Το 1946 ήταν η χρονιά της επίσημης έναρξης του Εμφυλίου. Την 1η Σεπτεμβρίου, μέσα σε κλίμα αυξανόμενης έντασης πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β΄. Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν 70% υπέρ της επανόδου. Η επιστροφή του βασιλιά θα σήμαινε αυτομάτως και την κλιμάκωση του Εμφυλίου.
Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, δήλωσε ότι «ιπτάμενοι πύραυλοι» είχαν θεαθεί στους ουρανούς της βόρειας Ελλάδας. Συγκεκριμένα, δώδεκα πύραυλοι είχαν εντοπιστεί τη νύχτα της 1ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του δημοψηφίσματος, από Έλληνες στρατιωτικούς διοικητές και Βρετανούς αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι είχαν θεαθεί από διάφορες περιοχές –από τη Σταυρούπολη ως την Καστοριά, και πάνω από τις Σέρρες και τη Δράμα.

Ήδη το καλοκαίρι του 1946 ένα κύμα «πυραύλων-φαντασμάτων» είχε ξεσπάσει στους ουρανούς της Σκανδιναβίας. Η πιο ευλογοφανής θεωρία ήταν ότι επρόκειτο για δοκιμές νέων όπλων –πιθανώς σοβιετικών. Έτσι δεν είναι καθόλου απρόσμενο που η απειλή αυτή εμφανίστηκε στους ουρανούς της Βόρειας Ελλάδας, μιας περιοχής επικίνδυνα κοντά στους βόρειους γείτονες που την εποχή εκείνη ήταν άσπονδοι εχθροί, εφοδιάζοντας τους κομμουνιστές αντάρτες και προβαίνοντας σε διάφορες προκλήσεις. Οι «πύραυλοι» είχαν εμφανιστεί μάλιστα τη νύχτα του κρίσιμου δημοψηφίσματος. Συνεπώς «έπρεπε» να έχουν κάποια σχέση με το αντίπαλο δέος.
Όπως ήταν φυσικό, ένα κύμα φημών και ανεπιβεβαίωτων ειδήσεων ξέσπασε μετά την ανακοίνωση. Οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης έγραψαν πως, σύμφωνα με έναν ανώτερο αξιωματικό της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας, ένα ελληνικό μαχητικό που πετούσε πάνω από τις Σέρρες το βράδυ της 1ης Σεπτεμβρίου όχι μόνο είχε εντοπίσει τους πυραύλους αλλά και πολυβολήσει έναν απ’ αυτούς. Η Αεροπορία ούτε επιβεβαίωσε, ούτε διέψευσε τις φήμες. Στις 7 Σεπτεμβρίου η Ακρόπολις έγραψε ότι «προ τριών νυκτών λάμψεις εθεάθησαν εις μέγα ύψος εν τη περιοχή της Καστοριάς». Την ίδια μέρα, άλλη εφημερίδα ανέφερε ότι δυο από τους πυραύλους είχαν εκραγεί «ο μεν υπεράνω της Αρδέας με εκκωφαντικόν κρότον, ο δε έτερος προς τον Όλυμπον εις το βάθος της Θεσσαλονίκης».

Στις 5 πμ της 6ης Σεπτεμβρίου ένας «φωτεινός πύραυλος» πέρασε σε ύψος 500 μ πάνω από τα Σέρβια κατευθυνόμενος προς νότο. Το ίδιο ή κάποιο παρόμοιο αντικείμενο έγινε αντιληπτό την ίδια ώρα σε ύψος 5.000 μ πάνω από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και πάνω από το χωριό Νικηφόρο της Δράμας. Στις 7 Σεπτεμβρίου, στις 4:30 πμ θεάθηκε «πύραυλος» πάνω από τη Λάρισα κατευθυνόμενος προς νότο.
Το κύμα των πυραύλων-φαντασμάτων υποχώρησε μετά από λίγες μέρες. Στο πλαίσιο της εκλογίκευσης και του υποσυνείδητου θαψίματος κάθε τέτοιου σμήνους περιστατικών, το θέμα αποδόθηκε σε «ομαδική ψύχωση οφειλόμενη σε κομμουνιστική προπαγάνδα», δεδομένου ότι δεν είχε βρεθεί ποτέ ούτε ένα ίχνος των πυραύλων…

Στις 9.9.1946, ο Παύλος Σαντορίνης τότε υφηγητής της Εφαρμοσμένης Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σημαντική προσωπικότητα με πρωτοποριακό έργο στο εξωτερικό και, όπως θα γινόταν γνωστό χρόνια αργότερα, μέλος μυστικής επιτροπής για την έρευνα περί της προέλευσης των «πυραύλων», μίλησε στο ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών και είπε ότι θα πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικά προηγμένο όπλο.
Στις 8.9.1946 αναφέρθηκε ότι την προηγούμενη μέρα, στη 1 πμ, «υπεράνω του Θερμαϊκού και παρά το Καραμπουρνάκι εξερράγη πύραυλος με κατεύθυνσιν εκ βορειοανατολικών προς δυσμάς». Άλλοι «πύραυλοι» θεάθηκαν την ίδια νύχτα πάνω από την Κοζάνη και τα Σέρβια. Μισή ώρα νωρίτερα, ένας άλλος είχε περάσει πάνω από τα Φάρσαλα και τη Λάρισα.
Στην αμέσως μεταπολεμική εποχή, στο κλίμα έντασης που θα οδηγούσε στον Ψυχρό Πόλεμο και στον απόηχο των γερμανικών πυραυλικών επιδρομών με V1 και V2 στο Λονδίνο, ο πύραυλος είχε αναχθεί στη νέα απειλή. Πύραυλος συν ατομική βόμβα αποτελούσαν τη συνταγή για την εξάπλωση ενός σχεδόν υπερφυσικού τρόμου που επί δεκαετίες θα αποτελούσε ένα από τα βασικά σύμβολα του Ψυχρού Πολέμου.















































































































