Είχα ένα σπιτάκι στο Μαρούσι, μη φανταστείς τίποτα ζαχαρωτά και στυλιζαρισμένα, ίσα ίσα να χώραγε τις ανάσες μου και ενίοτε τα αχ και βαχ μου. Σε αυτό το τελευταίο θα σταθούμε, γιατί είχα και έναν καναπέ, κουκουλωμένο με ριχτάρι μπεζ, αυτός λοιπόν ήταν το μαύρο κουτί των αναστεναγμών μου, ο αυτόματος μεταφραστής, ο διερμηνέας μου, που σε μια πρώτη ανάγνωση, ψιθύριζε αν το ποθούμενο άξιζε τον κόπο…
Το τεστ του καναπέ, ήταν αδιάβλητο· οι άνδρες που χρόνια περνούσαν την πόρτα μου, αγνοούσαν την ηλεκτρική καρέκλα που υπέθαλπε.
Τους είχε χωρίσει σε κατηγορίες, αλλά πάντα με αλάνθαστο κριτήριο, δεν πήγαιναν κουβά οι προβλέψεις του…
Πρώτα τους καλωσόριζε αυτός – εγώ δεν ήμουν η ράτσα της καλοσυνάτης οικοδέσποινας. Καραδοκούσα τας εξελίξεις με μια κρυφή ελπιδούλα που με το ζόρι κρατιόταν, στην μπανέλα του σουτιέν μου…
Αφού λοιπόν τους άφηνε να κάτσουν πάνω του, να βολευτούν κατά το δοκούν, τους έπιανε στον ύπνο. Να, ήταν κι αυτοί που κυριολεκτικά έπαιρναν έναν υπνάκο πάνω του, παχύ και αδιάφορο, όσο το κινητό τους ήταν στο αθόρυβο και γεμάτο από αναπάντητες – κάποιας γυναίκας, που δεν με ενδιέφερε η αγωνία ή η ταυτότητά της.
Αυτοί ήταν η κατηγορία των «μέχρι εκεί», δεν πέρναγαν στα ενδότερα, σαν να έθεταν όρια με την ξαπλωμένη αρίδα τους επί του καναπέως. Ήταν παντρεμένοι ή μη, χέστες ουσιαστικά, που χωρούσαν όλη την αρρενωπότητα τους στον τριθέσιο καναπέ και στο σώβρακο που θα τους έπλενε έπειτα η «καλή κυρία» των αναπάντητων κλήσεων…
Οι κύριοι «ξεπέτες» λοιπόν, ήταν η λίστα των δειλών, αυτών που ανέκαθεν τα φύλαγαν και πάντα τους έφτυναν στην ώρα της ξελευτερίας!
Υπήρχαν βέβαια και οι άλλοι, αυτοί που προσδοκούσαν να τους τηγανίσω ένα αυγουλάκι, να τους χορέψω ως Σαλώμη κάποιο θελκτικό χορό και να χρεώσουν την ανικανότητα τους, στο μπεζ ριχτάρι μου που γλίστραγε, και όχι στο μπλε χαπάκι που προφανώς δεν είχαν προβλέψει να πάρουν το πρωί με τον καφέ τους… Αυτούς τους λυπόμουν μπορώ να σας πω, είχα μια ανακατωσούρα στο στομάχι βέβαια, αλλά με την έξοδό τους και ένα αντιόξινο μου πέρναγε…
«Το έχεις πολύ καθαρό το σπιτάκι σου», μου διατυπώνει ο τυπάκος, που δυστυχώς πέρασε επιτυχώς το τεστ και έτσι κοιτάζω το κινητό μου τις νύχτες και πασχίζω να μη γίνω «η κυρία των αναπάντητων»…
«Αλήθεια;» ρωτάω, όσο ψάχνω κάτι για να ξενερώσω.
«Το είδα στις κάλτσες μου!» απαντάει με το πιο χαζό ύφος που θα μπορούσα να εξασφαλίσω.
Και ενώ το βλέπω, περνάμε στα ενδότερα όσο κοιτάζω λοξά τον δωσίλογο καναπέ μου, και του βγάζω τις κάλτσες που δεν λέρωσε….














































































































