Γιατί περπατάει κανείς στην πόλη; Για να γυμναστεί; Για να χαλαρώσει; Γιατί πρέπει να μετακινηθεί (και δεν αντέχει να μπαίνει σε λεωφορεία και τρόλεϊ); Ναι, σύμφωνοι, αλλά μήπως υπάρχει κάτι πιο βαθύ πίσω από αυτήν την απλή αλλά και τόσο αναζωογονητική συνήθεια; Το σκαλίσαμε λίγο…
Αρχικά, το περπάτημα σύμφωνα με την επιστήμη: γυμνάζει όλο το σώμα, αυξάνει τη ροή οξυγόνου στο αίμα, ενισχύει τη φυσική αποβολή τοξινών από το σώμα, ενδυναμώνει οστά και αρθρώσεις, συμβάλλοντας στην πρόληψη της οστεοπόρωσης, βελτιώνει την πέψη και την κινητικότητα του εντέρου, ενισχύει τη σεξουαλική διάθεση και δραστηριότητα, επιδρά θετικά στην ψυχική και νοητική υγεία….κι άλλα χίλια δυο που αν τα απαριθμήσουμε θα φάμε όλη τη μέρα!
Πέρα από το τι λέει η επιστήμη όμως, ας συμφωνήσουμε πως είναι μια δραστηριότητα πρωτίστως αισθητηριακή και σε μια εποχή που η ζωή μας είναι γεμάτη οθόνες, στη δουλειά, στο σπίτι, το περπάτημα είναι μια ευχάριστη αλλαγή. Μυρωδιές από φαγητό, από μια μπόρα που μόλις πέρασε. Ήχοι από τα μπαλκόνια, κουβέντες που δεν προορίζονται για εμάς αλλά τις ακούμε, ροδάκια που σέρνονται στο πεζοδρόμιο, γαυγίσματα. Κι ύστερα βλέπεις ένα νέο γκραφίτι, ένα μπαλόνι, ένα νέο παγκάκι εκεί που πριν δεν υπήρχε τίποτα. Πρώτα, λοιπόν, έρχεσαι σε επαφή με την πόλη σου, με τους ανθρώπους, με τον καιρό και με τη στιγμή. Το περπάτημα σε επαναφέρει στο «τώρα»!
Παρένθεση 1η: Κάποτε διάβασα ότι οι κάμερες ασφαλείας, στο μέλλον, δεν θα αναγνωρίζουν πρόσωπα, αλλά το περπάτημα. Όχι μάτια και μύτες, δηλαδή, αλλά ρυθμό, κίνηση χεριών, τον τρόπο που λικνίζεται το σώμα, πόσο διστάζει ή όχι το βήμα. Το λεγόμενο gait: ένα βιομετρικό αποτύπωμα που δεν φαίνεται, αλλά προδίδει ποιος είσαι. Κάπως τρομερό, ε; Το περπάτημά μας είναι μόνο δικό μας, το σώμα επιμένει να περπατά μοναδικά.
Ένας όρος που έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι αυτός του flâneur. Ο flâneur, δηλαδή ο αστικός περιπατητής ή και «σουλατσαδόρος» αν θέλετε –αυτός τέλος πάντων που περιδιαβαίνει χωρίς βιασύνη– δεν περπατά για να φτάσει κάπου, αλλά για να ανακαλύψει, για να υπάρξει και ταυτόχρονα να εξαφανιστεί, να χαθεί ελεγχόμενα, να αφεθεί στην –να και η αγαπημένη λέξη του «Η πόλη ζει»– τυχαιότητα. Η γαλλική λέξη «flâneur» εμφανίζεται όλο και συχνότερα στη λογοτεχνία, μετά τη χρήση της από τον Charles Baudelaire στην ποίησή του, αλλά και το δοκίμιό του “The Painter of Modern Life” του 1863. Η λέξη προέρχεται από τον όρο flânerie του 17ου αιώνα, που σημαίνει να περπατάς χωρίς σκοπό.
Σύμφωνα με τον Baudelaire, ο flâneur περπατά χωρίς να εμπλέκεται. Γλιστρά στα στενάκια, τρυπώνει σε κρυφές γωνιές, κινείται από καθαρή περιέργεια∙ συμμετέχει, αλλά δεν ανήκει. Παρατηρεί την πόλη που άλλοτε μπορεί να του φαίνεται οικεία, άλλοτε απωθητική, αλλά σίγουρα σαγηνευτική.

