Πόσο καιρό έχεις να κάνεις έναν περίπατο Ή να ακούσεις αυτήν τη λέξη; Άνθρωποι της πόλης, αυτής της αντιφατικής ύπαρξης, κάνουν έναν περίπατο χωρίς σχέδιο. Αποτυπώνουν στιγμές, καταστάσεις, γράφουν τις σκέψεις τους και μας παρασύρουν στην τυχαιότητα της ζωντανής πόλης.
Ίσως να μην προσπαθούμε να δαμάσουμε τη στιγμή γιατί ξέρουμε εκ προοιμίου ότι εκείνη θα χαθεί κι εμείς θα συνεχίσουμε πάλι, μόνοι, χωρίς αυτήν. Η αδιαφορία είναι φθηνή πανοπλία για τις μάχες που ξέρεις ότι έχεις χάσει. Ευρέως διαδεδομένη. Οι Αθηναίοι την φορούν κατάσαρκα, ακόμα και τέλη του Ιούλη. Όσο περνούν δίπλα μου νιώθω ότι τους δροσίζει κιόλας.
Το μετρό έχει γίνει ένα παράξενο κράμα διακοπών, υπερεργασίας και θερμικής καταπόνησης. Έχει φορτωθεί με τις βαλίτσες της Ξανθιάς Φυλής, και πάνω σ’ αυτές οι εναπομείναντες Αθηναίοι εργαζόμενοι φλερτάρουν με την ιδέα να πάρουν φόρα και να βουτήξουν στον συρμό. Δεν υπάρχει άλλο μέρος σ’ όλη την πόλη που η προσμονή τρίβεται και ιδρώνει δίπλα στην εξουθένωση. Κοιτάζω και τους μεν και τους δε στα μάτια. Προσπαθώ να μην πάρω πλευρά. Με παρασύρουν οι γλώσσες που ακούω, ισπανικά, γαλλικά κι άλλη μια που δεν καταλαβαίνω, σίγουρα όχι ευρωπαϊκή. Προσγειώνομαι από ένα θυμωμένο «άι σιχτίρι». Ένα ροδάκι πέρασε πάνω απ’ το πόδι ενός γεροδεμένου παππού.
Κατεβαίνω στο Μέγαρο Μουσικής. Το πάρκο Ελευθερίας είναι γεμάτο μ’όλο το φάσμα των νιάτων της Αθήνας. Ο Βενιζέλος τα καλωσορίζει περήφανος κι ας μη καταλαβαίνει γιατί χτυπιούνται με μια μουσική που μοιάζει με διαρκές σύρσιμο πιρουνιού σε πιάτο. Αν ανέβεις στο λοφάκι και τους παρατηρήσεις μοιάζουν με ένα εγκάρσιο αρμονικό κύμα που φορτίζεται απ’ την ηλεκτρονική μουσική. Όσο τους πλησιάζεις η αρμονία σπάει, τ’ αυλάκια των προσώπων τους τώρα αρχίζουν να σχηματίζονται. Τα σώματά τους σνομπάρουν ακόμα την κούραση. Ένα αγόρι έχει πετάξει τη μπλούζα του στη σκηνή, αφήνοντας τη ζουμερή γοργόνα της πλάτης του σε κοινή θέα. Το κορίτσι του σηκώνεται στις μύτες και φιλάει τη γοργόνα. Εκείνος γυρνάει μεμιάς και φιλάει το κορίτσι. Επιτέλους ένα ερωτικό τρίγωνο της προκοπής σ’ αυτή την πόλη.
Η ζέστη στην Αθήνα μπορεί να σε λιώσει, αποχωρώ απ’ τον συνωστισμό, φτάνω σ’ ένα καφέ στη Μαβίλη, δίπλα στο σιντριβάνι. Μαζί με το κρασί μού φέρνουν ξηρούς καρπούς κι ένα σμήνος περιστέρια επιτίθεται και τους εξολοθρεύει σε dt. Ανοίγω, ξανά, τον «Κολοσσό του Μαρουσίου». Ο Χένρι Μίλλερ είχε έρθει στην Ελλάδα τέτοιο καιρό, το 1939. Γράφει ότι φτάνοντας στον Πειραιά ένιωσε 47 βαθμούς Κελσίου να τρυπάνε την ύπαρξή του. Παρακάτω περιγράφει με ακρίβεια τον ταξιτζή που τον πήγε στην Ακρόπολη, στη συνέχεια ξεκοκκαλίζει μέχρι και την υφή ενός τυχαίου φαγητού που δοκίμασε. Αυτός ο σπουδαίος, αλλιώτικος, Αμερικάνος έκανε ό,τι ακριβώς κι οι περιπατητές στην αρχαιότητα: σεργιάνισε την Ελλάδα αποτυπώνοντας εκείνη τη φευγαλέα στιγμή. Τη στιγμή που σήμερα προσπερνάμε όπως-όπως όσο είναι ζωντανή, μα όταν γίνει πίξελς σε μια οθόνη βουτάμε μέσα της με μανία.
Η ευχή μου για τον φετινό Αύγουστο είναι λιγότερα πίξελς και περισσότερα βλέμματα, που κι αυτά, με λίγη συγκέντρωση, συνιστούν φωτογραφία. Και μάλιστα πανάκριβη.
Καλό καλοκαίρι!















































































































