Η Χριστίνα Γιαβάσογλου γράφει ένα γράμμα στον Διονύση Σαββόπουλο για τις μνήμες της συνεργασίας τους και τη μελαγχολία του αποχωρισμού.
Σκεφτόμουν όλες αυτές τις μέρες, πως ό,τι κι αν έγραφα για εσένα θα ήταν απλώς μια σελίδα ημερολογίου και δεν θα αφορούσε κανέναν. Σήμερα όμως, που ξύπνησα ξανά στις 5:30 το πρωί με σκούρες σκέψεις, κατάλαβα πως δεν με νοιάζει να είναι ό,τι είναι. Θέλω να πω για το θαύμα που είδα – κι ας μην αφορά κανέναν.
Τον Ιούλιο του 2024 έφθασα στο Κολωνάκι κρατώντας ένα βιογραφικό κι ένα λιλά γλαστράκι. Σ’ άκουγα από παιδί. Σε γνώρισα όμως (μουσικά) το 2019, όταν αποκαρδιωμένη από χωρισμό με νεαρό κινηματία, άκουγα στο μετρό ξανά και ξανά τα «Δέκα χρόνια κομμάτια» και γύρναγα γρήγορα σπίτι μόνο και μόνο για να περφορμάρω τη «Συνέλευση της ΕΦΕΕ» με κοινό τα έπιπλα και τη γάτα μου. Όταν ανακοινώθηκε η συναυλία σου στο Ηρώδειο (9/7/2024), έσπευσα να βγάλω εισιτήριο. Έμαθα αργότερα πως την επομένη νωρίς το πρωί θα έπρεπε να παρουσιάσω τη διπλωματική μου για να αποχαιρετήσω πια το Πολυτεχνείο. «Σκασίλα μου, θα πάω στη συναυλία κι ας κοιμηθώ αργά, θα μου φέρει γούρι», έλεγα.
Ένας χρόνος με τον Διονύση Σαββόπουλο
Να ’μαι τώρα, πέντε χρόνια αργότερα και λίγες μέρες μετά τη συναυλία και την αποφοίτησή μου, ένα βήμα μακριά απ’ το γραφείο σου. Πώς να ήσουν άραγε; Θα με απογοήτευες; Θα ήσουν αυστηρός; Βλοσυρός; Ή απλώς ένας μεγάλος με τιράντες και γυαλιά; Έτρεμα μην πέσεις από το θρόνο που σου είχα φτιάξει και καταποντιστούν μαζί σου όλα μου τα φοιτητικά χρόνια, που είχαν σάουντρακ τις δικές σου γραφές, τις δικές σου νότες. Έχουν γραφτεί για εσένα τόσο ωραία και διεισδυτικά κείμενα αυτές τις μέρες, που περιττεύει να ξαναπώ ότι σε «χρησιμοποιήσαμε» άθελά μας. Εξέφραζες κάτι δικό μας (νομίζαμε) μοναδικά δικό μας – στον καθένα κάτι άλλο. Σ’ εμένα την αμφιθυμία της φοιτητικής νεότητας, σε άλλους την «Άλλη Αριστερά», σ’ ορισμένους την ελεύθερη πτώση στο ρεαλισμό.
Από τότε που σε γνώρισα, ο θρόνος σου όχι μόνο δεν αποδομήθηκε στα εξ ων συνετέθει, μα άνθισε, υψώθηκε στο κέντρο του κόσμου μου, στον πυρήνα του πνεύματός μου και μοσχοβολούσε τόσο που μου έφερνε μια ξέφρενη ζαλάδα. Κάθε εβδομάδα περίμενα τις συναντήσεις μας «όπως οι άλλοι το Πάσχα». Απομαγνητοφωνήσεις για το βιβλίο, οι ιστορίες σου, η γλύκα σου, η εργατικότητά σου, η παιδική περιέργειά σου: «Πήγατε πουθενά νόστιμα το Σαββατοκύριακο;» «Ακούσατε καμιά ωραία μουσική;» «Είδες εκείνο το ντοκιμαντέρ που έπαιζε η τηλεόραση;» κι ύστερα «Πάμε να δουλέψουμε τώρα!». Δούλευες περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ. Είχες «ωράριο εργασίας» με μια παιγνιώδη πειθαρχία. Σκεφτόσουν ήσυχα, έκανες παύσεις, κι ύστερα γύρναγες χείμαρρος συνεχίζοντας το κείμενό σου ακόμα πιο ευθύ. Καμιά φορά, διορθώνοντάς το, κορόιδευες τον εαυτό σου: «Θα το αλλάξω αυτό το κομμάτι. Πολύ εξυπνάκιας αυτός, σιγά ρε μεγάλε!».