Για πολλούς από εμάς το σουλάτσο στην Αθήνα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Στην πόλη υπάρχουν τα γνωστά / σοβαρά / τουριστικά σημεία ενδιαφέροντος κι ύστερα υπάρχουν τα δικά μας. Οι προσωπικές διαδρομές, παράλληλες με τη ζωή μας. Άλλος περπατά πάνω κάτω την Πατησίων, άλλος παράλληλα με τις γραμμές του ηλεκτρικού, άλλος γύρω γύρω το Πεδίον του Άρεως, μέχρι να ξεμπλοκάρει το κεφάλι του. Δεν περπατάμε όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε για τον ίδιο λόγο. Το περπάτημα είναι κυρίως μοναχική υπόθεση κι όταν περπατάς μόνος, οι σκέψεις μπαίνουν σε σειρά – άσε που πώς να συντονιστείς; Σπάνια ταιριάζουν δύο ρυθμοί.
Παρένθεση 2η: Οι μεγαλύτερες (και ομορφότερες) διαδρομές μου δεν έγιναν για να πάω κάπου, αλλά για να φύγω από κάτι. Από την ένταση, την κούραση, εκείνη την αδιόρατη ανησυχία που εμφανίζεται κάθε τόσο σ’ εμάς που ζούμε σε μια τόσο αγχωτική κι αγχώδη πόλη όπως η Αθήνα. Το περπάτημα είναι μια ήπια απόδραση. Μια μετακίνηση λίγο πιο πέρα από τον εαυτό. Μήπως αυτό με κάνει κι εμένα μία flâneuse;
Είπα όμως να συζητήσω και με συνεργάτες και φίλους επί του θέματος και τους ζήτησα να μου γράψουν κάτι κι αυτοί για την εμπειρία του περπατήματος. Ό,τι θέλουν. Σας αφήνω και τις δικές τους σκέψεις, τις δικές τους διαδρομές, τους δικούς τους ρυθμούς μέσα στην πόλη. Ας τους ακούσουμε κι ας σκεφτούμε μετά πόσο διαφορετικές θα ήταν οι ζωές μας, αν δεν μετακινούμασταν μονίμως πάνω σε ρόδες αλλά εμπιστευόμασταν τα πόδια μας συχνότερα. Πόσο πιο όμορφες πιθανόν. Πόσο πιο…φλανερικές!
Μαρτυρία 1η, της Καλλιρρόης Μπελεβώνη
Περπατώ, περπατώ εις το άλσος (της Νέας Φιλαδέλφειας) όταν ο κόσμος δεν είναι εδώ!
Η καλύτερη ώρα για περπάτημα είναι Κυριακή πρωί, λίγο μετά την τρίτη καμπάνα. Εκείνη την ώρα έχει γενικά ησυχία, λίγοι μόνο άνθρωποι βολτάρουν κι η Δεκελείας ακόμα δεν έχει κίνηση. Εκτός από τα μεγάφωνα της μικρής εκκλησίας που κάποιες φορές παίζουν στη διαπασών. Όλοι αυτοί οι κυριακάτικοι πιστοί που κάθονται στα στασίδια, κλεισμένοι μέσα, δεν ξέρουν τι χάνουν. Να είσαι ανάμεσα στα δέντρα, να γεμίζουν τα μάτια σου χρώματα και πάνω από τα τιτιβίσματα ν’ ακούς τον χερουβικό ύμνο να λέει «οἱ τὰ Χερουβεὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες, […] πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν». Που θα πει «εμείς που μυστικά παριστάνουμε τους αγγέλους, […] κάθε βιοτική έγνοια ας την εγκαταλείψουμε». Ταυτίζεσαι με το βαθύτερο νόημα του ύμνου κι απευθύνεις το «αλληλούια» εκεί που η ψυχή σου τ’ οδηγεί, στη μάνα όλων μας, την Φύση!
