Ποιοι είναι όλοι εκείνοι που γεμίζουν τις ιδιωτικές λέσχες της πόλης, και των οποίων ο πληθυσμός αυξάνεται τόσο ώστε να δικαιολογείται το άνοιγμα ακόμα περισσότερων;
Private clubs, private parties, private gatherings. Οι κλειστές λέσχες, οι members only, δεν είναι μια καινούργια υπόθεση για την Αθήνα. Η παλαιότερη λέσχη η «Αθηναϊκή» της οδού Πανεπιστημίου άνοιξε τις πόρτες της πριν 150 χρόνια ως ένα αμιγώς gentleman’s club, με τις γυναίκες να μπορούν (μέχρι και σήμερα) να παρίστανται μόνο ως plus one. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν ανοίξει δεκάδες ακόμα λέσχες, η καθεμία με τον χαρακτήρα της, τον κόσμο της, και φυσικά το φάσμα ετήσιων συνδρομών που πρέπει να καταβάλλουν τα μέλη για να γίνουν δεκτά. Σε πολλές λέσχες μάλιστα δεν μπορείς καν να εισαχθείς –όσα χρήματα κι αν δώσεις– εάν πρώτα δεν σε προτείνει ένα υπάρχον μέλος.
Privacy
Υπάρχουν (περισσότεροι απ’ όσοι πιστεύετε) Αθηναίοι εκεί έξω που η ύπαρξη του ονόματός τους σε μια λίστα μελών είναι κάτι περισσότερο από αυτονόητη στη ζωή τους, αποτελεί ένα σημαντικό και αναντικατάστατο asset. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι: Ορισμένοι ειλικρινά αυτό που αποζητούν από την συμμετοχή σε μια λέσχη είναι η ιδιωτικότητα που τους προσφέρει, η προστασία από τα βλέμματα του κόσμου, κι από κινδύνους ακόμα που μπορεί να υπάρξουν σε μια δημόσια έξοδό τους. Να σημειώσουμε, εδώ, ότι λ.χ. από την «Αθηναϊκή» έχουν περάσει 29 πρωθυπουργοί.
Μέχρι αυτό το σημείο, το καταλαβαίνω και το βρίσκω κάπως λογικό. Η Ελλάδα, όμως, είναι μια πολύ μικρή χώρα. Δεν έχουμε δα και τόσα υψηλά ιστάμενα και ταυτοχρόνως αναγνωρίσιμα πρόσωπα που να λαχταρούν μια στιγμή ιδιωτικότητας για να ανασάνουν. Δεν είμαστε στο Χόλυγουντ, αλλά στην Αθήνα των μικρών μεγεθών και διαμετρημάτων. Ακόμα και οι celebrity μας –όσοι έχουν απομείνει– ειδικά μετά την επέλαση των social media, έχουν πλήρως απομυθοποιηθεί πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Εμείς και οι άλλοι
Ποιοι είναι λοιπόν όλοι εκείνοι που γεμίζουν τις λέσχες της πόλης, και των οποίων μάλιστα ο πληθυσμός αυξάνεται τόσο ώστε να δικαιολογείται το άνοιγμα ακόμα περισσότερων;
Eπιχειρηματίες, καλλιτέχνες, εφοπλιστές, wealth managers, C–suiters, μοντέλα, και φιλόδοξοι πολιτικοί, δικηγόροι, γιατροί. Λάτρεις του fine dinning και της υψηλής αισθητικής που αναζητούν τηλεμεταφορά σε έναν κόσμο που μοιάζει περισσότερο με μυθιστόρημα, ενώ ταυτόχρονα διεκδικούν καθημερινές ευκαιρίες networking με όμοιους ή έστω παραπλήσιους ανθρωπότυπους. Δεν μηδενίζω καθόλου την ανθρώπινη ανάγκη του ανήκειν, η οποία μάλιστα θεριεύει όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος. Πράγματι στα 50 σου οι ευκαιρίες κοινωνικοποίησης, οι εκπλήξεις, σιγά σιγά λιγοστεύουν και η ομπρέλα μιας λέσχης είναι ένα κάποιο παράθυρο σε νέες συγκινήσεις.
Αναρωτιέμαι όμως, μήπως αυτή η προσκόλληση στο «private» και το «haute», είναι μια πολύ καλοφτιαγμένη ιδρυματοποίηση, ένα ολόχρυσο κλουβί που αποστερεί από τα μέλη τούτης της –ας μην κρυβόμαστε– υψηλής κοινωνίας την επαφή με έναν κόσμο που είναι τέλειος ακριβώς επειδή είναι ατελής. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω σκεφθεί μιλώντας με ορισμένους ανθρώπους πως ζούμε σε μια άλλη χώρα κι άλλη πόλη. Βαρούσα το κεφάλι μου μέχρι να καταλάβω πως πράγματι ζούμε. Ο δικός τους κόσμος είναι πέντε δέκα σημεία: από το σπίτι στην δουλειά με τις χρυσές προοπτικές, από εκεί στη λέσχη με τα χρυσά πόμολα, κι άντε σε ορισμένα σαλόνια με χρυσές κουβέντες.
Έχω, λοιπόν, τη φαντασίωση να οργανώσω μια περιπατητική εκδρομή με μέλη private clubs, σε γειτονιές της Αθήνας: από το λιμάνι του Πειραιά, μέχρι τα κακόφημα στενά της Ομόνοιας, να πιούμε σαλέπι και να φάμε κουλούρι. Να απαθανατίσω με μια κάμερα τις ξαφνιασμένες αντιδράσεις. Στο τέλος του περιπάτου θα με ευγνωμονούσαν άραγε ή θα αμπαρώνονταν δια παντός στη λέσχη τους;
*φωτογραφία εξωφύλλου: Το σαλόνι της «Αθηναϊκής Λέσχης».















































































































