Στην παράσταση «Τα Σπίτια Αλλάζουν Θέση Τη Νύχτα», μία ομάδα ανθρώπων αναμετριέται επί σκηνής με τη διάλυσή της. Όμως, τελικά, είναι μία παράσταση για τη διάλυση των ομάδων, των συλλογικών διαδικασιών και των κοινοτήτων ή στην πραγματικότητα είναι μία υπενθύμιση για τους ανθρώπους που επιμένουν να ονειρεύονται και να ζουν συλλογικά;

Με πρεμιέρα σήμερα Τετάρτη 18 Μάρτη στο Φρένο και από το Σάββατο 25 Απρίλη στο Θέατρο Αμαλία της Θεσσαλονίκης, η ομάδα ΤΡΟΧΙΕΣ θα ανοίξει ένα θέμα το οποίο πραγματικά αξίζει να προσεγγίζεται μέσα από την τέχνη.
Λίγες ώρες πριν την πρεμιέρα, μιλήσαμε με τη σκηνοθέτρια Νοεμή Βασιλειάδου και σας παρουσιάζουμε την κουβέντα μας.
Μία ομάδα μιλάει για τις ομάδες λοιπόν. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την παράσταση;
Η ιδέα γεννήθηκε όταν έτυχε να ξαναδώ την Ισπανική ταινία Noviembre του Achero Mañas (2003). Ήδη προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι μας αφορούσε εκείνη την περίοδο ως ομάδα και ποιο θέμα θα έδινε χώρο στους προβληματισμούς του καθένα, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε διαφορετική φάση της ζωής του. Ήρθε λοιπόν η ιδέα να μιλήσουμε για τις ομάδες ή πιο ειδικά για την απόπειρα των ανθρώπων να συνυπάρξουν γύρω από έναν κοινό στόχο. Ύστερα ψάξαμε τον τίτλο. Και ήρθε –με κάποια τυχαιότητα–αυτός: Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα. Χωρίς τότε να το γνωρίζαμε, είχε ήδη αρχίζει να επηρεάζει συντριπτικά την εξέλιξη της ιδέας.
Επηρέασαν προσωπικές ή βιωματικές εμπειρίες τη δημιουργία του έργου;
Πολύ. Είχαμε και κάποιες κοινές εμπειρίες σαν ομάδα στην περιοδεία της πρώτης μας παράστασης, πολύ έντονες. Παίξαμε σε κάποιους ανεξάρτητους αυτοοργανωμένους χώρους και θέατρα, σε καταλήψεις, σε φυλακές, και μέσα σε αυτή τη διαδρομή αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πολύ έντονα το ζήτημα των ανεξάρτητων χώρων, αλλά και το ποια θα θέλαμε να είναι η δική μας θέση μέσα σε αυτό που ονομάζεται θέατρο ή ευρύτερα τέχνη, τι είδους νόημα ψάχνουμε.
Στην παράσταση συνυπάρχουν πραγματικές ιστορίες, ερευνητικό υλικό και προσωπικές αφηγήσεις. Πώς δουλέψατε δραματουργικά για να συνυφανθούν αυτά τα στοιχεία;
Οι πρόβες μας περιελάμβαναν υλικό από συνεντεύξεις που πήραμε σε ανθρώπους που ίδρυσαν και πέρασαν από ομάδες που τους καθόρισαν, από κείμενα ή δοκίμια πολιτικής φιλοσοφίας, από σκέψεις δικές μας, από απόπειρες συγγραφής χαρακτήρων και πλοκής. Προηγήθηκε μια περίοδος ανοιχτής δημιουργικής διαδικασίας πάνω σε όλα αυτά και, στη συνέχεια, ορίστηκε ένας δραματουργικός σκελετός, με βάση τη χρονολογική πορεία της ομάδας της παράστασης και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καμπή και στην κάμψη της. Μετά προσπαθήσαμε να βρούμε ποιο από το δημιουργικό υλικό «μπορεί να χωρέσει» μέσα σε αυτόν τον σκελετό, αλλά και πώς ο σκελετός αυτός μπορεί να ανοίξει, περιλαμβάνοντας πράγματα που προέκυψαν μέσα από τη φαντασία της πρόβας και δεν θα μπορούσαν να προκύψουν από μια εγκεφαλική οργάνωση.
