Με το βλέμμα στραμμένο στις εσωτερικές ρωγμές της ανθρώπινης ψυχής και με λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στον υπαινιγμό και το φόρα-παρτίδα, ο Δημήτρης Ξενογιαννάκης (έμπειρος σχοινοβάτης των α λα παλαιά media) επιστρέφει με τη νέα του συλλογή διηγημάτων «Εξομολογήσεις ενός θεού κι ενός διαβόλου» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καθρέφτης. Το βιβλίο του που διατρέχει με επιτυχία τα όρια ανάμεσα στο αιθέριο και το γήινο, το ερωτικό και το υπαρξιακό, το χιούμορ και την εξομολόγηση, την παρατήρηση και την ενδοσκόπηση.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Ξενογιαννάκης μάς ξεναγεί στα παρασκήνια της γραφής του. Οι λέξεις και οι φράσεις του δεν ακολουθούν φόρμες αλλά εκρήγνυνται, η φαντασία μπλέκει με την παρατήρηση, και οι ήρωες κουβαλούν τις αδυναμίες, τις ενοχές και τα ρήγματα της σιωπής τους. Ο συγγραφέας μάς μιλά επίσης για τη σχέση του με το χιούμορ, τη γυναικεία ματιά, την ουσία της λογοτεχνίας, αλλά και για τον επόμενο σταθμό της διαδρομής του: το Corpus, μια πρωτότυπη σωματική και λογοτεχνική εξερεύνηση, που μας κάνει ήδη να ανυπομονούμε.

Τα διηγήματά σας είναι αποτέλεσμα παρατήρησης ή φαντασίας; Πού σταματά το ένα και πού αρχίζει το άλλο;
Με ό,τι υλικό και αν φτιάξεις ένα διήγημα εκείνο είναι έτοιμο να πετάξει, να κινηθεί στο δικό του σύμπαν. Δεν υπάρχει διαζευκτικό «ή» και όρια όταν ξεχύνονται οι ιδέες. Η παρατήρηση και η φαντασία απλώς μεταγγίζουν το βροντερό στο ορατό μας.
Ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου παραπέμπει σε αντίθετους πόλους. Πώς χειρίζεστε τις αντιθέσεις στη γραφή σας;
Μα ο θεός και ο διάβολος δεν είναι τίποτε άλλο πάρα μέρος της δισυπόστατης φύσης μας, η αιώνια έμπνευση και ανησυχία περί καλού και κακού…αλλά αν αυτό σας μπερδεύει τότε δεχθείτε τούτο, ας πούμε πως πρόκειται για τη ματιά ενός έκπτωτου ποιητή στη βοή των ημερών μας, ενός ποιητή παρατηρητή που καταγράφει τα προσωπικά αδιέξοδα εκείνων που καλούνται ν΄ αναμετρηθούν με τις αδυναμίες που κουβαλά η σιωπή, η ενοχή, η ίδια η ψυχή που ενίοτε την συναντάς και ραγισμένη.
Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του «Δημήτρη δημοσιογράφου» και του «Δημήτρη συγγραφέα»;
Καταρχάς στο δικό μου σύμπαν οι λέξεις «δημοσιογράφος», «δημοσιογραφία» δεν υφίστανται,
έχουν προ καιρού εκλείψει. Εγώ παλεύω για τον καθαρμό μου μέσω της γραφής.
Συνεπώς και ευτυχώς δεν είμαι αναγκασμένος να διοχετεύω πληροφορίες κατά το δοκούν…
άρα μπορώ ελεύθερα να κινούμαι και να βασανίζομαι από τους δαίμονες που κουβαλά
η ίδια η καρδιά μου.
Πιστεύετε ότι το χιούμορ είναι απαραίτητο για να επιβιώσει ένα διήγημα;
Χωρίς χιούμορ κάθε διήγηση γίνεται άγευστη, χάνεται εκείνο το υπέροχο άρωμα της μαγείας, μιας ανάσας απρόβλεπτης. Είναι σαν να διαπερνά την καθημερινότητα απ΄ άκρη σε άκρη το φανερό, το συγκεκριμένο. Το χιούμορ είναι αυτό που μπορεί να κάνει τον ακριβοδίκαιο και τον ψευδόμενο να χάσουν την απολυτότητά τους. Στη λογοτεχνία και στη ζωή είμαστε το χιούμορ μας.
Πόσο σας ενδιαφέρει η γυναικεία ματιά στη γραφή σας;
Το δεύτερο βιβλίο μου έχει δεκαοκτώ ιστορίες. Η γυναίκα, ο ρόλος και οι ρόλοι της αποτελούν κεντρικό σημείο αναφοράς. Η γυναίκα στο δράμα, η γυναίκα στην κωμωδία, η γυναίκα που εμπνέει άλλοτε τον θεό, άλλοτε πάλι τον διάβολο. Όπως και να’ χει οι γυναίκες αποτελούν πυρήνα της γραφής μου. Ξέρετε πιστεύω ακράδαντα σε αυτό που έλεγε ο Καβάφης «έρχεται μια μέρα που πρέπει να πει κανείς το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι» και ειλικρινά σας αναφέρω, οι γυναίκες είναι οι μόνες κατάλληλες κάτι τέτοιο να το πετύχουν.
