Θέλω να ξεκινήσω αυτό το κείμενο με το γνωστό ρητό: «Η Γνώση είναι δύναμη».
Θυμάμαι ότι η ρήση αυτή είναι του Φράνσις Μπέικον, αλλά αποφασίζω να το γκουγκλάρω για να σιγουρευτώ. Τυπώνω λοιπόν στο ψαχτήρι «Η Γνώση είναι δύναμη» και πατάω enter περιμένοντας να μου εμφανιστεί σωρεία άρθρων για τον Φράνσις Μπέικον, την αντίστοιχη σελίδα του wikipedia κ.τ.λ. Τον κακό μου τον καιρό! Ολόκληρη η πρώτη σελίδα της Google γεμίζει με διαφημίσεις ενός βιντεοπαιχνιδιού για το playstation 4 το οποίο λέγεται “Knowledge is power”… Αφού σκρολάρω αρκετά, προσπερνώντας το Appstore, το Skroutz, το Plaisio και όλες τις «καλές εταιρείες» που το έχουν ΑΜΕΣΑ διαθέσιμο, καθώς και τη σελίδα της wikipedia που μου δίνει αρκετές πληροφορίες για το βιντεοπαιχνίδι, καταλήγω σε ένα θαμμένο αρθράκι για τον Φράνσις Μπέικον.
Σταματάω μερικές στιγμές προσπαθώντας να αφουγκραστώ τη λεπτή ειρωνεία που μου προσφέρει ο αλγόριθμος της Google. Τον φαντάζομαι σαν ένα μπάρμπα σε καφενέ, με μαύρα γυαλιά ηλίου και φραπεδιά στο χέρι. Κατεβάζει το γυαλί στην άκρη της μύτης του και με κοιτάει όλο νόημα. «Η Γνώση είναι δύναμη;… Το Κέρδος είναι δύναμη! Α, και πού ’σαι, με βάση τις τελευταίες έρευνες, το μπέικον είναι καρκινογόνο». Στην ταινία που αρχίζει να ζωντανεύει στο μυαλό μου, αμέσως μετά τον μπάρμπα, μεταφερόμαστε ακαριαία σε μια αίθουσα φροντιστηρίου. Εκεί, για πολλοστή φορά, ένας αγανακτισμένος μαθητής πρώτης γυμνασίου ρωτάει τον καθηγητή του:
«Πού θα μου χρειαστούν στην πραγματική ζωή οι πρωτοβάθμιες εξισώσεις;»
Ο καθηγητής σκέφτεται το ρητό του Φράνσις Μπέικον σαν φυσική απάντηση. Πάει να απαντήσει αλλά σταματάει. Βλέπει ξαφνικά όλη του τη ζωή να περνάει μπροστά στα μάτια του. Θυμάται τα δάκρυα της κοπέλας του, όταν την παράτησε για να πάει σε μια χώρα της βόρειας Ευρώπης για μεταπτυχιακές σπουδές. Βρίσκεται ξανά στις εστίες του Πανεπιστημίου μιας μικρής γαλλικής πόλης και σκέφτεται τα τετραγωνικά και τον χρόνο που αντάλλαξε για γνώση. Σκέφτεται την ίδια τη γνώση που εν τέλει πήρε. Μια γνώση που τον έκανε να ντρέπεται. Τόσο αποκομμένη και εξειδικευμένη, που τον καθιστούσε ανίκανο να επικοινωνήσει ακόμα και με συναδέλφους που δούλευαν στον ίδιο ερευνητικό κλάδο. Συλλογίζεται το διδακτορικό του, το οποίο κρέμεται σαν κράχτης σε μια ιστοσελίδα συνοικιακού φροντιστηρίου – όπου εννοείται πως απασχολείται υποδηλωμένος και υποπληρωμένος. Αναπολεί το υποτιμητικό ύφος του φροντιστηριάρχη, όταν προσπαθούσε να του εξηγήσει πως το διδακτορικό δεν είναι χαμένος χρόνος αλλά πως είναι χρήσιμος ένας καθηγητής που ξέρει την επιστήμη του καλά. Φυσικά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Η σκέψη του καθηγητή τρέχει τώρα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σκέφτεται σαμάνους σε κάποια γωνιά της Αφρικής, οι οποίοι έχουν όλη τη γνώση και γι’ αυτό καθοδηγούν τη φυλή. Φαντάζεται μοναστήρια τον Μεσαίωνα να συγκεντρώνουν όλη τη γνώση, προκειμένου ο παπάς να ορίζει τη ζωή του δουλοπάροικου. Ανάμεσα σ’ αυτές τις εικόνες, ξαφνικά ορθώνεται η τιτάνια φιγούρα του Έλον Μασκ, ο οποίος ως σύγχρονος σαμάνος, μπορεί να ισχυρίζεται ότι ξέρει πού πάει και πού πρέπει να πάει ολόκληρη η κοινωνία. Γιατί είναι ευφυής και έχει τη γνώση. Ο Έλον ξέρει πού πρέπει να μπει το κάθε διανοητικό μπουλόνι, το κάθε διανοητικό γρανάζι. Ξέρει να καθοδηγεί και να ελέγχει τη «διανοητική» εργασία. Και όλοι οι ψωριάρηδες διανοητές όπως ο καθηγητής, όλοι αυτοί που για δεκαετίες έμαθαν να απορροφούν σπασμωδικά κομματάκια γνώσης φωνάζουν: «Κανείς δεν μπορεί να έχει ολοκληρωμένη γνώση! Μόνο ο Έλον! Ζήτω ο Έλον!»
Έπειτα από αυτές τις σκέψεις, ο καθηγητής στρέφεται προς τον μαθητή και απαντάει: «Πουθενά».
Κατάβάθος, όμως, σκέφτεται την τρίτη θέση του Μαρξ για τον Φόυερμπαχ: «Η υλιστική θεωρία, ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα των περιστάσεων και της παιδείας, και ότι επομένως οι αλλαγμένοι άνθρωποι είναι προϊόντα άλλων περιστάσεων και διαφορετικής παιδείας, ξεχνάει ότι οι άνθρωποι είναι ακριβώς εκείνοι που αλλάζουν τις περιστάσεις και ότι ο παιδαγωγός έχει και αυτός ανάγκη να παιδαγωγηθεί. … Η σύμπτωση της αλλαγής των περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας –ή αυτοαλλαγής– μπορεί να εξεταστεί και να κατανοηθεί ορθολογικά μονάχα σαν επαναστατική πρακτική».















































































