Το ψευδοντοκιμαντέρ είναι πιο σύνηθες στον κινηματογράφο. Πώς καταφέρατε να το κάνετε βασικό σκηνικό εργαλείο παράστασης;
Μας προβλημάτισε πολύ το πώς μπορούμε να συναγωνιστούμε τον ρεαλισμό μιας ταινίας και το πώς θα αφηγηθούμε αυτήν τη φανταστική ομάδα σαν να είναι πραγματική. Όμως αυτός ο μετεωρισμός ανάμεσα στην ακρίβεια και στη θολούρα, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στον ποιητικό ρεαλισμό, είναι ακριβώς αυτό που κάνει η μνήμη. Όταν θυμόμαστε κάτι, πάντα το θυμόμαστε με έναν τρόπο υποκειμενικό, που συχνά μετατοπίζει και αλλάζει τις διαστάσεις της παρελθούσας πραγματικότητας. Η μνήμη είναι πάντα κατασκευή, επανακατασκευάζει το συμβάν. Αυτό επιλέξαμε και εμείς για την παράσταση: οι χαρακτήρες θυμούνται την ιστορία επανεγγράφοντάς την. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει η απαίτηση της «νατουραλιστικής ακριβείας» της εικόνας, από κάποιον που θυμάται.
Οι υποκειμενικές αφηγήσεις των ερμηνευτών φαίνεται να θολώνουν τα γεγονότα. Υπάρχει όμως συλλογικότητα χωρίς την υποκειμενική αφήγηση; Μήπως τα γεγονότα είναι καταδικασμένα να… θολώνονται;
Ναι. Έτσι πιστεύω. Καθένας και καθεμία θυμάται μέσα από το πρίσμα του, μέσα από το ποιος ήταν τότε και ποιος είναι τώρα. Η πραγματική αλήθεια φυλακίζεται σε ένα χαμένο παρελθόν. Μονάχα εκδοχές της συνεχίζουν να ταξιδεύουν.
Και μήπως και οι ομάδες είναι καταδικασμένες να διαλύονται; Αν υποθέσουμε ότι υπακούν κι αυτές στην εντροπία.
Με τον τωρινό μου εαυτό –και χωρίς να ξέρω πώς θα εξελιχθεί η σκέψη μου στο μέλλον– θα έλεγα ότι όχι. Δεν είναι καταδικασμένες να διαλύονται. Μέσα στο καπιταλιστικό περιβάλλον που ζούμε, εκπαιδευόμαστε να υπάρχουμε ατομικά από τη γέννηση μας, μέχρι το σχολείο, μέχρι την εργασία και ταυτόχρονα εκπαιδευόμαστε να είμαστε μόνιμα κουρασμένοι, να τρέχουμε πίσω από τα πράγματα, να μην έχουμε χρόνο να ακούσουμε, να μην έχουμε χρόνο να σκεφτούμε. Δεν είναι φυσική αναγκαιότητα, είναι μια ζωή που σχεδιάζεται για να είμαστε κουρασμένοι, διασπασμένοι και διαλυμένοι. Κάθε ομάδα παλεύει με τους δικούς της δαίμονες και φτιάχνει τις δικές της προϋποθέσεις συνέχειας και διάλυσης. Θα ήταν άδικο να μιλήσουμε για κάποια αιώνια καταδίκη στη διάλυση.

Ποια είναι, κατά τη γνώμη σου, τα πιο συχνά αίτια που οδηγούν στη διάλυση μιας ομάδας ή ενός συλλογικού εγχειρήματος;
Το ψάχνω ακόμα. Εν είδει λίστας θα μπορούσα ίσως να πω: η δημιουργία εσωτερικών εχθρών, η έλλειψη κοινής γλώσσας, η μη ισότιμη συμμετοχή των μελών στην αποφασισμένη «μορφή πάλης», η κλειστότητα, η ανοιχτότητα, η αδυναμία σύμπλευσης της θεωρίας και της πράξης, η θεοποίηση του «εαυτού» η αδυναμία να βρεις ένα σημείο αναφοράς έξω από σένα, ο ιδεολογικός ναρκισσισμός και το πολιτικό κουτσομπολιό, η εκάστοτε κοινωνική συγκυρία και οι πιέσεις που δημιουργεί, η κούραση της πραγματικής ζωής, η απουσία κοινής εκπαίδευσης πάνω στις συλλογικές διαδικασίες, η έλλειψη της δυνατότητας να ακούς… Είναι πολλά.
Όταν μία ομάδα διαλύεται, τι έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, η στιγμή της ρήξης ή η πορεία που οδηγεί σε αυτή;
Η πορεία. Η διαδρομή. Ο τρόπος που η ομάδα παλεύει να συνεχίσει.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία συστηματική και κατάφωρη διάλυση της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας. Τις πταίει; Και πόσο «καλά μπορεί να πάει αυτό»;
Αυτό είναι το αποτέλεσμα αυτού που ο Mark Fisher ορίζει ως καπιταλιστικό ρεαλισμό: η αίσθηση ότι ο καπιταλισμός αποτελεί το μοναδικό νοητό και εφικτό σύστημα, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται σχεδόν αδύνατο να φανταστεί κανείς μια εναλλακτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογικότητα απονοηματοδοτείται. Όλα τα προβλήματα αποδίδονται στο «προσωπικό άγχος», στην «ατομική ευθύνη» και στην «εξάντληση», και μετατρέπονται σε προσωπικές υποθέσεις αντί για πολιτικά ζητήματα. Το άτομο μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως το ύψιστο «ζήτημα προς επίλυση» – ένα project προς συνεχή βελτιστοποίηση. Πόσο καλά μπορεί να πάει αυτό; Το βλέπουμε, νομίζω.
