Με αφορμή την παράσταση «Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;», που παρουσιάζεται στο Θέατρο Φούρνος από τις 8 Μαΐου 2025 για οκτώ μόνο παραστάσεις, συνομιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Δαμιανό Κωνσταντινίδη και την ηθοποιό Δέσποινα Σαραφείδου. Το έργο, βασισμένο σε πέντε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, υφαίνει έναν κόσμο από μοναχικά, πληγωμένα πρόσωπα που αναζητούν παρηγοριά, αγάπη, ή απλώς έναν τόπο ν’ ακουμπήσουν. Μέσα από τη θεατρική μεταφορά αυτού του λογοτεχνικού υλικού, προτείνουν μια χειροποίητη, βαθιά συγκινητική θεατρική εμπειρία, όπου η γλώσσα αποκτά σάρκα και η ψυχή των ηρώων πάλλεται επί σκηνής. Στη συζήτησή μας, οι δύο συντελεστές μοιράζονται τη διαδρομή αυτής της παράστασης, τις προκλήσεις και την προσωπική τους σύνδεση με τον λόγο του Δημητρίου.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα να ανεβάσετε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου στη σκηνή;
Δ.Κ. Ξαφνικά, όπως όλες οι ιδέες.
Δ.Σ. Την είχα ανέκαθεν την πετριά με τον Σωτήρη Δημητρίου – απ’ όταν πρωτοδιάβασα το Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη. Ο λόγος του αντηχούσε μέσα μου, με δονούσε σωματικά. Ήταν επιθυμία μου βαθιά μέσα στα χρόνια να μιλήσω τα λόγια του στη σκηνή. Όταν γνωριστήκαμε, μου εξέφρασε κι εκείνος την επιθυμία για μια ενδεχόμενη σκηνική μεταποίηση των κειμένων του. Κάποια στιγμή χρησιμοποίησα τα διηγήματά του διδάσκοντας σ’ ένα εργαστήριο (το Twixtlab) τρόπους μεταφοράς του πεζού λόγου στο θέατρο – μάλιστα ο Σωτήρης παρακολούθησε το εγχείρημα αυτό σε όλη την πορεία του, όπως και τώρα στάθηκε πλάι μας στη διαδικασία προετοιμασίας της παράστασης. Και το πλήρωμα του χρόνου ήρθε όταν ανακαλύψαμε με τον Δαμιανό την κοινή μας αγάπη για τα διηγήματά του, όπως και για τους πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, που μας πρόσφεραν έμπνευση για τη σκηνική απόδοσή τους.
Τι σας συγκινεί περισσότερο στη γλώσσα και στους ήρωες του Δημητρίου;
Δ.Κ. Η «ανθρωπινότητά» τους. Ο πόνος τους. Που με κάνει να σκέφτομαι, αν και δεν υπάρχει φανερή ομοιότητα, τον Παπαδιαμάντη. Άλλωστε συχνά στις ιστορίες του Δημητρίου, όπως και σε εκείνες του Παπαδιαμάντη, υπάρχουν παιδιά που πάσχουν και που πεθαίνουν. Όπως υπάρχει και το θέμα της κακοποίησης της γυναίκας από τον σύζυγο και την οικογένειά του (βλέπε, π.χ., Το χριστόψωμο και Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη). Αλλά είναι και η γλώσσα. Και στους δύο αυτούς συγγραφείς, ανακαλύπτω, πέρα από κάποια κοινά «γυρίσματα» φράσεων, μια δραματική, δηλαδή καθαρά θεατρική, ένταση στην ίδια τη γλώσσα και όχι μόνο στο ιστορημένο γεγονός. Είναι μια γλώσσα με γερές ρίζες στη γη και στην καρδιά, που ανακαλεί βιώματα και προσκαλεί σε μια βιωματική απόδοσή της.
