Πάω εκεί που πατώνω, φοράω ένα αποκαλυπτικό µαγιό στο µπούστο και µε χάρη µπαίνω σιγά σιγά και άκρως φοβισµένη στο νερό!
Οι προσπάθειες να µάθω κολύµπι, κατέληξαν άκαρπες, η πρώτη απόπειρα µάλιστα, στις πλάτες του µπαµπά, µάλλον τραυµατική…
«Έλα, βρε, ανέβα!», µου είπε, κι εγώ πιάστηκα από τον λαιµό του –ήµουν δεν ήµουν έξι– και τυλίχτηκα σαν φίδι πάνω του, «µην µε αφήσεις, όµως, εντάξει;» του είπα.
Και µε άφησε!!! Μπλουµ. Και κάπου εκεί, τέλειωσαν ή αρχίσαν όλα…
Καµιά πλάτη δεν βρέθηκε να ακουµπήσω, να εµπιστευτώ ξανά, κι έτσι αποφάσισα πως µπορεί να µη µάθω να κολυµπάω, αλλά στη ζωή όφειλα από κόντρα και µια τσαλακωµένη αξιοπρέπεια, να πηγαίνω µόνο στα βαθιά!
Και πήγαινα, ουουουου, µε το κεφάλι µε πατητές µε µακροβούτια, χωρίς δεύτερη σκέψη και ίχνος αγωνίας… Στην παραλία είχα όµως πάντα την καλύτερη θέση στην ξαπλώστρα – η αδυναµία, βλέπεις, δαγκώνεται από µια κάποια αισθητική, σαν να της χρωστάει κι έτσι µου ανταπέδιδα µε στιλ, νάζι κι άλλα τέτοια. Τεχνικές που καπελώνουν µε τσιγάρο, βιβλίο και µπλαζέ ύφος τη µέθοδο (Μοντεσόρι) του µπαµπά που µε έκαψε ανεπιστρεπτί.
Αν αγαπώ τη θάλασσα; Μου αρέσει να την κοιτάζω, το χειµώνα περισσότερο, τότε που έχω τη δικαιολογία να µην µπω µέσα της κι έτσι µπαίνει αυτή σε µένα, µε κατακτά, σαν ένα παθιασµένο αλισβερίσι, που χάσκει πεινασµένο.
Αν µου έµεινε απωθηµένο; Νοµίζω ναι, αλλά µε τον καιρό µε βοήθησε να δω περισσότερο τα κύµατα, να περιµένω το σωστό, να τα µελετάω όπως το βλέµµα κάποιου που λαχταράς, αλλά ένας φόβος σε κρατάει στην άκρη.
Αν µου αρέσει το καλοκαίρι; Αµέ! Οι νύχτες όταν µυρίζουν νυχτολούλουδο, η παραλία όταν είναι άδεια και ξηµερώνει, τα τριζόνια, που είναι σόι των λογισµών µου και φλυαρούµε στη δική µας διάλεκτο…
Βρίσκω τα πιτσιρίκια, λοιπόν, µε τα µπρατσάκια στα ρηχά και πάω κοντά, τα προσέχω τάχα (το τέλειο καµουφλάζ) κι έτσι πιάνουµε κουβέντα, τα συµβουλεύω µάλιστα να προσέχουν κι αυτά µε υπακούν και µου χαµογελάνε. Μέχρι τη στιγµή που µε αυθεντική απορία και µετά από κάµποση ώρα που πλατσουρίζουν δίπλα µου, µε πυροβολούν µε την ερώτηση του εκατοµµυρίου: «Κυρία, δεν ξέρετε µπάνιο;»
Εκεί πέφτει το χειροκρότηµα, είναι η στιγµή που ζω τις απόλυτες διακοπές µου και τους ψιθυρίζω: «Όχι δεν ξέρω, αλλά είναι µυστικό, να µείνει µεταξύ µας»!















































































































