Το μπαρμπέρικο είναι μια μικρή παύση, μια βαθιά ανάσα, πριν ή μετά τα τρεξίματα της καθημερινότητας. Μπαίνεις όπως είσαι –κουρασμένος, βιαστικός, σκεφτικός– και βγαίνεις κάπως πιο τακτοποιημένος. Εκεί, πάνω στην καρέκλα, με τον ήχο της μηχανής και του ψαλιδιού, με λίγη κουβέντα, λίγη σιωπή, λίγη φροντίδα, ίσως κάποιος να ξαναγίνεται πιο πολύ ο εαυτός του.
Για δεκαετίες, το μπαρμπέρικο υπήρξε τόπος μάζωξης αντρών, παρατήρησης, εξομολόγησης. Κάποτε, μάλιστα, που οι ρυθμοί ήταν πιο χαλαροί έμοιαζε περισσότερο με καφενείο, που έλεγες τα νέα σου, μιλούσες για πολιτική ε, και μιας και ήσουν εκεί, έριχνες κι ένα κόντρα ξύρισμα για το καλό. Πάντως εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένας κοινός τόπος, με δικούς του ρυθμούς, κανόνες, όρια και συγκεκριμένη ηθική. Γι’ αυτό και κουβαλάει ιστορίες. Μικρές, καθημερινές, αλλά και μεγάλες, κινηματογραφικές.
Στο αφιέρωμα που ακολουθεί, ακούμε τι πραγματικά λέγεται μέσα στα μπαρμπέρικα, θυμόμαστε πώς τα απέδωσε το σινεμά και φρεσκάρουμε λίγο τους βασικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς. Γιατί, τελικά, το μπαρμπέρικο είναι καθρέφτης: μας δείχνει το νέο μας λουκ, θυμίζει την εποχή μας και τελικά, μοιάζει σε εμάς.
Το Savoir Vivre
Όπως συμβαίνει με όλους τους τόπους συνάντησης, έτσι και τα μπαρμπέρικα έχουν μερικούς δικούς τους άγραφους κανόνες. Ας τους τιμούμε όσο γίνεται, για να είναι η εμπειρία ευχάριστη και για τους μεν και για τους δε. Άλλωστε, όπως λέει και η σοφή παροιμία: «Μη δαγκώνεις το χέρι που σε…κουρεύει!»
Δεν χορεύουμε έξαλλα
Το μπαρμπέρικο δεν είναι σε καμία περίπτωση κλαμπ. Δεν μπαίνεις με φόρα, δεν κουνάς χέρια όσο σε κουρεύουν, δεν κάνεις σόου όσο σε ξυρίζουν με τη φαλτσέτα, δεν γελάς τρανταχτά πάνω στο χέρι. Κάθεσαι ίσια στην καρέκλα, σέβεσαι τον χώρο και τη συγκέντρωση του μπαρμπέρη σου. Εδώ ο ρυθμός είναι ήρεμος, οι άνθρωποι έρχονται για να χαλαρώσουν. Άλλωστε, όποιος βιάζεται, κόβεται. Προσοχή, λοιπόν.
Δεν ακυρώνουμε ραντεβού τελευταία στιγμή
Το ραντεβού είναι συμφωνία. Κάποιος σε περιμένει, έχει χρόνο κλεισμένο για εσένα, έχει ψαλίδι έτοιμο και καθαρό για εσένα, πιθανώς να απασχολεί κι άλλους εργαζόμενους ή να μην έχει πάρει φαγητό, ακριβώς επειδή ξέρει ότι είναι να ’ρθεις εσύ σύντομα. Οι ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής είναι αγένεια. Στο μπαρμπέρικο, ο χρόνος μετράει. Και όποιος δεν τον σέβεται, αργά ή γρήγορα μένει αξύριστος.
Άλλο ο μπαρμπέρης, άλλο ο ψυχολόγος
Ο μπαρμπέρης ακούει, ναι, αλλά δεν είναι εξομολόγος σου, ούτε ψυχολόγος σου, ούτε οφείλει να δώσει λύση ή ανακούφιση στα βάσανά σου. Γι’ αυτό μην αρχίσεις να «πυροβολάς» σώψυχα επειδή δεν είχες χρόνο τους τελευταίους μήνες να τα πεις αλλού. Δεν χρειάζεται να ξεδιπλώσεις όλη σου τη ζωή. Αν σε γνωρίζει και σε δει χολοσκασμένο κι έχει κουράγιο, θα σε ρωτήσει εκείνος. Λίγη κουβέντα εντάξει, λίγη σιωπή επίσης, όμως.