Και συνεχίζεις να περπατάς, να περπατάς, να περπατάς μέσα στο άλσος …
Μαρτυρία 2η, της Ηλέκτρας Τζώρτσου
Τα πόδια σου δεκατέσσερα
Θυμάμαι ότι το περπάτημα για μένα ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη πριν από δεκατρία χρόνια, όταν αποφάσισα να κάνω τη διαδρομή από το σπίτι μου στην Κάτω Τούμπα προς το κέντρο (3,5 χλμ.) –στο οποίο κατέβαινα σχεδόν κάθε μέρα– με τα πόδια. Τότε στη Θεσσαλονίκη τα λεωφορεία είχαν τεράστιο πρόβλημα με τα δρομολόγιά τους –για όσους αναρωτιέστε, ακόμη έτσι είναι– και δεν ήταν λίγες οι φορές που έβγαινα από το σπίτι περιχαρής και από την αναμονή στη στάση ξενέρωνα τόσο που οριακά ήθελα να γυρίσω σπίτι. Νομίζω λοιπόν πως περισσότερο ξεκίνησε ως ανάγκη, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβα το πόσο αγχολυτικό είναι, την αίσθηση ελευθερίας και αυτονομίας που σου προσφέρει, την επαφή που αποκτάς με το σώμα σου και πιο συγκεκριμένα με τα πόδια σου τα οποία γίνονται γνήσια οχήματα, τη γείωση που νιώθεις, το πόσο σε γυμνάζει, τον καθαρό χρόνο που έχεις για/με τον εαυτό σου και τις σκέψεις σου. Και φυσικά κάτι το οποίο θεωρώ αναντικατάστατο είναι ότι μόνο έτσι μαθαίνεις την πόλη στην οποία βρίσκεσαι. Άποψή μου πως οι άνθρωποι που δεν περπατάνε, όσες διαδρομές κι αν κάνουν σε μία πόλη με άλλους τρόπους –αν και τα λεωφορεία είναι επίσης μεγάλα σχολεία– δεν θα καταφέρουν να μάθουν το πραγματικό της πρόσωπο ποτέ. Γιατί άλλωστε όταν πηγαίνουμε σε μία χώρα του εξωτερικού, αλλά ακόμη και εντός Ελλάδας σε άγνωστές μας πόλεις, επιλέγουμε να κινούμαστε περισσότερο με τα πόδια και όχι με τα μέσα; Τιπ για επίδοξους περπατητές: ποτέ ακουστικά – και για τη σύνδεση με τον χώρο και τους ανθρώπους, αλλά και για ασφάλεια. Και κάτι άλλο: ακόμη κι αν η κατάσταση στους δρόμους και στα πεζοδρόμια της πόλης είναι τουλάχιστον απογοητευτική, και πάλι αξίζει!
Μαρτυρία 3η, της Κάτιας Μαγγιώρου
Η λίστα
Η αλήθεια είναι ότι δεν περπατάω όσο θα ήθελα. Είμαι και εγώ άλλος ένας άνθρωπος της πόλης που χρησιμοποιεί κυρίως το αυτοκίνητο. Έτσι, το περπάτημα για μένα είναι –με ελάχιστες εξαιρέσεις– οργανωμένη δραστηριότητα, και μάλιστα περιστασιακή. Είτε στη φύση, είτε στην πόλη. Οι αποδράσεις για πεζοπορία είναι μία δοκιμασία αντοχής μαζί με απόλαυση και μία υπενθύμιση ότι η φύση είναι γιατρικό. Το περπάτημα στην πόλη από την άλλη, γίνεται σε ρυθμούς νωχελικούς, με την απόλαυση της παρατήρησης. Σα μικρό παιδί αφήνομαι να εκπλαγώ από κάθε νέα ανακάλυψη – είτε αυτό φορά ένα μπαλκόνι με λουλούδια, μια είσοδο πολυκατοικίας, ένα ερειπωμένο σπίτι που προσπαθώ να το φανταστώ με ζωή. Η πόλη έχει πολλά προς παρατήρηση και είναι πολλά που δεν έχω δει ακόμα. Έχω μία λίστα κι εκεί είναι γραμμένο ό,τι θέλω να περπατήσω σε όλη την πόλη και τα στενά της. Είναι γραμμένο επίσης ότι θέλω να περπατήσω στο δάσος της Φολόης. Είναι μακριά η λίστα μου.
Μαρτυρία 4η, της Νικολέττας Βήκου
Και κυρίως τα μεσάνυχτα
Έχω γράψει χιλιόμετρα στο κοντέρ μου η αλήθεια είναι, όχι μόνο για τη δουλειά αλλά και με φίλους σε ατέλειωτα παραπατήματα από μια περιοχή σε μια άλλη. Το κέντρο το ξέρω απ’ έξω και ανακατωτά, ξέρω και καβάτζες για τσιγάρο και για να μπουκώσεις ένα σουβλάκι στα γρήγορα. Έχω περπατήσει από Παγκράτι σε Άγιο Ιωάννη κι από Βύρωνα σε Δάφνη, ξημερώματα με φίλους, τέτοιες αποστάσεις είναι εύκολες θα έλεγα. Η καλύτερη ώρα για εμένα είναι τα μεσάνυχτα. Είναι ώρα μαγείας! Η πιο ωραία διαδρομή που έκανα πρόσφατα ήταν το Εξάρχεια-Δάφνη με τα πόδια και δίνοντας ασταμάτητα φιλιά!















































































































