Φοβάμαι πως τ’ απωθημένα είναι αθάνατα, σαν τις κατσαρίδες που στοιχειώνουν τις γωνιές μας και περπατούν βιαστικά στα σκοτάδια… Μη μου κρύβεστε, κάτι φυλάξατε κάποτε κι εσείς στην άκρη, όχι γιατί το ξεχάσατε, αλλά για να καταφέρετε να το ξεχάσατε έτσι αθέατο που θα ήταν. Κούνια που μας κούναγε… Αλλάξαμε πλευρό και αυτό εκεί το πεισμωμένο, με χαμόγελο που δεν ξαναβρήκαμε στο μπόι του, εκεί με την ίδια λιγούρα στο στομάχι, σαν το μαμαδίστικο πιάτο που δεν θα γευτεί ξανά ο ουρανίσκος μας.
Θα βγω εθελοντικά λοιπόν, θα σηκώσω το χέρι, τον δείκτη μου μάλλον, στρογγυλοκαθήμενη στο θρανίο και θα παραδεχτώ πρώτη εγώ, πως σέρνω ακόμα στον προφυλακτήρα μου ένα ντενεκεδάκι! Άθλια απωθημένα, αλυσιτελώς δεμένα, συνηθίζεις το κουδούνισμα τους που βαφτίζεις «λευκό ήχο» για να σε πάρει ο ύπνος και κάπως έτσι περνάει ο καιρός.
Αλλά είναι και εκείνα τα πρωινά στο ασανσέρ με το βρόμικο καθρέφτη που νομίζεις πως θα τον δεις τυχαία, αυτός ο άγνωστος πάνω στη στροφή της Δραγατσανίου, που φοράει χρωματιστά παπούτσια και το άρωμά του και σε τινάζει σαν άλογο και σε ταράζει, ψέματα να πω;
Είναι που τρως τα σεντόνια σου, διαθέτεις τη σάρκα και την ψυχούλα σου, τρως με όρεξη και όμως παραμένεις πεινασμένη, γιατί πέφτει σαν κολλύριο η σκέψη του στο μάτι σου και σε θολώνει, πώς να το πω;
Δεν είναι άχτι το απωθημένο, ούτε εγωισμός που πληγώθηκε και ζητάει να ρεφάρει… Όχι, ένα παράπονο είναι, ένα γαμώτο! Αυτό που θέλησες πολύ αλλά πολύ όμως και ας μη το άξιζε, γιατί η αντικειμενική του αξία που ήταν πολύ χαμηλότερη αυτής που πλήρωσες αδρά, και όμως δε το χόρτασες, ή στη χειρότερη δεν το έζησες καν. Αυτή η αναβολή στο ξυπνητήρι που πάτησες επανειλημμένα μέχρι που ξέχασες να ξυπνήσεις…
Ιερά και άτιμα απωθημένα, αν είχατε τη διάθεση και αν σκεφτόσασταν λιγότερο, τότε θα είχαμε χτυπηθεί πολλές φορές στα βράχια σαν οκτάποδες μαλάκιο και θα είχαμε πεθάνει μεν, χορτάτοι δε, πλάι σε κάποιο κύμα.















































































