Η συνέπεια μετράει
Οι σχέσεις εμπιστοσύνης χτίζονται με συνέπεια. Προφανώς, εκτός του ότι είναι απαγορευτικό να ακυρώσουμε τελευταία στιγμή, πρέπει να είμαστε και στην ώρα μας (και πέντε λεπτά νωρίτερα ιδανικά). Εμείς μπορεί να μη βλέπουμε πόσα ραντεβού «χωράνε» ταυτόχρονα, πότε πρέπει να κάνει break ένας εργαζόμενος, αλλά έχουν λόγο που μας έβαλαν το ραντεβού στις 15:00 κι όχι ας πούμε στις 15:30. Ας το σεβαστούμε. Κι αν είμαστε σταθεροί εμείς, θα είναι κι εκείνοι πιο θερμοί και πιο έτοιμοι να μας εξυπηρετήσουν για κάτι πιο «έκτακτο».
Κι ένα ντουζάκι πιο πριν δεν βλάπτει
Ένα ντουζάκι πριν το ραντεβού δεν είναι κακιά ιδέα. Δείχνει κι αυτό έναν κάποιο σεβασμό. Ο χώρος είναι κοινός, η καρέκλα αλλάζει σώματα, θα κάτσουν κι άλλοι μετά. Δεν είναι θέμα αισθητικής· είναι καλοί τρόποι. Η φροντίδα ξεκινά πριν μπεις από την πόρτα. Άλλωστε, κρίμα δεν είναι να εναποθέσεις πάνω στα χέρια του κομμωτή/μπαρμπέρη σου το βάρος τού να σε βοηθήσει να είσαι μυρωδάτος για όλη τη μέρα; Κάνε κι εσύ το κομμάτι σου. Μπορείς!
Δεν αλλάζουμε γνώμη στα μισά
Όταν το ψαλίδι κάνει τις πρώτες ψαλιδιές, δεν χωράνε δεύτερες σκέψεις. Δεν γίνεται «λίγο πιο κοντό… όχι τόσο… βασικά άσ’ το», ούτε φυσικά να ξαναμακρύνει. Η απόφαση παίρνεται πριν περάσει κανείς την πόρτα του μπαρμπέρικου, όχι πάνω στο χέρι. Έχε κι εσύ λίγη πυγμή! Αλλιώς, αν αμφιβάλλεις για το τι θέλεις, περίμενε. Ή πάρε τη γνώμη του επαγγελματία. Πάντως, άπαξ κι αρχίσει να κόβει, δεν αλλάζουμε γνώμη. Κανόνας βασικότατος.
Οι σέλφιζ με μέτρο, ΟΧΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Μία φωτογραφία για το αποτέλεσμα, ναι. Δέκα; Είκοσι; Καλύτερα όχι. Και καλύτερα όχι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά μετά. Δεν είναι στούντιο το μπαρμπέρικο παιδιά, είναι χώρος δουλειάς. Βέβαια, αν είναι να ανέβει story, ας ταγκάρουμε και το barber shop, να προωθήσουμε τη δουλειά τους. Ναι, πλέον το σαβουάρ βιβρ περιλαμβάνει και tags.
Ντροπής πράγματα
Τι άφησα απ’ έξω; Α, ναι, τα απολύτως αυτονόητα. Δεν φωνάζουμε στο τηλέφωνο, δεν απαιτούμε, δεν μειώνουμε, δεν μιλάμε άσχημα, δεν κάνουμε παζάρια για την τιμή. Αν δεν είμαστε ευχαριστημένοι με κάτι, το λέμε ήρεμα κι ανθρώπινα. Κρατάνε ξυράφι τα παιδιά, άλλωστε, ας μην το ξεχνάμε. Δεν παίζουμε με τέτοια πράγματα.

