Πριν μερικές ημέρες, έφυγε από την ζωή ο Κώστας Μοναχός, ένας λαϊκός τραγουδιστής που δούλεψε και σε σκυλάδικα και σε κοσμικά κέντρα και σε αυλές και παντού. Δεν έγινε διάσημος όπως άλλοι, όμως αγαπήθηκε πολύ και φανατικά, με τον τρόπο που αγαπιούνται οι ποδοσφαιρικές ομάδες μικρότερων κατηγοριών: με μια ιδιότυπη θρησκευτικότητα, μια προσήλωση συγκεκριμένη και σεβαστικιά.
Πίσω από την αχλή της ποπ κουλτούρας που έντυσε τα σκυλάδικα με μια αστερόσκονη μετα-μοντέρνας πρόσληψης και ανάλυσης, κρύβεται μια αλήθεια: τα σκυλάδικα, η καψούρα είχαν ψυχή. Οι στίχοι, η μουσική, ο τρόπος που κάποιοι άνθρωποι δούλευαν, ήταν και αισθάνονταν καλλιτέχνες, σταρ και τα λοιπά, η επικοινωνία τους με τον κόσμο είχε μέσα μια ευρύτερη Καλοσύνη. Μιαν αλήθεια. Σίγουρα, συνέβαιναν πολλά ευτράπελα: κακοποιήσεις, αποσιωπήσεις, μπούλινγκ, οικονομικά βατερλώ, εξαπατήσεις, ένα σωρό. Σιγά μη δε συνέβαιναν. Οι μαγαζάτορες πολλών σκυλάδικων, όπως μας έμαθε πολύ καλά ο βιωματικότατος και σταράτος στην καταγραφή του Θάνος Αλεξανδρής, στο «Αυτή η Νύχτα Μένει», λειτουργούσαν συχνά ως προαγωγοί, κοινώς νταβατζήδες. Με μια ελαφριά, νομικά αμφισβητήσιμη, συναίνεση κοριτσιών και γυναικών που, εκτός από χορό και τραγούδι, προσέφεραν την ομορφιά τους για αρκετά λεφτά, παραπάνω, το πράγμα μάλλον λειτουργούσε.
Έτσι έμοιαζε η ένδοξη νύχτα (ή έστω: ένα μεγάλο κομμάτι της) των περασμένων δεκαετιών: σκέτη καύλα, αυτοκαταστροφή, «παραδοχή της ήττας», όπως μεγαλειωδώς σχολίασε ο Δημήτρης Μανιάτης την θρυλική ατάκα «Ηλία ρίχτο» από το απόσπασμα Βιετνάμ της ταινίας «Όλα είναι Δρόμος» –απολαύστε και άλλα σχόλια του Μανιάτη (σε σχέση με τις καλτ ταινίες που έχουν αρκετή συγγένεια με το σκυλάδικο και την καψούρα, βεβαίως) στο ντοκιμαντέρ «Λατρεία-οι καλτ ελληνικές ταινίες (μου)» του Μελέτη Μοίρα. Προσωπικά, το είδα στο Cinobo και σας το συστήνω χωρίς δεύτερη σκέψη.
Είναι λογικό πράγμα η πατίνα του χρόνου να εξιδανικεύει καταστάσεις, να τις φέρνει σε ένα βάθρο, να τις γυαλίζει λιγάκι. Τώρα, καθένας και καθεμία μπορεί να πει ότι γουστάρει σκυλάδικα. Άσε που είναι και λίγο μόδα να λες ότι σ’ αρέσουν όλα αυτά και ότι δεν-ακούς-μόνο-indie-πράγματα-ρε. Όχι, κάποτε αν έλεγες ότι ακούς ροκ ή λαϊκά, αυτό το πράγμα ήταν δήλωση σοβαρή, ήταν statement. Από μια σκοπιά, είναι καλό που ξεφύγαμε από τις ταμπέλες και ο καθένας μας απολαμβάνει ελεύθερα ό,τι γουστάρει. Από μια άλλη σκοπιά, η απώλεια του ειδικού βάρους κάποιων πραγμάτων και καταστάσεων, μάς κάνει να μοιάζουμε (και ίσως να είμαστε στ’ αλήθεια) φτερά στον άνεμο. Να είναι όλα ό,τι και όπως να’ ναι. Καλή ώρα, ή μάλλον κακή, η σκυλοπόπ αισθητική των Mad Awards. Σκυλάδικο με wannabe καλιφορνέζικο γκλαμ, χορογραφίες, σώματα ερωτικά, αλλά σαφώς όχι ζυμωμένα μες στον έρωτα –τόσο απαστράπτοντα χαμόγελα, τόσο λαμπερά cheeks, τόσο επιμελές μακιγιάζ δεν θα πρέπει να χαλάσει με τίποτα, μες στην δίνη ενός φιλιού.