Υπάρχει κάποια γυναίκα που σας έχει εμπνεύσει πραγματικά για κάποιο διήγημα;
Θα έλεγα ναι – συγκεκριμένα, στο διήγημα «Σαρκολατρικό»! Εκεί που ένα σώμα συναντά ένα άλλο σώμα, όταν η σάρκα συνθέτει τα δέκατα του πυρετού της. Σε αυτή την άκρως ερωτική ιστορία το σώμα και ο πόθος είναι έτοιμα ν’ αναμετρηθούν με αμαρτίες, με το άγριο, το ανήμερο. Αυτή η γραφή για μένα είναι ξεχωριστή γιατί συνετέθη από γυναίκα και νερό, από πάθος και έντονο συναίσθημα. Είναι μια θαυμάσια της ζωής μου αλήθεια, ένα μικρό ευτύχημα που έστησε μπροστά μου ο ερωτιδέας.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητά μας, έστω λίγο; Εννοώ…συγγραφέων τε και αναγνωστών!
Επιτρέψτε μου ένα δανεικό από τον Τσέχωφ. Σκοπός του καλλιτέχνη, λέει, είναι η παρουσίαση του προβλήματος και όχι η απαίτηση λύσης από τον ίδιο. Υπό αυτό το πρίσμα ο καλλιτέχνης οφείλει να δημιουργήσει το λιθόστρωτο εκείνο που θα διασχίσει ο αναγνώστης. Αν καταφέρεις να τον πάρεις μαζί σου σε αυτό το ταξίδι τότε ναι! Η τέχνη πέτυχε το σκοπό της, να υπάρξει το θαύμα, η ομορφιά, μια παγκόσμια σταθερά πριν υπάρξει σταθερά. Όσο υπάρχει φαντασμαγορία στον αμφιβληστροειδή τόσο το ευάγωγο θα γεμίζει φως, θα μας προσφέρει το δικαίωμα για στοχασμούς και άλλα ατρεμή άρα αναγκαία. Και τούτο μην ξεχνάμε: η λογοτεχνία δεν είναι κάτι το εφήμερο, είναι το πιο πλησίον προς το άμετρο ορμών και ονείρου.
Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο συγγραφέα που θέλει να συνδυάσει παρατήρηση, χιούμορ και ουσία;
Μόνο μια συμβουλή: να αδημονεί! Να αδημονεί να γνωρίσει το σώμα του, να αδημονεί
ως να ήταν ενός αχαλίνωτου τρελού η νόηση, η πράξη. Ένας νέος οφείλει να περπατήσει στην εξίσωση του θαυμαστού και να ουρλιάξει ως μέγεθος και σπόνδυλος τελειότητας και ευφυΐας. Μόνο αυτό, να αδημονεί και να δουλεύει δίχως προσδοκίες. Ας ξεμπερδέψουμε από αυτές, ας αφήσουμε χώρο να ειπωθούν σωστά τα λάθη και τα πάθη ώστε να γίνει η συνείδησή μας πιο βαθιά. Αποδόμησε κάθε ευδαιμονισμό και πληρότητα, στάσου με αξιοπρέπεια απέναντι στην τεράστια του κόσμου κοροϊδία, την απάθεια! Τα υλικά για να πετύχεις τα έχεις, τι μένει; Να είσαι εσύ…
Τι ετοιμάζετε αυτή την εποχή; Γράφετε κάτι άλλο, κάτι καινούργιο;
Ολοκληρώνω το τρίτο μου βιβλίο με τον τίτλο CORPUS. Πρόκειται για 28 κείμενα που είναι έτοιμα να μας ταξιδέψουν στο σώμα γυρεύοντας μιανής στιγμής την υπεροχή, μιανής στιγμής την υπεροψία. Το σώμα ως κόκκος εντυπώσεων, ως αΐδιο της λέξης ποθώ…Το σώμα από την μακρινή Κούβα με το cuba libre φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες για ένα τάνγκο που δίνει στα αιμοσφαίρια το θρόισμα και τις ομολογήσεις τους. Το σώμα ως σείσμα ασίγαστης λαχτάρας, ως ανάγκη, θραύσμα μαζί και ψαλμωδία. Το σώμα ως να γύρευε το έσχατο από το φιλί του Rodin ως την τελική νίκη επί των απολήξεων. Σε αυτό το βιβλίο ο έρωτας διασχίζει το αδύνατον αποτολμώντας την περιγραφή του, είναι ένα λιγόζωο βέβαιο, ένα βέβαιο που ζυγίζει μόνο λίγα γραμμάρια χρόνου και ύστερα αδιαίρετα σκορπίζει.
Αν ο θεός και ο διάβολος μπορούσαν να σας δώσουν μια συμβουλή για τη ζωή, την δική σας ζωή, ποια θα ήταν αυτή;
Να σωπάσω! Να αφήσω τις ιστορίες να μεταγγίσουν μόνες τους στους αναγνώστες μια στάλα από το όνειρο, του έρωτα το διανόημα και την επιδοκιμασία. Στην τελική ξέρετε, τούτος ο θεός και ο διάβολος δεν κάνουν κάτι άλλο παρά να διακωμωδούν συνεχώς τα λάθη και τα πάθη, όπως εμείς οι ανόητοι μεγαλόστομα τα προσεγγίζουμε χωρίς αιδώ. Αν ο θεός και ο διάβολος μου δίνανε μια συμβουλή θα ήταν να συρθώ σε οίκους ανοχής και φαντασίας, σε πλεύση με ποσότητα φιληδονίας εαρινή και αρεστή της ματαιοδοξίας μου. Αν αφήσεις την ψυχή σου να νιώσει τη μεγάλη ανυποταξία τότε είσαι κοντά να γίνεις ενός πόθου και ενός εξαγνισμού ό,τι αξίωσες.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καθρέφτης.














































































































