Ποίηση για ό,τι επείγει
Μιλήσαμε με τις Γραφούλες (Ουίτσι, Ιωάννα, Παυλίνα, Τώνια, Νάντη, Δανάη). Το όνομα της ομάδας τους προέκυψε από ένα παιχνίδι της δεκαετίας του 1980 και αρχών ’90, μια πολύχρωμη γραφομηχανή που λεγόταν «γραφούλα». Αυτό που τις ώθησε να ξεκινήσουν τις δράσεις τους στους δρόμους της Αθήνας, όπως μας είπαν, ήταν: «μια κοινή ανάγκη να διερευνήσουμε τους τρόπους που επινοεί η ποίηση για να παρέμβει στον δημόσιο χώρο».
Γραφούλες! Γιατί όχι και γραφιάδες;
Ιωάννα: Το όνομα της ομάδας μας προέκυψε από ένα παλιό παιχνίδι της δεκαετίας του 1980 και αρχών ’90, που ήταν μια πολύχρωμη γραφομηχανή που λεγόταν «γραφούλα». Τα παιχνίδια εκείνα ήταν οικεία σ’ εμάς και αμέσως νιώσαμε ότι αυτή η παιγνιώδης διάσταση ενός κατά τα άλλα «σοβαρού» αντικειμένου μας ενδιέφερε πολύ. Από εκεί και μετά, το γραφούλες πιστεύω πως ανταποκρίνεται καλύτερα στην ομάδα μας, που είναι μια ομάδα αποτελούμενη από θηλυκότητες που γράφουν, ενώ η λέξη «γραφιάς» (ή στον πληθυντικό, γραφιάδες) είναι μια λέξη αποκλειστικά αρσενική στο γραμματικό της γένος, στερεοτυπικά ίσως συνδεδεμένη με άντρες που γράφουν και μάλιστα, όπως εμφανίζεται στη φαντασία μου, σκυμμένοι στα χαρτιά τους και αποκομμένοι απ’ τον κόσμο, ενδεχομένως χωρίς καμία καλλιτεχνική διάσταση. Με τις γραφούλες προσπαθούμε να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο.
Παυλίνα: Λέει κάτι πολύ ωραίο η Κλαρίσα Πίνκολα Εστές στο “Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους”, με δικά μου λόγια πως εκείνη θα μιλήσει για τις γυναίκες και τις κοινότητες γυναικών, αλλά θα ήταν πολύ σκόπιμο να γράψουν και οι άνδρες κάτι δικό τους που να ερευνά αυτά τα θέματα και να εμπνέει σε μια κατεύθυνση ενεργοποίησης ευαίσθητων, πολύτιμων περιοχών και αρχέγονων καλών δυνάμεων. Όσες φορές μας έχουν ζητήσει άνδρες φίλοι να γράψουν μαζί μας κατ’ εξαίρεση λίγα ποιήματα στο δρόμο, τους έχουμε δεχθεί με χαρά. Και προσωπικά θα στήριζα θερμά μια ομάδα γραφούληδων. Οι γραφιάδες νομίζω αποτελούν μια κατηγορία εργαζομένων που δεν μας αφορά εν προκειμένω.
Τι είναι διαφορετικό όταν μια ομάδα απαρτίζεται μόνο από γυναίκες;
Ουίτσι: Το δικό μου φύλο είναι ρευστό και στην ομάδα υπάρχουν άτομα που δεν προσδιορίζονται αποκλειστικά ως γυναίκες. Περισσότερες θηλυκότητες όμως σε μια ομάδα, σημαίνει ενδυνάμωση των φωνών μας, αίσθημα ασφάλειας στις δράσεις μας, ανοιχτότητα και ευαισθησία ανάμεσά μας και στις συνομιλίες με τους περαστικούς, κατανόηση, ενσυναίσθηση και φροντίδα.
Τώνια: Είναι, δυστυχώς, αρκετά συνηθισμένο, όταν σε ομάδες κυριαρχούν σις στρέιτ αρρενωπότητες να καταλαμβάνουν δυσανάλογα πολύ χώρο και να αναπαράγουν έναν ηγεμονικό λόγο, πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιούν και να κάνουν τον απαραίτητο έλεγχο των προνομίων τους. Το γεγονός πως η ομάδα μας απαρτίζεται από γυναίκες και θηλυκότητες δημιουργεί την ασφάλεια ότι το πλαίσιο θα είναι φροντιστικό και θα καλλιεργεί πρακτικές οικειότητας και αλληλεγγύης.
