Το φωνητικό σχήμα Κατά-φωνή δημιουργήθηκε το καλοκαίρι του 2023. Τα μέλη της είναι μουσικοί, ηθοποιοί και σύγχρονοι μπουλουκτσήδες. Έχουν κέφι, μπρίο και τσαχπινιά, έχουν γνώσεις, έχουν πλάκα, έχουν φαντασία κι έχουν πράγματα να μοιραστούν. Εδώ κι ενάμιση χρόνο ταξιδεύουν παντού, τραγουδώντας. Μια ομάδα που ξεκίνησε σαν πολυφωνικό σχήμα και συνεχίζει –ακάθεκτη και δαιμόνια– να καταπιάνεται με νέα είδη και ύφη κάθε φορά.
Εμείς τους είδαμε στην «Ωραία Ελλάς», στην Πλάκα, πριν μερικές εβδομάδες, στην παράσταση «Γιαξεμπόρε» και γελάσαμε και κλάψαμε και χορέψαμε και θαυμάσαμε τα πολλά τους τα τάλαντα και αποφασίσαμε να σας τους παρουσιάσουμε, ώστε αν τους πετύχετε πουθενά, να μη χάσετε την ευκαιρία να τους απολαύσετε.
Η φράση Γιαξεμπόρε, χαιρετισμός-παραφθορά του «Γεια σου αμόρε», ζωντανεύει μέσα από ένα σύγχρονο μπουλούκι που συνομιλεί με τον Θίασο της ταινίας του Θ. Αγγελόπουλου. Το φωνητικό σχήμα Κατά-φωνή επισκέπτεται αστικά ιστορικά καφέ και τραγουδά ένα ρεπερτόριο από τις δεκαετίες της ακμής τους. Έγχορδα, πνευστά, φωνούλες και κρουστά ενορχηστρώνουν τραγούδια από διάσημες οπερέτες του 1915 μέχρι και τα μεταπολεμικά ελαφρά αστικά! Ελληνικός καφές, απεριτίφ και εδέσματα συνοδεύουν αληθινά αφηγήματα. Το ball d’ enfants του θιάσου στα καφέ θα αποτυπωθεί ζωντανά σε λευκώματα, για τις μελλοντικές αναμνήσεις.
Γιατί «Γιαξεμπόρε»;
Πέτρος Παπαζήσης (σκηνοθέτης της παράστασης και ηθοποιός): To «Γιαξεμπόρε» λοιπόν, είναι μια φράση/σύμπτυξη των «γεια σου» και «αμόρε» που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που έπαιζαν στην Ελλάδα. «Γεια σου αμόρε!» φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως «Γιαξεμπόρε». Επίσης, το ομώνυμο τραγούδι ακούγεται και στην ταινία «Ο θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου.
Πώς προσεγγίζεται σκηνοθετικά το ύφος του βαριετέ; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του και σε ποια επέμεινες σκηνοθετικά περισσότερο;
Π.Π: Η σκηνοθεσία βασίστηκε αρχικά σε δύο στοιχεία: το χώρο και τη μουσική. Η επιλογή των αστικών ιστορικών καφέ σε Αθήνα, Άμφισσα και Κομοτηνή και η ανάδειξη των καφέ ως στοιχείο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας, σε συνδυασμό με την επιλογή των τραγουδιών της εποχής που ταιριάζει χρονικά με τα καφέ, έβγαλαν από μόνα τους την αίσθηση και τη δομή ενός βαριετέ. Διατηρήθηκε η αίσθηση του μπουλουκιού, βασισμένου περισσότερο στη μουσική και στο θέατρο, με στόχο να διασκεδάσουμε και να συγκινήσουμε ένα κοινό που συμμετέχει μαζί μας σε μια μεγάλη γιορτή. Τα τραγούδια, τα σκετς, τα μικρά κείμενα, έρχονται επί σκηνής ως νούμερα που σε ταξιδεύουν στη μουσική ιστορία από τις οπερέτες και επιθεωρήσεις του ’20, μέχρι και τα μεταπολεμικά τραγούδια του ’40 και ’50.

Πολλοί έχουν στο μυαλό τους το συγκεκριμένο είδος ως «ελαφρύ» και χωρίς βάθος. Κι όμως, εσείς ενσωματώσατε και κάποιες σκηνές ιδιαίτερα συγκινητικές. Η ύπαρξή τους πήγε κόντρα στο είδος αυτό, πιστεύεις;
Π.Π: Εμάς μας αρέσει να τραγουδάμε κομμάτια που για κάποιο λόγο έχουν τη δική τους ιστορία, κι επειδή δεν είμαστε μόνο μουσικοί, δίνουμε έμφαση στην ερμηνεία και την ιστορία που μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτά. Η ομάδα επιχείρησε να το κάνει σε όλα τα τραγούδια και έπειτα διατηρήθηκαν στοιχεία που θέλαμε να εντάξουμε. Δε μας ένοιαξε αν θα βγει συγκινητικό ή χαρούμενο και «έξω καρδιά», μας ενδιέφερε περισσότερο η ιστορία του κάθε τραγουδιού να μας αφορά και να την προσεγγίζουμε σύμφωνα με το συναίσθημά μας.
