Καλλιόπη λέγαν την γιαγιά της. Με πράσινα, ελαφίσια μάτια, σαν τα δικά της. Της πρότειναν να το κάνει Κάλλια ή Κάλλι, αλλά αυτή δεν αρνήθηκε ποτέ την ενέργεια αυτού του παλιομοδίτικου ονόματος. Για Πόπη, ούτε λόγος. Όχι, αυτή την λέγαν Καλλιόπη, σαν τη γιαγιά της την Καλλιόπη.
Μέχρι το απόγευμα εκείνου του καλοκαιριού (ημερομηνία που έμελλε να εξαφανιστεί στην στοργική πάχνη του χρόνου που περνά και τα κάνει όλα ένα), η Καλλιόπη φορούσε λουλουδέ φουστάνια ως την μέση της γάμπας at least, είχε πιασμένο το μαλλί, φορούσε το λιποζάν το κόκκινο που φραουλογυάλιζε τα χείλη της και ως εκεί. Μια γυναικολογική εγχείρηση ρουτίνας την καθήλωσε για δύο εβδομάδες στο σπίτι της και βίωσε από το κρεβάτι την αλλαγή της εποχής από άνοιξη σε καλοκαίρι –θυμήθηκε την αγαπημένη της Φρίντα Κάλο που ζωγράφιζε επί σειρά ετών καθηλωμένη στο κρεβάτι της, ή τέλος πάντων, τη Σάλμα Χάγιεκ, γιατί έτσι της είχε εντυπωθεί η Φρίντα. Καταραμένο σινεμά και καταραμένες γυναίκες του σινεμά. Η Καλλιόπη ένιωθε τόσο άχρωμη, μια αόρατη φοιτήτρια σαν άλλες χιλιάδες φοιτήτριες της Αθήνας και του κόσμου και το διάφανο δέρμα του σώματος και της ψυχής της καθρέφτιζε τα είδωλά της τα κινηματογραφικά: τα σκισίματα στις φούστες της Μαλένας, τα σαρκώδη, αγχωμένα χείλη της γουντιαλενικής Jasmine και πόσα άλλα, πόσες άλλες.
Έκανε ντους, αφαίρεσε οριστικά τις αυτοκόλλητες γάζες, φόρεσε το αγαπημένο της βρακί και βγήκε στο νεοταξίτικο σεργιάνι του 2025, το αιώνιο νυφοπάζαρο, με τις προσποιητές αδιαφορίες και τα βλέμματα καρφωμένα στα κινητά, τα κορίτσια και τα αγόρια, και τα αγοροκόριτσα, και τα κουήρια και τα απροσδιόριστα και τα προσδιορισμένα. Καριόλα Φωκίωνος Νέγρη! Πόσος ερωτισμός ξοδεμένος στο ασπρόμαυρο χτες.
Η Καλλιόπη φόρεσε τη μίνι φούστα που είχε αγοράσει πέρσι για να τη βάλει στα γενέθλιά του, αλλά εκείνος αποφάσισε τελευταία στιγμή να μην τα γιορτάσει και ακύρωσε το πάρτυ και η ευκαιρία για μπουτάκια έξω της Καλλιόπης χάθηκε για πάντα. Δεν την είχε καλέσει καμιά φιλενάδα απόψε, δεν είχε να πάει σε κανένα live, απλώς βγήκε μόνη της, όπως διάβαζε και έβλεπε ότι κάνουν τα cool κορίτσια, πάντα αυτάρκη, πάντα δυνατά, πάντα ανεξάρτητα, πάντα δίχως την ανάγκη καμίας προσοχής –άλλο που όλοι γυρνούν να τα κοιτάξουν– όχι, όχι, αυτές δε νοιάζονται γι’ αυτό, αυτές κόβουν από τις ξένες μάντρες γιασεμιά με τρόπο ξετσίπωτα ανενόχλητο και ξεάγχωτο, σα να τους ανήκουν όλα τα γιασεμιά και όλες οι μάντρες αυτής της πόλης.