Δ.Σ. Οι λέξεις του Δημητρίου είναι καρφιά, τόσο ακριβείς, στέρεες, πλήρεις. Και ταυτόχρονα τόσο καρδιακές, εύχυμες. Ευωδιάζουν βροχή και αγριολούλουδο. Σε γδέρνουν, σε ματώνουν, σε χαϊδεύουν. Αδύνατο να τις λησμονήσεις. Η γλώσσα του κουβαλά τη γλωσσική μας ιστορία, ξαναγεννάει το Σολωμό, πλάθοντας το δικό της αναγνωρίσιμο ύφος. Τι να πω για τους ήρωές του; Μοναχικοί, τραυματισμένοι, ακυβέρνητοι, παλεύουν για μια στιγμή γαλήνης, ελευθερίας, βρίσκουν ενίοτε τη δύναμη να χαμογελούν, να προσφέρουν ένα χέρι, ένα βλέμμα καλοσύνης. Η βασανισμένη σάρκα τους, ο πόνος, η τρέλα τους είναι απτά, δικά μας. Το βάρος που κουβαλούν κατοικεί μέσα μας, ανακαλεί το ίδιο οικείο κακό, το άγχος της ύπαρξης, την ίδια ανάγκη για παρηγοριά, την ίδια λαχτάρα της αγάπης.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη θεατρική μεταφορά αυτών των ιστοριών;
Δ.Κ. Πρώτα απ’ όλα ο λογοτεχνικός χαρακτήρας τους, αλλά είχα αντιμετωπίσει και στο παρελθόν ανάλογες προκλήσεις: ανέβασα διάφορα διηγήματα του Παπαδιαμάντη καθώς και τη Φόνισσά του, τη Νέκυια του Ομήρου, την ποιητική συλλογή Νεκρόδειπνος του Σινόπουλου, επίσης κείμενα δοκιμιακού ή φιλοσοφικού χαρακτήρα (π.χ. δύο κείμενα αισθητικής του Ζενέ για τον Ρέμπραντ, ένα δοκίμιο του Αρμάν Ρομπέν για τη χρήση της γλώσσας στη σταλινική προπαγάνδα, το ιστορικό δοκίμιο Λούνα της Ρίκας Μπενβενίστε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι επιζήσαντες από το Ολοκαύτωμα εβραίοι Θεσσαλονικείς, όταν επέστρεψαν στην πόλη τους, την «Προς Μενοικέα» φιλοσοφική επιστολή του Επίκουρου, κ.ά.).
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θεατρικής χρήσης μη θεατρικού κειμένου, ελλοχεύουν δύο τουλάχιστον κίνδυνοι: από τη μια, ο κίνδυνος η παράσταση να γίνει αναλόγιο, να θυμίζει λογοτεχνικό βραδινό, η πλήξη που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει στους θεατές. Από την άλλη, ο κίνδυνος η αναζήτηση μιας όποιας θεατρικότητας να αποβεί σε βάρος ακριβώς αυτού του λογοτεχνικού ή δοκιμιακού χαρακτήρα, και, στην περίπτωση του Δημητρίου, σε βάρος της μεγάλης απλότητας και αλήθειας που χαρακτηρίζει τη γραφή του.
Η άλλη πρόκληση, ίσως μεγαλύτερη από την προηγούμενη, ήταν το ότι μία μόνον ηθοποιός θα ερμήνευε και τα πέντε αυτά αφηγήματα. Στην αρχή σκεφτόμουν ότι χρειάζεται και ένας άντρας ηθοποιός, μια που, στα επιλεγμένα διηγήματα, υπάρχουν και αντρικοί χαρακτήρες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, πολλές φορές ισάξιο με εκείνο των γυναικών, όπως συμβαίνει στο τρίτο διήγημα (Η φλέβα του λαιμού) και στο τέταρτο (Γλύκα στο στόμα), ενώ στο πέμπτο (Κάι, κάι, Θεούλη μου), αν εξαιρέσουμε μια γάτα, κυριαρχεί εντελώς το αντρικό στοιχείο. Πώς μία μόνον ηθοποιός θα έκανε και την αφήγηση και τα διαφορετικά πρόσωπα, γυναικεία και αντρικά, ή τα ζώα, που παρελαύνουν σ’ αυτές τις ιστορίες, χωρίς να μπερδεύεται και να μας μπερδεύει και χωρίς να μας κάνει να βαρεθούμε;
Τύχη μεγάλη, η Δέσποινα Σαραφείδου, η «συνεμπνεύστρια» αυτού του εγχειρήματος, η οποία επωμίζεται μόνη της το φορτίο των πέντε συνταρακτικών ιστοριών του Δημητρίου και των όχι λιγότερο συνταρακτικών ηρώων τους, διαθέτει και ιδιαίτερη ευαισθησία και μεγάλη ακρίβεια και μεταμορφωτική ικανότητα αξιοζήλευτη, ώστε και οι κίνδυνοι που επισήμανα πιο πάνω να αποφεύγονται αλλά και να επιτυγχάνεται η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αφήγηση και την υπόδυση, στον έλεγχο και το χάσιμο, που ήθελα για αυτήν την παράσταση.
