Η πόλη έχει πτυχές, εμφανείς ή μη, που φανερώνουν το πόσο δεμένοι νιώθουμε ή –ακόμα βαρύτερο– είμαστε με αυτήν και πώς αντιλαμβανόμαστε την αξία της. Φανερώνουν και πόσο τη φροντίζει, βέβαια, η εκάστοτε δημοτική αρχή. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα, που, όσο βάρος και αλήθεια και αν εμπερικλείει, λειτουργεί ως περισπασμός, δικαιολογώντας τη μετακύλιση βάρους από τις πλάτες τις δικές μας, των πολιτών, σε αυτές των απρόσωπων αρχών. Και σε εμάς, τους πολίτες, θέλω να εστιάσω σήμερα.
Η πόλη είναι μια σύνθεση τοπίων που με τη σειρά της παράγει ένα αποθησαύρισμα αφηγήσεων, που συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία της και την πορεία της στον χρόνο. Το τοπίο, κατά τον Ελβετό κοινωνιολόγο ειδικό σε ζητήματα αισθητικής της αρχιτεκτονικής αστικού τοπίου Lucius Burckhardt, δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, είναι κατασκεύασμα του πολιτισμού και της διανόησής μας. Διαφοροποιείται από το περιβάλλον, καθώς έχει αποκλειστικά εννοιολογική οντότητα. Για να προσθέσω κάτι πάνω σε αυτό, το περιβάλλον το βρίσκει ο άνθρωπος να προϋπάρχει, το φυσικό κυρίως, ενώ το αστικό στηρίζεται σε κάποια υποδομή της φύσης και πλάθεται λειτουργικά. Το τοπίο, όμως, γίνεται αντιληπτό μέσα από την αλληλεπίδραση τόπου και ανθρώπου στην καθημερινότητα. Γίνεται αντιληπτό μέσα από το προσωπικό μας φίλτρο και υπό το πρίσμα αυτό ανασυντίθεται διαρκώς η εικόνα του. Το τοπίο αποτελεί τόπο με σημαίνουσα ταυτότητα, ειδικά, αν σκεφτούμε εδώ τον Heidegger: «οι πόλεις προσλαμβάνουν την ουσία τους από τόπους και όχι από χώρους».
Στην Αθήνα είμαστε περήφανοι για τα τοπία, εσχάτως δε τα ονομάζουμε τοπόσημα. Και είναι αλήθεια ότι έχουμε κάποιο δίκιο για την περηφάνια μας αυτή. Τόσους αιώνες συζητιούνται, εκατομμύρια ανθρώπων έρχονται κάθε χρόνο να τα θαυμάσουν και να νιώσουν την αύρα τους και άλλοι να φωτογραφηθούν, να βγάλουν ένα reel, ένα story, κάτι τέλος πάντων, για να αυτοδιαφημιστούν ότι βρέθηκαν εδώ. Αποτελούσε πόλο έλξης από τότε, λίγο πριν ή λίγο μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας, όταν για τους προγόνους μας ήταν ακόμα κυρίως αδιάφορα ερείπια ή πρώτη ύλη οικοδόμησης. Πώς να μην είσαι περήφανος;
Ωστόσο, τι είναι υπερηφάνεια; Είναι το αίσθημα έντονης ικανοποίησης που έχουμε για κάτι που κάναμε ή που σχετίζεται με εμάς. Και ως προς το β’ σκέλος, εντάξει, περήφανος είναι κάποιος και για κάτι που «είναι», με την ασάφεια που συνοδεύει το οντολογικό και υπαρκτικό αυτό ρήμα. Ως προς το πρώτο, όμως; Τι κάναμε, για να είμαστε τόσο περήφανοι για τα τοπία μας, τα τοπόσημά μας;
Κατηφορίζοντας την οδό Ερμού, στον πεζόδρομο που στη βορειοδυτική του μεριά εντοπίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού και η είσοδος της πόλης των Αθηνών (προσωρινά κλειστός) και στη νοτιοανατολική του βλέπει προς τον ηλεκτρικό και την οδό Θεσσαλονίκης στην ευρύτερη περιοχή του Θησείου, αντιλαμβάνεται κανείς μια αστική και ιστορική αύρα. Θέα πίσω η Ακρόπολη, λίγο πιο πάνω το Θησείο, η Αγορά, το σύγχρονο Μοναστηράκι, στο δεξί χέρι ο Κεραμεικός, πιο δυτικά το Γκάζι και ο funky(;) σύγχρονος Κεραμεικός (Μεταξουργείο κατά πολλούς), στην άμεση οπτική το Αμαξοστάσιο που όλο και κάτι διοργανώνει, είναι ένας όμορφος και αισθαντικός πεζόδρομος. Ναι, κάτι μέσα σου φουντώνει, χωρίς λόγο, αυθόρμητα. Δεν είναι περηφάνεια, όμως, ευχαρίστηση είναι.