Αλλά για να μην απαισιοδοξώ. Η δημιουργία ομάδων είναι ανάγκη των ανθρώπων άρα δεν θα σταματήσει να υπάρχει. Τι θα μπορούσε να τσιγκλίσει την ανάγκη αυτή στις μέρες μας ώστε να πάρει ξανά μπρος;
Είναι ανάγκη πρακτική και όχι μόνο συναισθηματική. Αντικειμενικά, δεν μπορεί κάποιος –αν δεν ανήκει στο 3% των ανθρώπων που διαχειρίζονται τον πλούτο και την ιδιοκτησία– να καταφέρει κάτι μόνος του. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να τα λύσεις μόνη σου. Δεν μπορείς να ζητήσεις μια συλλογική σύμβαση μόνη σου· πρέπει κάποιοι άνθρωποι να ενωθούν. Δεν μπορείς να ζητήσεις την αλλαγή του δρόμου κάτω από το σπίτι σου μόνη σου – θα σου πουν «τι θες ρε κοπελίτσα μου». Αν όμως μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι και πουν «θέλουμε να αλλάξει ο δρόμος», τότε θα αλλάξει.
Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει (ή λειτουργεί) ως χώρος επανεξέτασης της συλλογικότητας σήμερα;
Ναι. Γιατί δημιουργεί –έστω και στιγμιαία– κοινότητα. Γιατί σταματάει τον εξαντλητικά γρήγορο ρυθμό της ζωής και δίνει χώρο στη διαδικασία της ενεργητικής σκέψης και της ενεργητικής φαντασίας, που είναι διαδικασίες πολιτικές. Γιατί απενεργοποιεί την ασταμάτητη ροή του δεδομένων του κινητού και δίνει τη δυνατότητα να ακούσουμε. Διατηρεί ακόμα ψήγματα τελετουργίας, και τοποθετεί αποκομμένους κατά τα άλλα ανθρώπους σε ένα κοινό χρόνο και τόπο.
Μετά από αυτή την έρευνα πάνω στη διάλυση ομάδων, τι σας κάνει να συνεχίζετε να πιστεύετε στη δυνατότητα του «μαζί»;
Η δύναμη που αντλούν οι άνθρωποι όταν κάνουν κάτι μαζί. Και η δυνατότητά τους να καταφέρνουν ακόμη και τα πιο ανέφικτα πράγματα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Νοεμή Βασιλειάδου
Έρευνα: Ομάδα Τροχιές
Δραματουργία: Νοεμή Βασιλειάδου, Χάρις Σερδάρη
Κίνηση: Αλέξανδρος Νούσκας Βαρελάς
Πρωτότυπη Μουσική: Γρηγόρης Λιόλιος
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Κουρελιά
Σχεδιασμός φωτισμών: Ιωάννα Αθανασίου
Επικοινωνία: Κατερίνα Π. Τριχιά – True Colours Comms
Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Τροχιές
Παίζουν: Δημήτρης Γούλιος, Μαρία Καραγκιοζίδου, Γρηγόρης Λιόλιος, Βασίλης Μπόγδανος, Χάρις Σερδάρη, Σοφία Στυλιανού
Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
Διάρκεια: 80’
Αναλυτικό πρόγραμμα παραστάσεων
ΑΘΗΝΑ – ΦΡΕΝΟ
Διεύθυνση: Χαλκιδικής 34, Κεραμεικός
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026 και για 8 παραστάσεις
Ώρα έναρξης: 21:00
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΘΕΑΤΡΟ ΑΜΑΛΙΑ
Διεύθυνση: Αμαλίας 71, Θεσσαλονίκη 546 40
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: Σάββατο 25 Απριλίου 2026 – Τρίτη 5 Μαΐου 2026
Ώρα έναρξης: 21.00
Eισιτήρια: Θεσσαλονίκη – Αμαλία: 16€ Κανονικό | 14€ Μειωμένο (Φοιτητικό, Ανέργων, ΑΜΕΑ, 65+) | 12€ Ατέλειες (στο ταμείο του θεάτρου εφόσον υπάρχει διαθεσιμότητα) | 10€ Early bird έως 1 Απριλίου 2026
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr–el/tickets/theater/ta–spitia–allazoun–thesi–ti–nyxta/
Facebook: Τροχιές
Instagram: trochies_















































































