Δ.Σ. Η μεταφορά του πεζού λόγου στη σκηνή είναι δύσκολο εγχείρημα, καθώς, από την πλευρά του ηθοποιού, απαιτείται μια συνεχής ακροβασία ανάμεσα στο αφηγούμαι μια ιστορία και παίζω ένα ρόλο. Χρειάζεται ετοιμότητα, εγρήγορση και χαλάρωση μαζί, ευελιξία και ταχύτητα εναλλαγής για τις μεταβάσεις αυτές σε κάθε διήγημα, αλλά και στα περάσματα από το ένα στο άλλο. Πρόκειται εδώ για πέντε μονόλογους συν έναν, αυτόν δηλαδή που τα συνέχει όλα σε μια ενιαία ερμηνεία, παρά το ιδαίτερο ύφος κάθε ιστορίας. Ο ίδιος ο λόγος του Σωτήρη Δημητρίου ήταν το μεγάλο στοίχημα, η απόδοση της εξαιρετικής, δωρικής πύκνωσής του με μια ανάλογα ισχυρή σκηνική μορφή. Ευτύχημα για μένα ήταν που σ’ αυτή την περιπέτεια συνεργάστηκα με τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη. Η δουλειά του με τον ηθοποιό έχει την ακρίβεια του χειρουργού, την τρέλα και την ελευθερία του παιχνιδιού.

Υπάρχει κάποια από τις πέντε ιστορίες που σας έχει «στοιχειώσει» περισσότερο προσωπικά;
Δ.Κ. Οι τέσσερεις από τις πέντε επιλεγμένες ιστορίες είναι ιστορίες που μπορούν να «στοιχειώσουν» τους αναγνώστες και τους θεατές τους εξαιτίας των σκληρών όψεων της ζωής που αντανακλούν και δεν παρέλειψαν να «στοιχειώσουν» και εμένα. Η πιο άγρια -αλλά όλες διεκδικούν ένα είδος αγριότητας, ακόμη και εκείνη που φαίνεται να έχει ένα αίσιο τέλος (Γλύκα στο στόμα)-, η πιο ανατριχιαστική, η πιο σπαρακτική είναι για μένα η τελευταία (Κάι, κάι, Θεούλη μου), όπου παρακολουθούμε τη βάναυση κακοποίηση ζώων από έναν κληρούχο του πολεμικού ναυτικού και η οποία κλείνει με την προσευχή-ικεσία ενός χτυπημένου μέχρι θανάτου σκύλου σε έναν -ανελέητο;- θεό. Συγκινούμαι όμως εξ ίσου με τα Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη, Βαλέρια, Η Φλέβα του λαιμού, ενώ το Γλύκα στο στόμα με κάνει να χαμογελάω και να γλυκαίνομαι, χάρη στο χιούμορ του, στην υπερίσχυση της ζωής έναντι του θανάτου, στο αίσιο τέλος του, ακόμη κι αν αυτό προϋποθέτει τη βεβήλωση της μνήμης ενός νεκρού.
Δ.Σ. Και οι πέντε ιστορίες έχουν τη δύναμη να «στοιχειώσουν» αναγνώστες, ακροατές και θεατές. Προσωπικά, κουβαλάω μέσα μου πάρα πολλά από τα κείμενα της εξαιρετικά πλούσιας παραγωγής του Σωτήρη Δημητρίου. Η βαθιά συγκινητική ανθρωπινότητα που διακρίνει τη γραφή του είναι παντού παρούσα. Για να χωρέσουμε σε μια ώρα πέντε διηγήματα, επιλέξαμε τις συγκεκριμένες ιστορίες περισσότερο με το ένστικτο του αναγνώστη που έσπασε η καρδιά του διαβάζοντάς τες. Κι αν πρέπει να ξεχωρίσω μία ανάμεσά τους, θα έλεγα κι εγώ πως για μένα η πιο σπαραχτική είναι το Κάι, κάι, θεούλη μου. Όχι μόνο για τη βαναυσότητα του ανθρώπου, για την τρυφερότητα του σκύλου, αλλά γιατί στο τέλος συναδελφώνει, με λόγια απλά, ταπεινά, όλα τα πλάσματα του κόσμου, γίνεται μια αλληγορία της κοινής μας μοίρας στον πόνο της ζωής.