Εμείς, πάντως, αφού είδαμε το «Γιαξεμπόρε», σκεφτήκαμε πόσο μας έχουν λείψει κεφάτες παραστάσεις σαν αυτή, παραστάσεις «έξω καρδιά» που λες κι εσύ. Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια εμμονή στο σοβαρό, στο «δύσβατο», στην εποχή μας;
Π.Π: Η προηγούμενη παράστασή μας (η οποία βασιζόταν στο πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι και τον θάνατο) που είχε περισσότερα θεατρικά στοιχεία, ήταν σοβαρή, όπως είπες. Είχε υψηλό συγκινησιακό χαρακτήρα, χωρίς να γίνεται επιτηδευμένα. Στη ζωή μας χρειαζόμαστε και τα δύο. Πρέπει να επέλθει και μια ισορροπία. Τα περισσότερα τραγούδια που επιλέχθηκαν σχετίζονται με τον έρωτα, την αγάπη και τις ευχάριστες στιγμές του, χωρίς να λείπει και η άλλη όψη του νομίσματος. Ο κόσμος, ως θεατής, χρειάζεται και τα δύο, περισσότερο όμως θέλει να νιώσει καλά και να χαρεί. Ο καλλιτέχνης από την άλλη, τείνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επιθυμεί περισσότερο να ανακαλύψει το σοβαρό και «δύσβατο» γιατί εκεί βρίσκει υλικό για σκέψη και δημιουργία και ενδεχομένως εκεί μπορεί να μιλήσει περισσότερο για πράγματα που τον αφορούν
Το έργο, πέρα από διαφορετικές δεκαετίες, ενώνει και διαφορετικές τέχνες: θέατρο, μουσική, εικαστικά. Πώς ισορροπούν όλες μαζί μέσα στο «Γιαξεμπόρε»;
Π.Π: Οι διαφορετικές τέχνες ισορροπούν μέσα στο «Γιαξεμπόρε» όπως ισορροπούν και μέσα στην ίδια την ομάδα. Η Κατά-Φωνή ξεκίνησε ως πολυφωνικό σχήμα, αλλά κάποιοι από εμάς είμαστε και ηθοποιοί, και μουσικοί, εικαστικοί και αρκετά γρήγορα μας προέκυψε η ανάγκη να συμπεριλάβουμε όλα αυτά τα στοιχεία στα πρότζεκτ μας. Το «Γιαξεμπόρε» είναι, κυριολεκτικά, φτιαγμένο για εμάς και από εμάς, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της ομάδας! Και, όπως τα μπουλούκια του παρελθόντος, κάνουμε λίγο απ’ όλα: και τραγουδάμε, και παίζουμε, και χορεύουμε, και φτιάχνουμε και κανένα σκηνικό, και κουβαλάμε!
Ποια είναι η σημασία του να παρουσιάζετε την παράσταση σε αυθεντικούς ιστορικούς χώρους, όπως το «Μεγάλο Καφενείο 1929» της Άμφισσας ή η «Ωραία Ελλάς» στην Πλάκα και με ποιον τρόπο οι χώροι αυτοί επηρεάζουν την εμπειρία του κοινού;
Π.Π: Αρχικά, και μπορούμε να το πούμε τώρα πια, εφόσον έχουμε ολοκληρώσει και τις τρεις εμφανίσεις μας στα μέρη που αναφέρατε, διαπιστώθηκε ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε χώρου επηρέασαν σημαντικά την κάθε παράσταση. Όταν σε ένα μαγαζί υπάρχει φαγητό, η συνθήκη της παράστασης διαφέρει σημαντικά από έναν χώρο στον οποίο θα κάτσει κανείς να πιει τον καφέ, το ρόφημα ή το κονιάκ του. Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται κάτι πιο κοινό και καλλιτέχνες και θεατές συνδέονται ευκολότερα.