Η Καλλιόπη (αλίμονό της) δεν ήταν καθόλου μα καθόλου cool. Ζήλευε τις ομορφότερές της. Ζήλευε τις βυζαρούδες. Ζήλευε τις πρασινομάτες. Ζήλευε τα πολύ μακριά μαλλιά που θα γλυκοχόρευαν σίγουρα μέσα και γύρω από την τέλεια αποτριχωμένη κωλοχαράδρα των κοριτσιών που τα διέθεταν, όταν αυτές θα στήνονταν στα τέσσερα για να γαμηθούν με τους αγαπημένους τους. Η Καλλιόπη ένιωθε ότι δεν την είχε κοιτάξει ποτέ κανείς όπως ήθελε στ’ αλήθεια, ή τουλάχιστον όχι όπως κοιτούν οι άντρες τις γυναίκες στο σινεμά. Τι νόημα έχει να είσαι next door girl αν δεν σε χρίσει το βλέμμα κάποιου Ωραία, με «Ω» κεφαλαίο, όπως έγραφε η δόλια η Πολυδούρη, που μόνο γιατί την κοίταξε αυτός ο έρμος ο Καρυωτάκης, μόνο γι’ αυτό ήταν ωραία, σαν κρίνο ολάνοιχτο. Πού να τα ξεστόμιζε αυτά, σε ποια φίλη, σε ποιον ψυχοθεραπευτή; Λαχταρούσε κάποια στιγμή να μπορέσει να τα μοιραστεί χωρίς να την κρίνει κανείς, καμιά, για προβληματική, για κακή φεμινίστρια, για κομπλεξική. Είχε την βαθιά πίστη ότι κι άλλες, κι άλλοι σκέφτονταν όπως αυτή.
Για την ώρα, ήξερε το πλάνο της: με το μαύρο μίνι και το μαύρο μεταξωτό πουκάμισο από πάνω, με το baby oil στα πόδια, με τα μαλλιά λυμένα κι ας έφταναν μέχρι τους ώμους μόνο, με κραγιόν της αδερφής της κανονικό, σκούρο μπορντό και με τα ψηλοτάκουνα μαύρα σανδάλια της μάνας της θα περπατούσε πάνω κάτω τη Φωκίωνος. Μέχρι να την πονέσει το άρτι εμφανισθέν, νεανικό της κότσι που, στάνταρ, μετά τα σαράντα της θα ήταν εμφανές και θα πρόδιδε την ηλικία της απροκάλυπτα, αλλά ποιος χέστηκε, μετά τα σαράντα ούτως ή άλλως μια γυναίκα έχανε οριστικά τη λάμψη της και αρκούσε να είναι «καλή για την ηλικία της».
Το σχέδιο πήγαινε μια χαρά (είχε ήδη ανέβει μέχρι την πλατεία Κυψέλης και τώρα κατέβαινε πάλι) μέχρι που διασταυρώθηκε με ένα ζευγάρι πιασμένο αγκαζέ. Το βλέμμα του άντρα καρφώθηκε στα μπούτια της, τα λευκά της τα μπούτια που ’χε να δει ο ήλιος από τα παιδικά της καλοκαίρια. Άκουσε την γυναίκα να παραπονιέται: «Καλά, αυτήν την κατίνα την ημίγυμνη βρήκες να κοιτάξεις;». Η Καλλιόπη συνέχισε τον δρόμο της και φώναξε: «Δεν με λένε Κατίνα, καλέ. Πόπη με λένε! Πόπη!» Ένιωσε μια αόρατη κάμερα σκηνοθέτη από τον ιταλικό νότο να την κινηματογραφεί αδυσώπητα. Και χαμογέλασε, με τον τρόπο μιας σταρ, με τον τρόπο μιας εκκολαπτόμενης Μπλανς Ντιμπουά.















































































