Νάντη: Το πιο πιθανό είναι οι περαστικοί να βλέπουν μια ομάδα από κορίτσια που κάτι κάνουν. Σκέφτομαι πως αυτό ίσως κάνει την ομάδα να μοιάζει πιο ακίνδυνη, ώστε να πλησιάσουν. Ωστόσο, πολλές από τις γραφούλες δεν αυτοπροσδιορίζονται “γυναίκες”. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ταυτόχρονα, στις εξορμήσεις μας έχουν συμμετάσχει και άντρες. Η συνεργασία μας δεν στηρίζεται σε κάποια ταύτιση που να αφορά το φύλο.
Τι σας ενώνει;
Τώνια: Η ραχοκοκαλιά της δράσης είναι η κοινή ανάγκη να διερευνήσουμε τους τρόπους που επινοεί η ποίηση για να παρέμβει στον δημόσιο χώρο και να εμπλέξει άτομα τα οποία ενδεχομένως δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή με τον ποιητικό λόγο. Είναι πάντοτε γοητευτικό να ψηλαφεί κάποια τα πορώδη όρια ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, στο πολιτικό και το συναισθηματικό, όταν τα σώματα βρίσκονται σε μια δημιουργική συνάντηση. Κι έπειτα, στις αστικές μας περιπλανήσεις κρύβεται η απαραίτητη υπενθύμιση για την αξεδιάλυτη παρουσία της ποίησης μέσα στη ζωή.
Παυλίνα: Η πίστη στην επιδραστικότητα του ποιητικού λόγου, η έγνοια για την πόλη μας και τους ανθρώπους της, η ανάγκη να απευθυνθούμε στον κόσμο με έναν τρόπο διαφορετικό “για ό,τι είναι αυτό που συμβαίνει ή επείγει”.
Δανάη: Μας ενώνει η κοινή επιθυμία να καλλιεργήσουμε την διάδοση του ποιητικού λόγου και ο κοινός στόχος αυτή την επιθυμία να την κάνουμε πράξη με όσο το δυνατόν περισσότερους τρόπους. Μας ενώνει κάθε φορά η χαρά της συνάντησης, η περιπέτεια, το μοίρασμα, το άνοιγμα στο άλλο, στον άλλο και στο αλλού των λέξεων, τα δώρα που φέρνει η γλώσσα.
Τι σας θυμώνει;
Ιωάννα: Δυστυχώς συνειδητοποιώ ότι με θυμώνουν πολλά πράγματα, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με την κρατική εξουσία και την κυβέρνηση. Με θυμώνει η αλαζονεία κι η αδιαφορία της για τις ανάγκες του κόσμου, ακόμη περισσότερο με θυμώνει ο τρόπος που αφήνουν ανεξέλεγκτη και στηρίζουν με κάθε τρόπο την αυθαιρεσία των ιδιωτικών πρωτοβουλιών εις βάρος των ανθρώπων, με θυμώνει πολύ η δήθεν «αριστεία», οι ιδιωτικοποιήσεις, η ατιμωρησία και η σιγουριά – δυστυχώς δικαιολογημένη όπως αποδεικνύεται – ότι όλα ξεχνιούνται… Πολλά με θυμώνουν, η λίστα μου είναι τεράστια.
Νάντη: Ό,τι μας θυμώνει λειτουργεί ως κίνητρο ώστε να κατεβαίνουμε στον δημόσιο χώρο και να γράφουμε στους περαστικούς. Είναι μια σταθερή δυσανεξία στην, μάλλον, κοινή αίσθηση πως ο χρόνος και ο ίδιος ο δημόσιος χώρος στενεύουν. Κάτι που συμπυκνώνεται στο δύσπιστο βλέμμα του περαστικού, τον οποίο πρέπει να πείσουμε πως δεν πουλάμε κάτι.

100% πλήρης ανισότητα, 0% πλήρης ισότητα. Που βρισκόμαστε σαν μέσος όρος στην Ελλάδα;
Παυλίνα: Σίγουρα η λογική του μέσου όρου δεν είναι ο τρόπος για να καταλάβουμε την ισότητα και την ανισότητα. Σε ό,τι αφορά τα έμφυλα ζητήματα και τα συναφή δικαιώματα, το θέμα δεν είναι καθόλου άσχετο με τα ταξικά και άλλα προνόμια της καθεμίας και του καθενός μας. Αν κάποιος ή κάποια έχει τη δυνατότητα να εργάζεται ή να μην εργάζεται, να σπουδάσει ή να μη σπουδάσει, να επιλέγει ή να μην επιλέγει έναν επαγγελματικό χώρο, να ζει με λίγα ή με πολύ περισσότερα, αυτομάτως διαφοροποιείται από όσες και όσους δεν έχουν καμία δυνατότητα επιλογής σε ό,τι αφορά όλα τα παραπάνω. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου της Αθήνας είναι μη προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρία για ποια ισότητα να μιλήσουμε και σε τι θα αντιστοιχούν οι μέσοι όροι; Το έμφυλο ζήτημα διασταυρώνεται καθοριστικά με το οικονομικό υπόβαθρο, την καταγωγή, την ηλικία και μελετώντας ακριβώς αυτές τις διασταυρώσεις καταλαβαίνουμε την ανισότητα όσο και τις δυναμικές για να την υπερβούμε.
