Όλοι οι «σταθμοί» του Γιώργου Τζιόκα, από τον καμβά στο χαρτί της αυτοβιογραφίας του, σε ένα βιβλίο-έργο ζωής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δίφωνο.
Ο κοσμοπολίτης, πολυταξιδεμένος και ιδιοσυγκρασιακός ζωγράφος Γιώργος Τζιόκας ανοίγει για πρώτη φορά τα αρχεία της μνήμης του μέσω της αυτοβιογραφίας του «Η Σιωπή των Σταθμών» –ενός έργου στο οποίο σύμβολα, χρώματα και χρόνος συνυπάρχουν ως «σταθμοί» ενός εικαστικού και προσωπικού ταξιδιού. Από την παιδική του Κατερίνη, τις επιρροές της ποίησης και της μουσικής, μέχρι τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις σε σύμπραξη με τη νεότερη ελληνική κουλτούρα, ο Τζιόκας καταγράφει έναν κόσμο όπου το ρεαλιστικό και το φαντασιακό συναντώνται. Με τη συνέντευξη που ακολουθεί, αποκαλύπτει πώς οι σταθμοί της ζωής του έγιναν πηγές έμπνευσης, αλλά και ώθησης για συνεχή, νέα ξεκινήματα.
Η αυτοβιογραφία του «Η Σιωπή των Σταθμών» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Δίφωνο και θα παρουσιαστεί στο κοινό σε εκδήλωση που ήδη σχεδιάζεται για τον μήνα Νοέμβριο.

Γνωρίζοντας τον ζωγράφο εδώ και χρόνια, δεν δυσκολεύτηκα να του θέσω ό, τι ακριβώς απορίες είχα διαβάζοντας το βιβλίο του, που με ταξίδεψε και με απασχόλησε, ανεξαρτήτως από τον σεβασμό και θαυμασμό που τρέφω στο πρόσωπο του συγγραφέα του. Θέλω να πω, είναι ένα βιβλίο με πολύ ωραίες ιστορίες. Κυρίως για αυτόν τον λόγο, σας παραδίδω αυτήν εδώ την συνομιλία μας με τον Τζιόκα:
Τι σημαίνει για εσάς ο «σταθμός» ως σύμβολο; Είναι τόπος παύσης ή εκκίνησης;
Και τα δύο. Ο σταθμός αλληγορικά στη ζωή μας σημαίνει το τέλος ενός σημαντικού γεγονότος, μίας αναχώρησης, ενός ερχομού. Μία ανάσα αναγκαία για να κάνουμε ένα σύντομο απολογισμό. Είναι όμως κι ένα σημείο ανασύνταξης των δυνάμεών μας για ένα νέο ξεκίνημα, σ’ αυτό το μακρύ ή το σύντομο ταξίδι μέχρι να φτάσουμε στον τελικό προορισμό.
Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στον ρεαλισμό και το φαντασιακό που διέπει το βιβλίο σας χωρίς να «προδώσετε» τη μνήμη;
Όλα ανάγονται στην παιδική μας ηλικία. Τότε που όλα ήταν πρωτόγνωρα και ο σκληρός δίσκος κενός. Γεννήθηκα σε μία εποχή που η ζωή ήταν απόλυτα βιωματική. Δεν υπήρχαν περιθώρια για ονειροπολήσεις και φαντασιώσεις. Όμως εγώ είχα την τύχη να μεγαλώσω σ’ ένα σπίτι που είχε μία πλούσια βιβλιοθήκη. Το «μάθε γράμματα να γίνεις άνθρωπος» ήταν στην ημερήσια διάταξη. Μέσα από τα βιβλία έμαθα να ταξιδεύω νοερά και δημιούργησα έναν δικό μου φαντασιακό κόσμο, που ταυτίστηκε με την καθημερινότητά μου. Και αυτό έγινε μία άλλη μνήμη. Συχνά, η μία υποκαθιστούσε την άλλη κι έτσι ισορροπούσα σε δύο παράλληλες συνιστώσες στην ίδια εξίσωση.