Πραγματικά, όμως, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η εμπειρία. Και οι τρεις χώροι είναι πανέμορφοι, έχουν τη δική τους ιστορία και ο κάθε χώρος ξεχωριστά μας έδωσε κι άλλα στοιχεία για να εξελίξουμε. Σε κάθε χώρο τα σκετς διαφοροποιούνταν, λόγω του χώρου που παίζαμε, είτε μέσα στα καθίσματα είτε πάνω στη «σκηνή». Κατά γενική ομολογία, η πιο μαγική στιγμή και ο χώρος στον οποίο ταίριαξε πολύ το πρότζεκτ μας ήταν στο Μεγάλο Καφενείο στην Άμφισσα, το οποίο διαθέτει δική του θεατρική σκηνή, εντός του χώρου του καφενείου, δηλαδή, στην οποία μάλιστα έπαιξαν και μερικά από τα μεγαλύτερα θεατρικά μπουλούκια. Αυτό μας συγκίνησε και μας μάγεψε ταυτόχρονα!
Ποια πιστεύετε ότι είναι η πιο μεγάλη απόλαυση σε ένα τέτοιο θέαμα για το κοινό και ποια για τους ερμηνευτές;
Π.Π: Για τους θεατές: να διασκεδάσουν, να χαμογελάσουν, να γελάσουν με την ψυχή τους, να συγκινηθούν. Για τους ερμηνευτές: το ίδιο ακριβώς!

Ποια χαρακτηριστικά έχει η μόδα, η αισθητική και το στυλ αυτής της ιδιαίτερης περιόδου που αναβιώνετε στην παράστασή σας;
Λήδα Γρηγοριάδου (Ενδυματολόγος της παράστασης και ηθοποιός): Η αισθητική των κοστουμιών και των αξεσουάρ της παράστασης είναι ένα αμάλγαμα της μόδας διαφορετικών δεκαετιών, σε συνδυασμό με την σύγχρονη εποχή. Δεν υπάρχουν αμιγώς retro ρούχα, αλλά όλα τα κομμάτια φοριούνται και σήμερα. Ο συνδυασμός τους και τα πιο εκκεντρικά αξεσουάρ, όπως τα γάντια, τα καπέλα, τα κοσμήματα και οι βεντάλιες παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Στόχος μου ήταν να ενσωματωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα στυλ από τις διαφορετικές δεκαετίες από τις οποίες είναι τα τραγούδια που τραγουδάμε, όπως τα χαλαρά υφάσματα από τη μέση και κάτω, με μεγαλύτερη έμφαση στο μπούστο και το κεφάλι της δεκαετίας του ’10, το ανδρόγυνο look, με ένα απλό καπέλο στο κεφάλι που κυριαρχούσε τη δεκαετία του ’20, τα εφαρμοστά φορέματα με το ποδόγυρο στη γάμπα του 1930, τις φούστες λίγο πιο κάτω από το γόνατο με τα παπούτσια τύπου Oxford του 1940 και τα φορέματα σε ίσια γραμμή, με έμφαση τη μέση, σιλουέτα τύπου κλεψύδρα και τα κοντά γάντια της δεκαετίας του ’50.
Ποιες ιστορικές ή καλλιτεχνικές πηγές ήταν η αρχή για τη δημιουργία των κοστουμιών της παράστασης;
Λ.Γ: Κύρια πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν αφίσες από εγχώριους και διεθνείς περιοδεύοντες θιάσους, αλλά και από όπερες, τσίρκο και freak show του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Η αισθητική που χρησιμοποιούσαν για να προσκαλέσουν το κοινό, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ίδιο το θέαμα. Οι όπερες, όπως και οι περιοδεύοντες θίασοι είχαν πολύ εξωστρεφή και εξπρεσιονιστική αισθητική, με έντονα χρώματα, φτερά και λάμψη, σε αντίθεση με τον καθημερινό ρουχισμό των ανθρώπων. Ακόμα, το μπουλούκι μας, συνομιλώντας με την ταινία «Ο θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου, δεν παρουσιάζεται με αψεγάδιαστα, πανάκριβα ρούχα, αλλά στις λεπτομέρειες διακρίνουμε πολυφορεμένα παπούτσια, παλιά αξεσουάρ φτιαγμένα με φτηνά υλικά και προσαρμοσμένα ρούχα, που με την εξωστρεφή ενέργεια και δυναμική του θιάσου μας μετατρέπονται σε λαμπερά κοστούμια.

Πώς επιλέξατε τα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονται στην παράσταση;
Αλκυόνη Θηλυκού (Μουσικός της παράστασης και ηθοποιός): Επιλέχθηκαν σε σχέση με την εποχή. Σχηματίζουν ένα μουσικό ταξίδι στον χρόνο, από το 1915 έως το 1950 περίπου, δημιουργώντας μια γραμμικότητα και χωρίζοντας σε κατηγορίες τα μουσικά είδη τα οποία αναφέρονται (οπερέτες-επιθεωρήσεις, τραγούδια του ’30, τραγούδια του Αττίκ, μεταπολεμικά τραγούδια). Κάποια τα γνωρίζαμε, κάποια τα μελετήσαμε από την αρχή κι έτσι δημιουργήσαμε ένα συνολικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με μουσική, σκετς και διάφορες ιστορίες και αφηγήσεις.