Νάντη: Μοιραζόμαστε μια γραφομηχανή, τα χαρτιά και τα στυλό μας. Σε αυτή την όμορφη αλλά σκληρή πόλη, κάθε μια από τις γραφούλες έχει για την ώρα ένα σπίτι να επιστρέψει, κάποια κακή ή λιγότερο κακή εργασία και κάποιο ελεύθερο χρόνο για μια τέτοια δράση. Στην τηλεόραση παίζει πως δεν είναι λογικό να αγοράζει κανείς ολόκληρο καρπούζι. Αυτό σημαίνει πως πράγματα που χθες ήταν αυτονόητα, σήμερα κάποιοι εργάζονται να μας πείσουν πως δεν είναι. Το ποσοστό αυτό δεν ξέρω να το περιγράψω με αριθμούς.
Στο χώρο της τέχνης αλλάζει αυτό το νούμερο;
Παυλίνα: Η τέχνη δεν λαμβάνει χώρα σε άλλο κοινωνικό πλαίσιο από την ίδια τη ζωή μας, συνεπώς όχι, δεν αλλάζει το νούμερο ισότητας και ανισότητας που αντιστοιχεί στο κάθε πλάσμα σε κάθε πεδίο του βίου του. Γεγονός είναι, βέβαια, πως οι καλλιτέχνες και οι καλλιτέχνιδες “συζητούν” με τον δικό τους μοναδικό τρόπο τα κοινωνικά φαινόμενα και προτείνουν εναλλακτικές πραγματικότητες με τον πιο αποδοτικό τρόπο που ξέρω, επιμένοντας στην πίστη τους για ένα πιο ισότιμο και άρα πιο ευτυχισμένο αύριο, ακόμα και όταν η εξουσία τους αγνοεί και υποτιμά την εργασία τους, όπως κατά βάση συμβαίνει στη δική μας χώρα.
Νάντη: Για να καλούμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα, τι σημαίνει μια ποιητική ομάδα να απαρτίζεται αποκλειστικά από “γυναίκες”, σημαίνει πως κάτι ξενίζει και άρα κάτι αλλάζει. Ταυτόχρονα, σημάνει πώς αυτό το κάτι δεν έχει αλλάξει αρκετά, μιας που μας ρωτούν ακόμη. Σκέφτομαι πως στην φωτογραφία των ποιητών της γενιάς του ’30 κάνεις από τους απεικονιζόμενους δεν ρωτήθηκε γιατί εκεί ήταν μόνο άντρες.

Κάνετε τις δράσεις σας στο δρόμο. Ποιος προσεγγίζεται πιο εύκολα;
Ουίτσι: Όσες και όσοι χαμογελούν.
Τώνια: Εκείνα τα άτομα που δεν κινούνται με φόβο και καχυποψία στις πλατείες και τους δρόμους, αλλά παραμένουν διαθέσιμα στις χειρονομίες των αγνώστων. Κι ακόμα, όλα όσα διασχίζουν την πόλη ως πεδίο ανακαλύψεων, κι είναι ίσως άλλοτε περίεργα και άλλοτε λιγάκι αργόσχολα, έτοιμα να παραβιάσουν τις καθορισμένες τροχιές της αστικής κίνησης, να λοξοδρομήσουν και τελικά να κοντοσταθούν.
Νάντη: Όσοι έχουν απορίες, είτε το ξέρουν είτε όχι, και αναζητούν απαντήσεις. Το θέμα είναι να μπορούν να εκτρέψουν για λίγο τον γοργό ρυθμό της πόλης.
Δανάη: Άνθρωποι με ανοιχτότητα και φιλικό βλέμμα, άνθρωποι πολύ περίεργοι για το τι κάνουμε εκεί πέρα, άνθρωποι που βρίσκονται σε αναμονή και θέλουν παρέα και όσοι έρχονται για να μας βρουν όταν ανακοινώνουμε που θα είμαστε.
Ένα περιστατικό που σας μένει αξέχαστο.