Ποιο κεφάλαιο ήταν το πιο δύσκολο να γραφτεί και γιατί; Γενικά, πόσον καιρό σας πήρε να γράψετε την Σιωπή των Σταθμών;
Υπήρξε ένα κομμάτι στο τρίτο και το τέταρτο κεφάλαιο που με δυσκόλεψε μέχρι να βρω τις ισορροπίες ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φαντασιακό. Κι’ αυτό γιατί τα πρόσωπα της δεκαετίας ’70-’80, που καθόρισαν και την πορεία μου εν γένει, είναι υπαρκτά. Έπρεπε να περιγράψω τα συναισθήματά μου και τα γεγονότα χωρίς να αλλοιώσω την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα τους. Οι όποιες «αυθαιρεσίες» αφορούν κυρίως εμένα, για να γίνει πιο αφηγηματική η ιστορία μου. Χρειάστηκα περίπου ενάμισι με δύο χρόνια για να την ολοκληρώσω.
Ποιες είναι, για εσάς, οι σημαντικότερες πολιτιστικές μεταβολές που νιώσατε πάνω στον καμβά σας από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα;
Εκτός από την «Τζοκόντα» του Μ. Χατζιδάκι, που καθόρισε και τη στάση μου απέναντι στη ζωή και στην τέχνη, το «Άξιον Εστί» του Ο. Ελύτη, μου άνοιξε καινούργιους ορίζοντες πέρα από το ορατό. Ο συγκερασμός αυτών των δύο κύκλων έβγαλαν στην επιφάνεια την αρχέγονη εικόνα της γυναίκας Μάνας, φίλης, ερωμένης, τα πάντα. Έτσι γεννήθηκαν «οι κόρες μικρές και ωραίες». Μία σειρά που ολοκληρώθηκε αρχικά μέσα από είκοσι πέντε έργα αλλά δεν τελείωσε ποτέ. Συχνά ακόμα και τώρα καθορίζει τη ζωγραφική μου ταυτότητα.
Πώς βιώσατε τις υπαρξιακές αγωνίες της εποχής μέσα στο εργαστήριο;
Μετά τη μεταπολίτευση το 1975 βρεθήκαμε μπροστά σε μία τεράστια κοινωνική αλλαγή, εντελώς απροετοίμαστοι και ανυποψίαστοι. Καινούργιες ιδέες κι ένας πρωτόγνωρος καλλιτεχνικός οργασμός κυριαρχούσε παντού. Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ελύτης και μια πλειάδα σπουδαίων δημιουργών άνοιγαν το δρόμο. Το ατελιέ μου είχε γίνει τόπος συνάθροισης. Ατέρμονες συζητήσεις και αναλύσεις επί αναλύσεων, παρέες που μεταβάλλονταν συνεχώς σ’ ένα κλίμα ευφορίας και αμφισβήτησης των πάντων. Η μήτρα της δεκαετίας του ’60 που γέννησε τη μεγάλη επανάσταση και άλλαξε οριστικά την εικόνα του κόσμου, σε μας εδώ έφτασε δέκα χρόνια αργότερα. Πάλι καλά.

Ο Μάνος Χατζιδάκις και «Το χαμόγελο της Τζοκόντας»: Τι μεταφέρατε από τη μουσική στο χρώμα;
Από την πρώτη κιόλας φορά που άκουσα τη μουσική της «Τζοκόντας» πέρασε μέσα μου, έγινε εικόνα κι έπειτα η εικόνα έγινε μνήμη. Η ιστορία της μοναχικής γυναίκας ταυτίστηκε με την προσωπογραφία της μητέρας μου, σταθερό σημείο αναφοράς για τα υπόλοιπα εννέα έργα. Αυτό όμως που κυριαρχούσε μέσα μου και στο ατελιέ μου ήταν εκείνη η θεϊκή μουσική που με ταξίδευε σε κόσμους ονειρικούς και καθόρισε τη μορφή των έργων μου.
