Η Κέλλυ Διαπούλη δεν «εμφανίστηκε» στη Λάρνακα. Προϋπήρξε. Και προϋπήρξε με τον πιο αυστηρό τρόπο που μπορεί να προϋπάρξει κανείς στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό θεσμό: κερδίζοντας, με έναν εξαιρετικά συνεκτικό και θεωρητικά αρθρωμένο φάκελο, τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης για την Ελευσίνα.
Εκεί, σε μια πόλη βαριά από βιομηχανική μνήμη και κοινωνικές ασυνέχειες, ο φάκελος δεν υποσχόταν εξωραϊσμό αλλά μετασχηματισμό. Δεν επένδυε στο γεγονός αλλά στη διαδικασία. Δεν εξαντλούνταν στο πολιτιστικό «πρόγραμμα», αλλά συγκροτούσε μια πρόταση πολιτιστικής διακυβέρνησης. Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας του φακέλου ήταν και το πραγματικό του βάρος — και, εκ των υστέρων, το πραγματικό του πρόβλημα.
Με την αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα, η καλλιτεχνική διεύθυνση της Ελευσίνας 2021 μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής αποστείρωσης. Η απομάκρυνση της Διαπούλη, με προσχηματικές διοικητικές αιτιάσεις, δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό αλλά σύμπτωμα ενός ευρύτερου αναπλαισιώματος του πολιτισμού ως διαχειρίσιμου, πειθαρχήσιμου και πολιτικά ουδέτερου πεδίου. Το γεγονός ότι η Διαπούλη είχε δραστηριοποιηθεί την περίοδο της κυβέρνησης Τσίπρα–Καμμένου και είχε συνεργαστεί με την τότε Υπουργό Πολιτισμού Μυρσίνη Ζορμπά δεν ήταν απλώς βιογραφικό στοιχείο, μετατράπηκε σε στίγμα. Ο πολιτισμός έπαψε να αξιολογείται με όρους γνώσης, εμπειρίας και πρότασης και άρχισε να φιλτράρεται με όρους πολιτικής καθαρότητας.
Η Ελευσίνα 2021, έτσι, κατέληξε να λειτουργήσει ως παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν ο θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας αποσπάται από τις ευρωπαϊκές του αρχές και εντάσσεται σε εθνικές μικροπολιτικές λογικές. Η καλλιτεχνική αυτονομία —βασικό κριτήριο του θεσμού— υπονομεύθηκε από μια διοικητική υπερεξουσία που αντιμετώπισε το πολιτιστικό έργο ως συμβόλαιο συμμόρφωσης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια προσωπική αδικία. Ήταν μια θεσμική ρωγμή η οποία προκλήθηκε από την Λίνα Μενδώνη, η οποία καταγράφηκε και από τους ίδιους τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς εποπτείας.
Η Κύπρος, ωστόσο, λειτούργησε διαφορετικά. Όχι από αφέλεια, αλλά από θεσμική μνήμη. Ένα πρόσωπο που είχε ήδη αποδείξει ότι μπορεί να συγκροτήσει φάκελο υψηλής ευρωπαϊκής πυκνότητας, δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει φυσική επιλογή για μια πόλη που δεν επιζητούσε απλώς τον τίτλο, αλλά τη μακροπρόθεσμη επαναδιαπραγμάτευση της πολιτιστικής της ταυτότητας. Η ανάθεση της σύνταξης του φακέλου της Λάρνακας στη Διαπούλη δεν ήταν πράξη ρίσκου· ήταν πράξη αναγνώρισης θεσμικής επάρκειας.
Διαβάζοντας τον φάκελο της Λάρνακας πριν από καιρό, ήταν απολύτως σαφές ότι επρόκειτο για εργασία συγγενούς θεωρητικής καταγωγής με εκείνη της Ελευσίνας — αλλά ταυτόχρονα ωριμότερη. Το «Common Ground» δεν λειτουργεί ως σύνθημα συμφιλίωσης, αλλά ως έννοια διακυβέρνησης: κοινός τόπος ως κοινή ευθύνη, ως πεδίο συνάντησης αντιφάσεων, ως χώρος όπου ο πολιτισμός δεν επιλύει αλλά καθιστά ορατές τις εντάσεις. Η πόλη δεν παρουσιάζεται ως σκηνικό, αλλά ως σώμα. Και ο πολιτισμός όχι ως διακοσμητικό, αλλά ως μηχανισμός κοινωνικής άρθρωσης.
Η βεβαιότητα ότι η Διαπούλη θα οδηγούσε και αυτή τη φορά την πόλη που την εμπιστεύτηκε στον τίτλο δεν προέκυπτε από προσωπική πίστη, αλλά από αναλυτική ανάγνωση. Ο φάκελος της Λάρνακας πληρούσε —και σε ορισμένα σημεία υπερέβαινε— τα ευρωπαϊκά κριτήρια: μακροπρόθεσμη στρατηγική, σαφή καλλιτεχνική γραμμή, ευρωπαϊκή διάσταση όχι ως γεωγραφία αλλά ως μέθοδο, και κυρίως μια πειστική πρόταση διακυβέρνησης. Αυτά δεν είναι τυχαία χαρακτηριστικά· είναι ίχνη συγγραφέα.
Εδώ, όμως, αναδύεται το ουσιώδες πολιτισμικό ερώτημα: τι κάνει ένα κράτος με τη γνώση όταν αυτή δεν του είναι πολιτικά βολική; Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι μπορεί να την απομακρύνει, να την περιθωριοποιήσει ή να την αντικαταστήσει. Η κυπριακή περίπτωση δείχνει ότι μπορεί να τη μετακαλέσει. Όχι ως πράξη αντιπαράθεσης, αλλά ως πράξη αυτοσυντήρησης του θεσμού. Η διαφορά δεν είναι αισθητική. Είναι βαθιά πολιτική.
Η Λάρνακα 2030, λοιπόν, δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένα από την Ελευσίνα 2021. Συνιστά, άθελά της ίσως, μια απάντηση. Μια απόδειξη ότι οι φάκελοι έχουν μνήμη, ότι οι θεσμοί θυμούνται και ότι ο πολιτισμός, όταν δεν ευτελίζεται σε επικοινωνιακό προϊόν, επιστρέφει. Όχι για να δικαιώσει πρόσωπα, αλλά για να εκθέσει συστήματα. Και αυτή η έκθεση —όχι ο τίτλος— είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Μπράβο Κέλλυ!
Μπράβο Λάρνακα!
Αναδημοσιεύουμε από την προσωπική σελίδα του Μάνου Λαμπράκη στο facebook.















































































