Από τη φαλτσέτα στη μεγάλη οθόνη
Ο κινηματογράφος έχει επιστρέψει ξανά και ξανά στην καρέκλα του κουρέα. Όχι τυχαία. Είναι ένας χώρος οικείος, καθημερινός, σχεδόν αθώος, κι ακριβώς γι’ αυτό ιδανικός –με τη σωστή σκηνοθεσία φυσικά– για να φορτίσει τον θεατή με ένταση και αγωνία. Από μαγικά σύμπαντα μέχρι γκανγκστερικά δράματα και πολιτικές σάτιρες, το κουρείο γίνεται εργαλείο αφήγησης. Ακολουθούν μερικές αξέχαστες σινεφίλ στιγμές όπου η φαλτσέτα κλέβει την παράσταση.
Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς (2005)
Στην τέταρτη ταινία της σειράς, σε σκηνοθεσία Mike Newell, υπάρχει μια σύντομη αλλά απολαυστική σκηνή σε ένα μαγικό κουρείο. Ψαλίδια που κινούνται μόνα τους, φαλτσέτες που μιλάνε και ένα περιβάλλον που μοιάζει γνώριμο αλλά λειτουργεί με εντελώς άλλους κανόνες. Η σκηνή δεν προχωρά ιδιαίτερα την πλοκή, αλλά χτίζει ατμόσφαιρα: μας θυμίζει πόσο εύκολα ο κόσμος των μάγων μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε κάτι αλλόκοτο και παιχνιδιάρικο.
Σουίνι Τοντ: Ο δαιμόνιος κουρέας της Fleet Street (2007)
Ίσως ο πιο διαβόητος κουρέας του σινεμά. Ο Tim Burton μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το σκοτεινό μιούζικαλ και ο Johnny Depp δίνει σάρκα και οστά σε έναν άνθρωπο που γυρνάει στο Λονδίνο για να πάρει εκδίκηση. Το κουρείο του Sweeney Todd δεν είναι χώρος περιποίησης, αλλά παγίδα για όσους μπαίνουν μέσα. Η φαλτσέτα, το ξύρισμα, η καρέκλα – όλα τα εργαλεία μιας απλής ρουτίνας μετατρέπονται σε όργανα τρόμου. Η ένταση προκύπτει ακριβώς από αυτή την αντίθεση και κάνει κάποιες από τις σκηνές της ταινίας, απλά αξέχαστες.
Ο Νονός (1972)
Μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις πιο πολυσυζητημένες σκηνές της ταινίας, αλλά η σκηνή στο κουρείο στη Σικελία είναι κομβική. Σε ένα λιτό, σχεδόν ασκητικό περιβάλλον, ο ήρωας βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση. Χωρίς μεγάλους διαλόγους, με απλότητα, το κουρείο λειτουργεί ως χώρος παύσης και ενδοσκόπησης. Είναι μια στιγμή σιωπηλής έντασης που τονίζει την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που μένει πίσω και σε αυτό που έρχεται.
Ο Μεγάλος Δικτάτωρ (1940)
Ο Charlie Chaplin εδώ, υποδύεται έναν Εβραίο κουρέα που, μέσα από μια σειρά παρεξηγήσεων, συγχέεται με έναν δικτάτορα. Το μπαρμπέρικο γίνεται χώρος όπου η ταυτότητα, η εξουσία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συγκρούονται. Με χιούμορ, σωματική κωμωδία και πολιτική σάτιρα άλλου επιπέδου, η σκηνή αποδεικνύει πώς ένας απλός επαγγελματικός χώρος μπορεί να χωρέσει ένα τόσο μεγάλο πολιτικό σχόλιο.
Ο Κουρέας (2014)
Στο ψυχολογικό θρίλερ του Basel Owies, το κουρείο δεν είναι ένα ακόμα σκηνικό αλλά ο βασικός πυρήνας της αφήγησης. Ένας άντρας με σκοτεινό παρελθόν εργάζεται σε έναν χώρο όπου υποτίθεται πως προσφέρει ηρεμία και φροντίδα. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, κρύβονται ενοχές, μυστικά και μια διαρκής απειλή. Η επανάληψη της καθημερινής ρουτίνας μέσα στο κουρείο ενισχύει την αίσθηση εγκλωβισμού και φορτίζει ψυχολογικά κάθε σκηνή. Όσο για το φινάλε… Α, όχι! Εμείς δεν κάνουμε σπόιλερς.

Όσα λεν οι άντρες…
Λοιπόν, τι λένε οι άντρες όταν κάθονται στις καρέκλες του κουρείου; Τι συζητιέται μέσα σ’ αυτούς τους μικρούς ναούς της αντρικής περιποίησης όταν βγουν τα ξυράφια και τα ψαλίδια; Ρωτήσαμε, μάθαμε, κατατοπιστήκαμε και σας τα μεταφέρουμε.