Ιωάννα: Σχεδόν κάθε φορά μάς συμβαίνουν περιστατικά που χαράσσονται στο μυαλό μας και τα μνημονεύουμε. Νομίζω πως αν ήταν να ξεχωρίσω μόνο ένα θα ήταν τον Δεκέμβριο στην πλατεία Εξαρχείων, όπου ένας διερχόμενος κύριος φορτωμένος με σακούλες όταν τον ρωτήσαμε αν θέλει ένα ποίημα, στην αρχή ξαφνιάστηκε κι έπειτα μας απάντησε «Ναι, θέλω ένα ποίημα, έχετε δίκιο, ήθελα ένα ποίημα και δεν το ήξερα». Εκτός αυτού, για εμένα είναι πάντα πολύ συγκινητικό όταν αποφασίζουν να γράψουν σ’ εμάς ποίημα οι περαστικοί, σαν αντίδωρο.
Τώνια: Ένα από τα πρωινά που γράφαμε στην Κυψέλη, βάλθηκα να παρατηρώ ένα μικρό παιδί που κυνηγούσε περιστέρια στον πεζόδρομο. Κατέληξα να γράψω ένα ποίημα για εκείνο και να το δώσω στη μητέρα του. Ένιωσα έτσι πως δημιουργείται μια ανάμνηση για το μελλοντικό αρχείο των βιωμάτων του, πως με αυτό τον τρόπο διέσωζα αλλά και κατασκεύαζα ένα κομμάτι της παιδικής ηλικίας κάποιου άγνωστου. Ήταν άραγε αυτός ο ρόλος μου;
Παυλίνα: Την ημέρα που εργαστήκαμε στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πολύ κοντά στο Μετρό Ακρόπολη, είχαμε μία από τις πιο ψυχρές υποδοχές που μπορώ να θυμηθώ, παρότι επρόκειτο για ένα εξαιρετικά ηλιόλουστο πρωινό, με ανθρώπους που βρίσκονταν κατά κύριο λόγο σε συνθήκη χαλαρής βόλτας. Κάπως απογοητευμένη από την περιορισμένη επικοινωνία, άργησα λίγο να παρατηρήσω την μικρή Hollis από το Kansas, όχι πάνω από τεσσάρων ετών, που είχε καθίσει δίπλα μου μαζί με τη μητέρα της, προσπαθώντας να μιμηθεί ακριβώς τις κινήσεις που έκανα: έγραφα στο τετράδιο μου με στυλό, και εκείνη με αδιαμφισβήτητη σοβαρότητα έγραφε αόρατα ποιήματα σε ένα από τα φύλλα που βρίσκονταν πεσμένα στο έδαφος, χρησιμοποιώντας για γραφίδα ένα φτερό περιστεριού.

Μία ελπίδα ή μια ευχή για το μέλλον.
Ουίτσι: Να καταλάβουμε.
Ιωάννα: Να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κοινότητες τρυφερότητας και να ζούμε με λιγότερο άγχος και περισσότερη απόλαυση για όσα κάνουμε.
Νάντη: Τώρα που οι πιο πολύτιμες δυναμικές μας αχρηστεύονται μεθοδευμένα, εύχομαι στο πέρασμά μας να αφήσουμε κάτι που ίσως σε κάποιους φανεί χρήσιμο.
Δανάη: Περισσότερη ποίηση!
Ένα ποίημα ή ένας στίχος για τις γυναίκες, τις θηλυκότητες του σήμερα.
Ιωάννα: Τους στίχους από το ποίημα Μ’ αρέσουν οι γυναίκες: «Γι’ αυτό μ’ αρέσουν οι γυναίκες/ δε χωράνε σε κουτάκια/ δε χωράνε σε στίχους/ δε χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης».
Τώνια: «Το απόγευμα/ ενώ η πόλη ήταν χαμηλά/ Η Μαρία κατέλαβε ολόκληρο το σώμα της» από το Δικό της της Μαρίας Λαϊνά.
Παυλίνα: “πλάσμα επιθυμητό κυνηγημένο/ όταν χτυπάς το τζάμι μου/θέλω να πέσω από ένα φτερό”, της Αλεξάνδρας Πλαστήρα.
Νάντη: “Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται – /Το λέω χαρούμενη σ’ όσους πονάνε τώρα – /Θα ζήσουν/ Υπάρχει Ήλιος -/ Δεν το πιστεύουν τώρα –” Emily Dickinson, μετάφραση Eρρίκος Σοφράς
Δανάη: «Της Ροδαλίνας η φυλή / Της Ροδαλίνας η ψυχή / Διάβηκε από μπροστά μας // Κι η Ροδαλίνα έγινε και περπατεί τον κόσμο» (Το άλλο του πράγματος, Ελένη Βακαλό).




















































































































