Σήμερα κάνει κρύο. Ο ουρανός δεν φαίνεται. Τον κρύβουν κάτι κακόκεφα σύννεφα. Εγώ τρέχω να πάω στη δουλειά. Είναι Δευτέρα και δεν είναι όμορφη. Κατέβηκα στο σταθμό του μετρό. Πήγα να περάσω από τα γνωστά μηχανήματα που επικυρώνουμε τα εισιτήριά μας και ξαφνικά βγήκε ήλιος κάτω από την επιφάνεια της γης. Είδα πάλι εκείνα τα εισιτήρια. Αυτά που κάποιοι άνθρωποι που ολοκλήρωσαν το ταξίδι τους άφησαν πίσω για να συνεχίσουν παρέα με κάποιο άλλο ταξιδευτή.
Σε έναν κόσμο που μοιάζει τόσο γκρίζος, σε μια εποχή που δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε τον συνάνθρωπο, σε μια κοινωνία που όλοι αναζητούν την συλλογικότητα και λίγοι την βρίσκουν, αυτά τα εισιτήρια συνεχίζουν να εμφανίζονται σε εκείνα τα μηχανήματα. Αυτά τα εισιτήρια αλλάζουν χέρια. Αυτά τα εισιτήρια μοιάζουν με μικρές πυγολαμπίδες μέσα στο παχύ σκοτάδι.
Το ανθρώπινο είδος με έχει απογοητεύσει τόσες φορές, κι όμως βρίσκει τρόπους να με συγκινεί. Κάθε φορά όταν βλέπω εκείνα τα εισιτήρια στο μετρό, των οποίων οι κάτοχοι τελείωσαν το ταξίδι τους, αλλά αυτά μείναν για να συνεχίσουν με άλλον που τα έχει ανάγκη. Κάθε φορά που βλέπω βιβλία σε ένα πεζούλι ή ένα παγκάκι στον δρόμο, να περιμένουν ένα φίλο που θα τους δώσει νέο σπίτι. Κάθε φορά που μια ευγενική ύπαρξη βγαίνει με σακούλες γεμάτες φαγητό να ταΐσει τα γατάκια της γειτονιάς. Κάθε φορά που αυτό το μυστήριο και σπουδαίο ανθρώπινο μυαλό, συνεργάζεται με την καρδιά και φέρνει λίγο φως ανάμεσά μας.
Πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος αν αυτές οι πράξεις αλληλεγγύης δεν περιορίζονταν στα εισιτήρια του μετρό, τα βιβλία και τους αδέσποτους φίλους μας;
Αν δεν γίνονταν μόνο από κάποιους, αλλά από όλους; Αν δεν γίνονταν μία φορά, αλλά κάθε φορά; Αν δεν τις πρόσεχα μόνο εγώ και άλλοι τρεις κούκοι; Αν προβληματίζονταν έστω και με μια από αυτές τις κινήσεις άνθρωποι που έχουν εξουσία; Αν μια κραυγή ανθρωπιάς άγγιζε την καρδιά αυτών των κάποιων, και δεν προσπερνούσε τα αυτιά τους;















































































