Παλιά ήταν αλλιώς, πάντως
Πηγαίνω στο μπαρμπέρικο της γειτονιάς μου, στο Αιγάλεω, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Παλιά ήταν αλλιώς, ήταν πιο χαλαρά. Μπαινόβγαινε ο κόσμος όποτε ήθελε, γινόταν ένα μικρό σούσουρο στο περίμενε, έπιανες κουβέντα με τον διπλανό για το τίποτα. Τώρα όλα είναι με ραντεβού: φύγε εσύ, έλα εσύ. Το αντρικό κούρεμα δεν κρατάει πάνω από δέκα λεπτά πια, τουλάχιστον εκεί που πάω εγώ. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο τι να πεις; Θα πεις για τον καιρό, για την αναδουλειά, για κανένα νέο αν γνωρίζεις τον άλλον – που συνήθως τον γνωρίζεις. Ψιλοκουβέντα. Κανείς δεν μπαίνει σε βαθιά νοήματα. Δεν είναι και καφενείο, δεν είναι ψυχανάλυση. Είναι μια μικρή στάση. Κάθεσαι, σε φροντίζουν, λες δυο κουβέντες και από δω παν κι οι άλλοι. Παλιά ήταν αλλιώς, πάντως. | Γ., 42
Safe space
Εγώ νιώθω για το μπαρμπέρικο ότι είναι safe space, ότι δε σε κρίνουν οι υπόλοιποι. Οπότε θεωρητικά θα μπορούσα να κουβεντιάσω το οτιδήποτε. Βέβαια, συνήθως δεν λέμε και τίποτα μεγάλες αλήθειες. Μικρές, καθημερινές κουβέντες κάνουμε. Κάτι για τη δουλειά που δεν πάει όπως θα ήθελες, κάτι για την ομάδα που πάτωσε πάλι και τι θα γίνει με αυτόν τον προπονητή που χρυσοπληρώσαμε, κάτι για το παιδί που δεν κοιμήθηκε χθες. Είναι ωραίο αυτό, είναι μια ανάσα. Να μην προσπαθείς να δείξεις κάτι, απλά να είσαι εκεί, σε έναν κάπως κενό χρόνο. Χαλαρώνεις. Και όταν πηγαίνεις καιρό στο ίδιο μπαρμπέρικο μπαίνει φυσικά και το αστείο, το πείραγμα, η τρολιά. Δεν ξέρω τι άλλο. Αυτά λέμε πάνω κάτω. | Κωνσταντίνος, 35
Πολυτέλεια
Ό,τι ακριβώς φαντάζεσαι λέμε. Για πολιτική αλλά χωρίς φωνές, για επικαιρότητα χωρίς πολλές πολλές αναλύσεις, πράγματα που διαβάσαμε, που μας έτυχαν, που είδαμε και μας φάνηκαν αστεία ή ενδιαφέροντα, κάτι που έγινε στο δρόμο. Και καμιά φορά δε μιλάμε και καθόλου, έχει ο καθένας τα δικά του κι έχει λίγο χρόνο να σκεφτεί. Μερικές φορές χρειάζεται κι αυτή η ησυχία όπου ακούγεται μόνο η μηχανή και το ψαλίδι. Προσωπικά μου αρέσει κιόλας. Αυτή η συμφωνία ότι δεν χρειάζεται πάντα να τα πεις όλα. Αν κάποιος ανοίξει κανένα θέμα παραπάνω, πιο σοβαρό, οι άλλοι τον ακούνε, αλλά δεν τον στριμώχνουν. Είτε έχω μιλήσει όμως είτε όχι, βγαίνω πάντα πιο τακτοποιημένος απ’ όσο μπήκα, όχι μόνο εξωτερικά. Και αυτό, σε μια πόλη που είναι μέσα στο άγχος κι όλο μας τρέχει, είναι πολυτέλεια. | Νίκος, 51





















































































































