «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν».
Συμπληρώστε µου τη φράση: Μια µέρα χωρίς µουσική είναι…
Είναι μια μέρα έξω από το θαύμα. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω και να δεχτώ, πως μετά τον θάνατό μας, δεν ακούμε πια μουσική.


















































































































