Ο Ιούνιος στην Κυψέλη δεν μπαίνει απλώς. Εισβάλλει. Με μια μυρωδιά από γιασεμί, νεραντζιές, ανάμεικτα με τσίκνα από σουβλάκι και παγωτό φιστίκι. Κάθε γωνιά της Φωκίωνος Νέγρη ξεχειλίζει από ήλιο, κουβέντες στα παγκάκια και στα πεζούλια της πλατείας και επεκτατικές καρέκλες καφενείων που λες και προσπαθούν να κάνουν κατάληψη στην πόλη.
Κάπου ανάμεσα στα τραπεζάκια, στους σκύλους που έχουν βγάλει βόλτα τα αφεντικά τους και μεσήλικες που συζητούν για το ’90 λες και ήταν χθες, ξεχωρίζει μια ξεχωριστή νεανική φιγούρα. Η Ανθή. Ψηλόλιγνη σαν μπαλαρίνα, με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά και ένα υπέροχο κίτρινο φορεματάκι με κόκκινες παπαρούνες. Μοιάζει ολόκληρη με κινητό μπουκέτο.
Η Ανθή δεν περπατάει. Ίπταται. Ή μάλλον ίπταται και πλέει ταυτόχρονα. Σαν να έχει ειδική άδεια από τις αόρατες αρμόδιες αρχές για να αιωρείται ακριβώς πέντε εκατοστά πάνω από το πεζοδρόμιο. Κρατά πάντα ένα μικρό ματσάκι λουλούδια –όχι αγορασμένα, όχι!– κομμένα με μαεστρία από το πεδίον του Άρεως, που είναι απέναντι ακριβώς από το σπίτι της. Τα λουλούδια της, λέει, «τα διαλέγει η θεά τύχη και τα εγκρίνει το απέραντο σύμπαν».
Την μικρή Ανθή όλοι την αγαπούν. Όχι μόνο γιατί λες και φέρνει το θέρος με την παρουσία της, αλλά γιατί είναι πάντα πρόσχαρη και έχει μια καλή κουβέντα για τον καθένα. Από τον κυρ-Νίκο τον περιπτερά μέχρι τη γιαγιά Μαρίκα που ταΐζει τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς με τρυφερά ψιλοκομμένα φιλέτα γαλοπούλας.
Ένα απόγευμα, εκεί που η Ανθή χάζευε τα παλιά σπίτια με τα μικρά μπαλκόνια γεμάτα πολύχρωμες γλάστρες και δαντελένιες κουρτίνες που ανεμίζουν σαν σημαίες ρομαντισμού στην Φωκίωνος που ακόμα αντιστέκεται, σταμάτησε μπροστά στον μοναχικό καλλιτέχνη του δρόμου. Ο νεαρός τραγουδούσε με την κιθάρα του για «ένα κορίτσι με λουλούδια στα μαλλιά». Τον κοίταξε, την κοίταξε και έτσι απλά γεννήθηκε το πρώτο θερινό φλερτ. Εκεί, ανάμεσα σε μια πάλι πολυκατοικία του ’60 και μια ανθισμένη νεραντζιά στο πεζοδρόμιο.
Η πλατεία με τα παρτέρια το κατάλαβε πρώτη. Το πεζοδρόμιο έκανε ένα ανεπαίσθητο τίναγμα από χαρά. Τα περιστέρια άρχισαν να χορεύουν σουίνγκ. Οι καφετέριες χαμήλωσαν τη μουσική για να ακούσουν τους ψίθυρους της αγάπης. Ακόμα και οι σκύλοι της περιοχής –συνήθως αδιάφοροι για όλα– έριξαν μια φευγαλέα ματιά πίσω από τα κάγκελα.
Την επόμενη μέρα, η Ανθή κρατούσε πάλι λουλούδια. Αυτή τη φορά όμως, δεν ήταν κομμένα από εκείνη. Ήταν δώρο από εκείνον! Ένα μικρό μπουκέτο με μαργαρίτες. «Για τη μούσα της Φωκίωνος», της είπε. Κι εκείνη χαμογέλασε με τον άδολο τρόπο που ανοίγουν τα μπουμπούκια στον ήλιο.
Έκτοτε, ο θερμός Ιούνιος της Κυψέλης τους πήρε από το χέρι και τους οδήγησε σε ρομαντικές βόλτες στα πέριξ γεμάτες λουλούδια, αγκαλιές και παγωτό καϊμάκι. Και κάθε φορά που κάποιος τους έβλεπε, κάτι μέσα του ήθελε να ανθίσει κι αυτό. Γιατί στην Κυψέλη, κάθε καλοκαίρι τα λουλούδια δεν φυτρώνουν μόνο σε γλάστρες και παρτέρια. Φυτρώνουν και στις καρδιές των ανθρώπων…















































































