Ποια είναι η θέση της τρυφερότητας μέσα σε ένα τόσο ωμό και σκληρό θεματικό υλικό;
Δ.Κ. Αν εννοείτε την τρυφερότητα ή, εν γένει, όποιο θετικό συναίσθημα μπορεί να υπάρξει ανάμεσα στα πρόσωπα των συγκεκριμένων διηγημάτων του Δημητρίου, τότε έχουμε τις εξής περιπτώσεις: την αγάπη της αρβανίτισσας μάνας για το (άρρωστο διανοητικά) παιδί της στο Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη· εκείνη της αστής μάνας για την (άρρωστη διανοητικά) κόρη της στο Η Φλέβα του λαιμού· το φευγαλέο αίσθημα θαλπωρής που νιώθει ο (διανοητικά άρρωστος) γιος της πόρνης στην αγκαλιά του πελάτη όπου τον σπρώχνει η ίδια η μάνα του στο Βαλέρια· τη λατρεία της αστής γυναίκας για τον πεθαμένο άντρα της στο Γλύκα στο στόμα· τη λύπηση του σκύλου για τη γάτα και τη διάθεσή του να την προστατέψει από τα χτυπήματα του σαδιστή ναύτη στο Κάι, κάι, Θεούλη μου.
Αν εννοείτε την τρυφερότητα ή όποιο άλλο θετικό συναίσθημα μπορεί να δείξει ο συγγραφέας για τα πρόσωπά του, τότε ας μου επιτραπεί να σημειώσω το εξής: σαφώς πρόκειται για έναν συγγραφέα που δεν έχει αυταπάτες ως προς τα ανθρώπινα και που δείχνει τη σκληρή πλευρά της ζωής· που προφανώς συμπονά και συντάσσεται με τους αναξιοπαθούντες και τους αδύναμους και καταδικάζει τους θύτες, όπως και οι αναγνώστες του και κατ’ επέκταση οι θεατές της παράστασης· που μπορεί να βουτάει τους ήρωές του στον πιο σκοτεινό και βρόμικο βούρκο και να τους οδηγεί στη συντριβή, αλλά που ακριβώς εκείνη τη στιγμή τους προσφέρει μια στιγμή μεγαλείου και λύτρωσης. Έτσι, για παράδειγμα, τη στιγμή που θάβει τον γιο της η αρβανίτισσα μάνα του μιλάει στη γλώσσα της, όπως δεν του είχε μιλήσει ποτέ άλλοτε γιατί της το απαγόρευαν, αναβλύζουν από μέσα της εικόνες της φύσης της πατρίδας της, λέξεις που για χρόνια είχε καταπιεί, νιώθει να ξαναζεί και το κορμί της να λύνεται, απελευθερώνεται. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην πόρνη του δεύτερου διηγήματος: τη στιγμή που ο γιος της σκοτώνεται χτυπημένος από φορτηγό, ακούει από τις ανοιχτές πόρτες του μοιραίου αυτοκινήτου «ήχο από βαρύ και λαγγερό κλαρίνο» που ανακαλεί μέσα της εικόνες, φωνές, τραγούδια της Ηπείρου, της πατρίδας της, επανασυνδέεται στιγμιαία με τις ρίζες της, το παρελθόν της, πράγμα που λειτουργεί λυτρωτικά, (ξανα)γίνεται κατά κάποιον τρόπο «άνθρωπος», αν και για πολύ λίγο.
Δ.Σ. Ο Δαμιανός κατέγραψε πολύ παραστατικά την παρουσία της τρυφερότητας ανάμεσα στα πρόσωπα των διηγημάτων. Ας πω δυο λόγια και για την τρυφερότητα της ίδιας της γλώσσας και της ματιάς του Δημητρίου, που αναβλύζει και στις πιο σκληρές διατυπώσεις, στις βρισιές, στις πιο φρικτά αμήχανες καταστάσεις που περιγράφει. Όταν η οικογένεια κακοποιεί την Αρβανίτισσα νύφη, όταν η πουτάνα ξεπουλάει το παιδί της στη Συγγρού, όταν η μάνα παρακαλεί τον εραστή της να χαρίσει ένα χάδι στην άρρωστη κόρη της, όταν ο ερωτευμένος νεκροθάφτης παρακινεί την ερωμένη του να βεβηλώσει τη μνήμη του νεκρού άντρα της, όταν ο αμίλητος ναύτης βασανίζει τα ζώα, το βλέμμα του Σωτήρη ξεγυμνώνει τη μοναξιά του θύτη, αγκαλιάζοντας την απόγνωση του θύματος, χαρίζοντάς του μια στιγμή κάθαρσης, λύτρωσης και ελευθερίας.
Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό είναι έτοιμο να ακούσει αυτές τις «δύσκολες» ιστορίες; Πώς έχει αντιδράσει το κοινό μέχρι σήμερα;
Δ.Κ. Το ελληνικό κοινό ακούει και βλέπει καθημερινά ιστορίες πολύ χειρότερες -και δη πραγματικές- στην τηλεόραση. Πιο φρικτές ακόμη είναι εκείνες που εμπεριέχονται στους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Δεν είδα όμως μέχρι στιγμής να αδειάζει η Επίδαυρος. Όσο για τις αντιδράσεις των δικών μας πρώτων θεατών, ήταν πολύ θετικές απέναντι στην παράσταση και στους συντελεστές της, γιατί αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μια πολύ καλή θεατρική πρόταση, και σαφώς συγκλονίζονται από τα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου, όπως και εμείς που τα ανεβάζουμε.
Δ.Σ. Η πραγματικότητα του κόσμου μας στον εικοστό πρώτο αιώνα εξακολουθεί να είναι γεμάτη αγριότητα και απανθρωπιά. Ακόμα και μικρή επαφή να έχει κανείς με τα μέσα ενημέρωσης, νιώθει συχνά φρίκη, αηδία, αποτροπιασμό, μόνο βλέποντας, ακούγοντας, διαβάζοντας τη ροή των ειδήσεων. Οι δύσκολες ιστορίες του Δημητρίου αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, και τη σκοτεινή πλευρά των ανθρωπίνων. Δε νομίζω πως το κοινό έρχεται να τις δει και να τις ακούσει σαν κάτι πρωτόγνωρο. Βέβαια, είναι διαφορετική η εξοικείωση με τη βία όταν περνάει μπροστά μας σε μια οθόνη και άλλη η εντύπωση που προκαλείται σε μια σκηνή θεάτρου. Οι θεατές μας μέχρι τώρα έχουν πολύ θετική ανταπόκριση στην παράσταση, κατά κάποιον τρόπο συντονίζονται με τον λόγο του Δημητρίου, και με τη δική μας, ειλικρινή, όσο μπορέσαμε πιο λιτή, παρουσίασή του.

Ποια είναι η θέση της τέχνης σε μια κοινωνία ρημαγμένη, όπως αυτή που περιγράφει ο Δημητρίου;
Δ.Κ. Δηλώνω αδυναμία να προσδιορίσω με ακρίβεια τη θέση της τέχνης στην όποια κοινωνία, ρημαγμένη ή μη. Πάντως, ο ρόλος της είναι πολλαπλός, όπως και σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνία, και πάντα εξαρτώμενος από εκείνον που την διαπράττει, την θεάται, ή την χρησιμοποιεί. Είναι μια μαρτυρία ύπαρξης και συνέχειας του είδους, ένας καθρέφτης, μια διαμαρτυρία, αντίσταση, ή επίθεση, συμφιλίωση, ή συμβιβασμός, μέσον προπαγάνδας, καταναλωτικό αγαθό, μήνυμα ριγμένο στη θάλασσα του χρόνου για όσους ζουν τώρα, για αυτούς που θα ’ρθουν μετά, έκκληση για βοήθεια ή σήμα κινδύνου, πολυτέλεια, περίττωμα, αλλά και παρηγοριά και αποκούμπι, διασκέδαση και ψυχαγωγία, μέσον εξανθρωπισμού…
Δ.Σ. Δεν ξέρω ποια είναι η θέση της τέχνης στη συγκυρία του «ύστερου καπιταλισμού», αν έχει επιδραστικότητα, όπως λέγεται σήμερα, αν αποτελεί σκέτα εμπορευματικό προϊόν, αν εξαρτάται απολύτως από μηχανισμούς προώθησης, αν έχει τη δύναμη να αποτρέψει έναν πόλεμο, ή να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους στην καθημερινότητά μας. Είναι όμως πάντα μια πολλαπλή αντανάκλαση του τι βιώνουμε, και ειδικά ως προς το θέατρο είναι μια, έστω κατά συνθήκη, έστω διαθλασμένη, συλλογική εμπειρία – θέλω επομένως να πιστεύω πως έχει κάποια δυνατότητα να μας κινητοποιήσει, να μας εξεγείρει, να μας πονέσει, να μας γλυκάνει, να απαλύνει λιγάκι την αγωνία της ύπαρξης.















































































































