Φθινοπώριασε!
Πρωτοβρόχια –τι φανταστική λέξη–, οι πεζοπόροι φορτώθηκαν το δισάκι τους, τα φύλλα πήραν να ξεκολλάνε απ’ τα κλαδιά και να πέφτουν, κι ο αέρας δρόσισε∙ απέκτησε αυτή την καπνίλα, αυτό το γνώριμο βάρος που έχουν τα πράγματα –οι εποχές, οι άνθρωποι– όταν αλλάζουν. Θα μου πεις… «μελαγχολία».
Μα τα άτιμα τα δέντρα «ξεντύνονται» χωρίς πάλη, με ψυχραιμία και γενναιοδωρία, και τα ζηλεύω. Ξέρουν ότι η ομορφιά δεν τελείωσε. Αυτή ίσως να είναι η σοφία του φθινοπώρου: να αποδέχεσαι τη φθορά όχι ως ήττα, αλλά ως φυσική συνέχεια.
Μεγαλώνουμε και ασπρίζουμε και πεισμώνουμε, αντιστεκόμαστε, κολλάμε στα παλιά, γραπωνόμαστε απ’ το παρελθόν και προσπαθούμε να σπρώξουμε έναν τοίχο –τον χρόνο– προς τα πίσω. Σπατάλη ενέργειας, τίποτα δεν θα γίνει. Να αποδεχτούμε, λοιπόν, τα χρόνια που περνούν και μας αλλάζουν (τι όμορφες οι ρυτίδες ανάμεσα απ’ τα μάτια σου). Είμαστε φθαρτοί και φθαρμένοι∙ ας είμαστε και γελαστοί (γελασμένοι πάντα, έτσι κι αλλιώς, αφού η ζωή μάς γλεντάει κανονικά).
Φθινοπώριασε σας λέω – κι ίσως, κάπου ανάμεσα σ’ αυτήν τη φθορά και τη γαλήνη, να μαθαίνουμε σιγά σιγά να ζούμε αξιοπρεπώς. Υπάρχει, άλλωστε, τόση ομορφιά στην πτώση.















































































