Τι χαρακτηριστικά έχουν και πώς χρειάστηκε να αναδιαμορφωθούν;
Α.Θ: Τα περισσότερα από τα τραγούδια του ρεπερτορίου μας, στις αρχικές τους εκτελέσεις, έχουν πολύ περισσότερα όργανα –ορχήστρες ολόκληρες–, οπότε χρειάστηκε να απλοποιήσουμε ή να πυκνώσουμε κάποιες από αυτές, για να ταιριάξουν στα 5 όργανα που έχουμε επί σκηνής. Το αποτέλεσμα σίγουρα δίνει μεγαλύτερη βάση στις φωνές και τις ερμηνείες. Άλλωστε, παρά την παρουσία οργάνων, παραμένουμε στη βάση μας ένα φωνητικό σχήμα!

Στην αρχή της παράστασης, μας είπατε ότι υπήρξαν διαφωνίες σε σχέση με το αν πρέπει να ακουστούν αυτούσιοι κάποιοι από τους στίχους. Γιατί συνέβη αυτό; Καταλήξατε πως πρέπει ή δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε τελικά;
Α.Θ: Η κουβέντα για το περιεχόμενο κάποιων τραγουδιών ξεκίνησε από πολύ νωρίς κατά τη διάρκεια των προβών και ακόμα καλά κρατεί… Πρόκειται για στίχους που γράφτηκαν μέχρι και εκατό χρόνια πριν και προφανώς παρουσιάζουν και εκφράζουν ιδέες και περιέχουν συγκεκριμένο λεξιλόγιο, που σίγουρα δε συμφωνούν με τις απόψεις και τις ευαισθησίες του σήμερα. Έχουμε επιλέξει, παρόλα αυτά, να διατηρήσουμε τους στίχους αυτούσιους, πρώτον γιατί ένας από τους λόγους που επιλέξαμε να κάνουμε αυτή την παράσταση ήταν να επαναφέρουμε τα τραγούδια και το «πνεύμα» μιας περασμένης εποχής και δεύτερον, γιατί εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας και το κοινό να τα αναγνωρίσουν ως αυτό που είναι, μια αποτύπωση του παρελθόντος, που μας βάζει στη διαδικασία να σκεφτούμε πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα, ή και αν έχουν αλλάξει. Μπαίνουμε σε μια διαδικασία διαλόγου με το ρεπερτόριο. Επίσης, πολλά από τα πιο «ακραία» στιχουργικά παραδείγματα, είναι ήδη γραμμένα με βαθιά ειρωνεία για τα στερεότυπα που παρουσιάζουν.
Ακουμπούν στο σήμερα αυτά τα τραγούδια;
Α.Θ: Παρά την απόσταση που μας χωρίζει χρονικά από τα τραγούδια αυτά, ουσιαστικά μιλάνε για πράγματα που πάντα θα αφορούν τους ανθρώπους: την αγάπη, τη φτώχεια, τις σχέσεις –και έχει μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπουμε πού «ακουμπάνε» στο σήμερα, σαν να ήταν γραμμένα για ’μας, και πού χρειαζόμαστε «μετάφραση», για να τα φέρουμε στα μέτρα μας. Μουσικά, δε, μας θυμίζουν κάτι από παιδικά χρόνια, αυτά που τραγουδούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας (στο κέφι τα χορεύανε κιόλας), κάτι από παλιές ταινίες και αργά ή γρήγορα, καταλήγουμε να παρασυρόμαστε από το ρυθμό τους, είτε τα ξέρουμε είτε όχι!

Κατά-φωνή, είστε ένα σύγχρονο μπουλούκι;
Η ιδέα του μουσικού μπουλουκιού και η εμφάνιση του όρου «μπουλούκι» προέκυψε από τον ταξιδιωτικό χαρακτήρα που έχει το σχήμα και φυσικά από το είδος των τραγουδιών και των νούμερων που επιλέγουμε στο Γιαξεμπόρε. Τον Σεπτέμβριο του 2023 ξεκινήσαμε να ταξιδεύουμε, να ανακαλύπτουμε εμάς και να δημιουργούμε όμορφες στιγμές συνάντησης με άλλους ανθρώπους, καλλιτέχνες ή μη, με στόχο να τραγουδήσουμε, να συνυπάρξουμε, να πιούμε ένα κρασί και να νιώσουμε όλες και όλοι ότι έχουμε βιώσει μια κοινή μουσική εμπειρία. Το ίδιο συμβαίνει μέχρι και σήμερα, διατηρώντας την ίδια κατάσταση με την πρώτη μας εμφάνιση: ταξίδι, τραγούδι και καλή παρέα!