Στο δεξί σου χέρι βλέπεις κάτι γεφυράκια. Περνάνε πάνω από τις γραμμές του ηλεκτρικού και οδηγούν στην οδό Θεσσαλονίκης, έχει και κάτι γραφικά ταβερνάκια εκεί. Τα γεφυράκια είναι σημαντικά τοπόσημα (ας κάνω κατάχρηση του όρου). Είναι, άλλωστε, κάτι παραπάνω από βασικές υποδομές μετακίνησης. Αποτελούν κομβικά στοιχεία του αστικού τοπίου, δρουν συνεκτικά και επαναπροσδιορίζουν τον χαρακτήρα του. Διαμορφώνουν την καθημερινή εμπειρία κατοίκων και επισκεπτών, καθώς δίνουν οπτική ταυτότητα και είναι στοιχεία αρχιτεκτονικής που αναβαθμίζουν αισθητικά, λειτουργικά και κοινωνικά την πόλη. Έχεις και την εμπειρία από τα ευρωπαϊκά γεφύρια, τα αρχιτεκτονικά και αισθητικά αυτά στολίδια, και αποφασίζεις να ανέβεις. Μέγα λάθος…
Η εικόνα απωθητική, η οσμή επίσης. Βανδαλισμένα, ρημαγμένα, με κουπαστές σκουριασμένες, γεμάτα σκουπίδια πάσης φύσεως. Μια πηγή μόλυνσης που ευτελίζεται ακόμα περισσότερο αισθητικά από κάποια κακής πρόσληψης γκράφιτι και οπαδικά συνθήματα. Ντροπή, γιατί η αρχιτεκτονική τους είναι εξαίσια. Σιδηροδρομικές πεζογέφυρες νεοβιομηχανικής αισθητικής του λειτουργικού αστικού εκλεκτικισμού, θα μπορούσαν να είναι στολίδια του τοπίου και μια έκφραση της μετάβασης από μία εποχή σε άλλη (από την αρχαιότητα του Κεραμεικού στο σύγχρονο Θησείο). Να και το στοιχείο της πόλης ως αφήγησης που πλέον φθείρεται.
Κατεβαίνεις γρήγορα με σκυμμένο το κεφάλι. Ποιος να φταίει; Η δημοτική αρχή; Διαχρονικά ναι, θα μπορούσε να τα φροντίσει. Το κράτος που αφήνει την ασυδοσία και τον βανδαλισμό ανεξέλεγκτο; Δεν διαφωνώ. Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς. Έστω ότι αύριο το πρωί ο δήμος αποφάσιζε να τα καθαρίσει, να τα κάνει να λάμψουν, και το κράτος αποφάσιζε να τιμωρήσει τον βανδαλισμό, πόσο πιστεύετε ότι θα άντεχε η αισθητική αναβάθμισή τους; Η απάντηση είναι προφανής. Και ο λόγος: Η φτωχή παιδεία μας, ειδικά όταν αυτή αφορά τον δημόσιο χώρο, για τον οποίο ελάχιστο σεβασμό τρέφουμε και καμία μέριμνα δεν επιδεικνύουμε.
Και κάπου εδώ ας επανέλθουμε στο στοιχείο της περηφάνειας. Καλά είναι τα κατορθώματα του παρελθόντος, αλλά ας είμαστε περήφανοι και για κάτι σύγχρονο. Και δεν χρειάζεται να πράξουμε κάτι το λαμπρό, αρκεί να σεβαστούμε το καθημερινό και να φροντίσουμε για την ανάδειξη του ωραίου. Και ας ανακτήσουμε τη σύνδεση με την πόλη μας, να νιώσουμε κομμάτι της ξανά. Και δεν μιλάω μόνο για τα γεφυράκια στην Ερμού, αυτά είναι ένα απλό και σαφές παράδειγμα.















































































