Μια εβδομάδα χωρίς τον Διονύση Σαββόπουλο
Το Σάββατο στην κηδεία σου, νόμιζα πως είσαι εκεί και μας κάνεις ένα αστείο. Φθάνοντας στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης στιγμιαία πίστεψα πως είσαι ο καμεραμάν, στην καφετέρια ήμουν σίγουρη πως άκουσα τη φωνή σου να ζητάει πλυμένα ποτήρια. Παράνοια.
Ακούγοντας τα λόγια του ομοτέχνου σου, Αλκίνοου Ιωαννίδη, κατέρρευσα. Μόλις τότε κατάλαβα ότι ο θάνατός σου είναι θανατένιος, αδιαπραγμάτευτος, ότι τώρα πια πραγματικά να «μην περιμένουμε αστειάκια».
Χαιρόμουν μόνο όταν σκεφτόμουν πόσο θα σ’ άρεσε το ετερόκλητο πλήθος που είχε μαζευτεί για να σε αποχαιρετήσει. Τα τρία αγοράκια με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα –βία 18 ετών– που κάθονταν στο πεζούλι της Μητρόπολης και άκουγαν τους επικήδειους. Το νεαρό κορίτσι με τ’ ακουστικά, που άκουγε τραγούδια σου και δάκρυζε την ώρα της λειτουργίας. Τα –κάποτε κορίτσια– τώρα γιαγιάδες που είχαν έρθει δυο δυο, βαστώντας η μια την άλλη για να σε προσκυνήσουν. Ο ιερέας, που στο «δεύτε τελευταίον ασπασμόν» η φωνή του έσπασε. Τα πιτσιρίκια του δημοτικού που σνόμπαραν τον θάνατο και χοροπήδαγαν τραγουδώντας όταν η μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού έπαιξε τη Συννεφούλα. Ξέρω ότι θα σου φαίνονταν όλοι «γλυκούτσικοι κι αχνοί».
Κι ύστερα η πομπή μέχρι το Πρώτο Νεκροταφείο. Μια μαύρη διαδήλωση, ένα αργόσυρτο καλοκάγαθο φιδάκι που σύρθηκε μέχρι το πιο ψηλό σημείο του Νεκροταφείου, πασπαλισμένο ολόκληρο με το εξωπραγματικά ωραίο πρωινό φως εκείνης της μέρας. Ένας απλός ξύλινος σταυρός και τ’ όνομά σου. Ο κόμπος στο λαιμό όταν ένιωσα ότι αυτά είναι τα τελευταία λουλούδια που σου δίνω, ένα χρόνο και κάτι μετά από το λιλά γλαστράκι της γνωριμίας μας.
Την τελευταία φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο, είχες κλείσει λέγοντας: «Να ’χουμε ένα γλυκό φθινοπωράκι!». Η δικιά σου τρυφεράδα λείπει απ’ το φετινό φθινοπωράκι. Άσ’ τα και παράτα τα.
Αντίο, Ήλιε-Ήλιε Αρχηγέ μου!
*Η φωτογραφία εξωφύλλου είναι σκίτσο που μου παραχώρησε ο ζωγράφος Cacao Rocks (Ιάσονας Μέγκουλας) και τον ευχαριστώ ιδιαιτέρως.















































































