Τα σκυλάδικα που απέμειναν είναι pop-up και καταστασιακά, υφίστανται ως ανθρώπινο, φευγαλέο installation, κάτι νύχτες σε μπιτσόμπαρα νησιών ή σε παρακμιακά, συνοικιακά μπαράκια που πέφτουν βροχή τα σφηνάκια κι οι παραγγελιές και οι χαρτοπετσέτες στην ζεμπεκιά του καψούρη της παρέας. Η καψούρα, δε, μιας που τ’ ανοίξαμε το θεματάκι, μου μοιάζει κι αυτή σα γάλα: λήγει σε λίγες μέρες. Μα, για μένα, δεν θα ’πρεπε να είναι έτσι.
Προσωπική άποψη: η καψούρα είναι state of mind. Έχω την αίσθηση ότι τραγουδιστές τύπου Κώστας Μοναχός μπορεί να ήταν καψούρηδες με την γυναίκα τους για πάντα. Πείτε με ρομαντική. Παραδέχομαι, είμαι δέσμια των φαντασιώσεών μου, ως λαϊκό κορίτσι που έγινε συνειδητά λαϊκό, δεν γεννήθηκε σε τέτοιο περιβάλλον.
Η καψούρα γιορτάζεται με δάκρυα και υπερβολή και δεν χωρά στα σταθμά της εποχής που επιτάσσει πιλάτες, όρια, ενσυναίσθηση και beauty sleeps.
Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας, αγάπη. Ας δεχθούμε ότι έχουμε λιγάκι εξελιχθεί, ότι έχουμε υγιέστερες επιδερμίδες και ότι δεν καπνίζουμε στο σαλόνι με κλειστά παράθυρα και το μωρό στο πορτ μπεμπέ. Σύμφωνοι και πολλά μας μπράβο.
At the same time, έχουμε εξορύξει μεγάλα κομμάτια της ανθρώπινης, ελεύθερης έκφρασής μας, αυτής που μας θέλει αυτοκαταστροφικούς, παρανοϊκούς κάτω από το καθεστώς ενός μεγάλου έρωτα. Να μην θέλουμε, ρε, να είμαστε καλά. Να θέλουμε να ζήσουμε, χωρίς να έχουμε να απολογηθούμε σε κανέναν, το δράμα μας. Να μην γουστάρουμε να το ξεπεράσουμε βιαστικά, «για το καλό μας». Να ακούμε βερεσέ τις συμβουλές των φίλων. Καψούρα είναι αυτή η ιερή μοναξιά του πόνου. Εκεί, μόνη παρέα τα τραγούδια του καθενός και της καθεμιάς μας και οι φωνές των τραγουδιστών που νιώθουμε ότι μας ξέρουν και μας καταλαβαίνουν.
Κάνω σκρολ στο Insta ακούγοντας τίγκα Διονυσίου: βλέπω κοκτεϊλάκια, μπικινάκια, αυτομαυριστικά foams και εύκολα τσιτάτα ευζωίας. Θέλω από την απελπισιά μου που δεν χωρώ πουθενά να πέσω στο μπαλκόνι και να έρθει εκείνος που μου λείπει να με σώσει, να με φιλήσει στα χείλη, να ξυπνήσω στην αγκαλιά του την πλατιά σαν τη Χιονάτη της Disney. Μια Χιονάτη κατσιβέλα με καρέλι λευκό στο στόμα – καθότι με τον χάρο φίλη κι εγώ, Μητροπάνε μου, πάντα γελαστή και γελασμένη.
ΥΓ: Να είμαστε καλά, παιδιά, να γινόμαστε χάλια. Βγαίνει μωρέ καλοκαίρι μόνο με Release festival; Ε, μην τρελαθούμε τελείως τώρα.















































































