Στα οργανωτικά από την άλλη, το σχήμα προσπαθεί να χωρίσει τους ρόλους στην οργάνωση και συντονισμό των εμφανίσεών μας, και λίγο-πολύ ασυναίσθητα, το κάθε μέλος του σχήματος έχει αναλάβει έναν ρόλο που μπορεί να φέρει εις πέρας. Πιστεύουμε πως στο μέλλον αυτό θα δομηθεί ακόμα καλύτερα και οι ρόλοι μας θα γίνουν ακόμα πιο διακριτοί. Ο συντονισμός, ενώ μέχρι πρότινος δημιουργούνταν από ένα ή δύο μέλη, πλέον πραγματοποιείται από όλα σχεδόν τα μέλη.
Πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση ερμηνευτικά από την τελευταία δουλειά σας, το «Υπέρ Ξενιτεμένων», που ήταν μια παράσταση με πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια; Τι διαφορετικές απαιτήσεις έχει;
Στην παράσταση «Υπέρ Ξενιτεμένων», κληθήκαμε να έχουμε ως βασικό μουσικό όχημα το πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι. Αυτό σήμαινε πως έπρεπε να τραγουδήσουμε όλες και όλοι μαζί και εν προκειμένω χωρίς όργανα, παρά μόνο με τη συνοδεία κάποιου κρουστού. Κι ενώ το Γιαξεμπόρε έχει μια γραμμικότητα στη μουσική αφήγησή του, στο «Υπέρ ξενιτεμένων» δημιουργήσαμε μια μορφή τελετουργίας, που φέρει και στοιχεία της Θείας Λειτουργίας. Επιλέξαμε να μιλήσουμε για τις μεγάλες θεματικές των πολυφωνικών ηπειρώτικων τραγουδιών (θάνατος, γάμος, ξενιτιά, αποχωρισμός, επιστροφή) με τη μορφή εισαγωγής κεφαλαίων και επιλόγου που είναι και αφιερωμένος στους ξενιτεμένους μας. Στο Γιαξεμπόρε, τα τραγούδια συνήθως ερμηνεύονται από έναν, δύο ή το πολύ τρεις καλλιτέχνες με τη συνοδεία οργάνων. Κάποια τραγούδια τα λέμε όλες και όλοι μαζί, διατηρώντας πολυφωνικά στοιχεία. Κοινός παρονομαστής και στις δύο παραστάσεις, πέρα από το ότι είναι οι ίδιοι συντελεστές, είναι η διάδραση και η ενεργή συμμετοχή του κοινού.


Σύντομα θα ακολουθήσουν κι άλλες!
Συντελεστές:
Μουσική: φωνητικό σύνολο Κατά-φωνή
Σκηνοθεσία: Πέτρος Παπαζήσης
Επιμέλεια κίνησης – Οργάνωση παραγωγής: Αρετή Πολυμενίδη
Κοστούμια-Σχεδιασμός αφίσας: Λήδα Γρηγοριάδου
Δημιουργία Teaser: Χρήστος Καλογριδάκης
Κατασκευή σκηνικού: Σπύρος Δουκέρης – AnotherkindArt
Live εικαστική αποτύπωση: Αναστασία Μικρού
Εταιρία Παραγωγής: ΟΜΑΖ ΑΜΚΕ
Επί σκηνής το φωνητικό σύνολο Κατά-φωνή (αλφαβητικά):
Νίκος Βρύζας – κιθάρα, φωνή, Λήδα Γρηγοριάδου – φωνή, Αλκυόνη Θηλυκού – πιάνο, φωνή,
Χρήστος Καλογριδάκης – φλάουτο, φωνή, Ξανθίππη Κουτούφη – φωνή, Βάσω Μιχαηλίδου – ακορντεόν, φωνή, Πέτρος Παπαζήσης – κρουστά, φωνή, Αρετή Πολυμενίδη- φωνή, Ρίτσα Ραπτοπούλου – φωνή, Μίμης Τζαρούχης – κρουστά, έγχορδα, φωνή
Μαζί τους η εικαστικός Αναστασία Μικρού.
Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο πολιτισμού και το τμήμα της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας.

















































































