Ο Οδυσσέας Ελύτης σάς έδωσε την έγκριση για το «Άξιον Εστί». Τι σήμαινε για εσάς αυτή η συνάντηση;
Όταν με κάλεσε ο Ελύτης να τον επισκεφτώ, στην οδό Σκουφά 23 στο Κολωνάκι, είχα ήδη σχηματίσει μία άποψη για «Το Άξιον Εστί» και τον τρόπο που θα το μετέφερα στο μουσαμά. Στην αρχή νόμιζα πως η επίσκεψή μου θα ήταν σύντομη, για να με γνωρίσει και να πάρω την έγκρισή του. Όμως η υποδοχή ήταν εγκάρδια και η αποδοχή άμεση. Τα δέκα-δεκαπέντε λεπτά έγιναν τρείς ώρες. Μιλήσαμε επί παντός επιστητού, αναλύσαμε όλες τις πτυχές του «Άξιον Εστί» κι ένας ελληνικός από τα χέρια του ποιητή ήταν το πιο ακριβό μου δώρο. Όταν όμως τον άκουσα να μου λέει πως «είμαι ο μόνος που κατάφερε να διαβάσει την πεμπτουσία της σκέψης του» ήταν σαν να μου χαρίστηκε ο κόσμος όλος. Μ’ αυτή την παρακαταθήκη υπό μάλης γύρισα στο ατελιέ μου πετώντας. Και ήμουν μόλις τριάντα χρονών.
Από το Μουσείο Βορρέ ως την Πινακοθήκη Παπάγου: ποιο έργο σας θα βάζατε πρώτο στην περιήγηση και γιατί;
Για μένα, αλλά και για κάθε δημιουργό φαντάζομαι, είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο από τα έργα μου, ωστόσο κάποια σίγουρα είναι πιο αγαπημένα. Το «Προφητικό» ας πούμε, που βρίσκεται στο Μουσείο Βορρέ, είναι ένα έργο που το δημιούργησα και το βίωσα τόσο έντονα που θυμάμαι ακόμα τα συναισθήματα των ημερών εκείνων. Οι «Νύφες με τα κόκκινα» επίσης ήταν μια σειρά που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της. Ένα από τα έργα αυτού του κύκλου δουλειάς βρίσκεται στην πινακοθήκη Παπάγου.
Από περισσότερο τεχνικής άποψης, ποιο είναι το στίγμα της «υπογραφής» σας; Μια παλέτα, ένα υπόστρωμα, μια κίνηση του χεριού που επιμένετε να κρατάτε ως μέθοδο/εργαλείο/τρόπο σας;
Η αυτοματοποιημένη κίνηση του χεριού από ένα σημείο και μετά, είναι το πρώτο μέσο της δημιουργίας, ανεξάρτητα από όποια χρωματική παλέτα ή θεματολογία. Οι «μικρές κόρες», προέκυψαν ακριβώς από την ανάγκη να δώσω υπόσταση στην ιδεατή έννοια της γυναίκας πέρα από το ορατό. Ζωγραφική χωρίς σχέδιο λογικά δεν νοείται, άσχετα με το εάν σήμερα δεν υπάρχουν όρια και όλα είναι αποδεκτά.
Αν η αυτοβιογραφία σας γίνει αφορμή για έναν νεότερο/μια νεότερη να ξεκινήσει προσωπικό ταξίδι στον χώρο των τεχνών, ποια πρακτική συμβουλή θα του/της δίνατε;
Αν είχα το δικαίωμα να δώσω μία συμβουλή σε κάποιον ή κάποια που ξεκινάει τώρα την περιπέτεια στον κόσμο της τέχνης, απλώς θα τους έλεγα να εμπιστευτούν το ένστικτό τους και να ακολουθούν αυτό που τους δίνεται κάθε φορά. Και κυρίως να μην επηρεάζονται από τις κριτικές των διάφορων ειδικών, χωρίς να αμφισβητώ την αξία τους. Ο τελικός κριτής είναι ο θεατής και αυτός θα καθορίσει την υπαρξιακή αξία του έργου.

Info:
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ, του Γιώργου Τζιόκα
Εκδόσεις Δίφωνο
ISBN: 978-618-87319-2-9
Τιμή: 15 €
Για περισσότερες πληροφορίες: 210 4820033
Προμηθευτείτε το βιβλίο και από ΕΔΩ















































































































