Κάτι πολύ τζαζ θα συμβεί το βράδυ της Κυριακής 25 Ιανουαρίου στο Theatre of the NO. Ο καταξιωμένος πιανίστας και συνθέτης Σπύρος Μάνεσης θα εμφανιστεί στη σκηνή του για μία μοναδική συναυλία με το Spyros Manesis Trio. Μαζί του θα βρίσκονται δύο κορυφαίοι μουσικοί της ελληνικής τζαζ σκηνής, ο Περικλής Τριβόλης στο κοντραμπάσο και ο χρόνια συνεργάτης του Αναστάσης Γούλαρης, στα τύμπανα.
Η συναυλία θα αποτελέσει μια πλήρη παρουσίαση της ξεχωριστής μουσικής ταυτότητας του Σπύρου Μάνεση, με επίκεντρο το πλούσιο και πολυδιάστατο συνθετικό του έργο.
Λίγες μέρες πριν, ο Σπύρος Μάνεσης μάς έδωσε μία άκρως κατατοπιστική, ειλικρινή και γεμάτη ευαισθησία συνέντευξη που αξίζει να διαβαστεί.
Και ένα μήνυμα από εμάς: Ακούστε τζαζ, κάνει καλό!
Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη μουσική;
Μεγάλωσα μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια στη Ζάκυνθο, σε μουσική οικογένεια, ο πατέρας μου ήταν ερασιτέχνης μουσικός, όπως και ο παππούς μου, κατά συνέπεια η μουσική ήταν τεράστιο θέμα στο σπίτι, πάντα κάποιος έπαιζε και όλοι τραγουδούσαμε. Ξεκίνησα ενεργά να παίζω πιάνο σε ηλικία επτά ετών, γράφτηκα στο ωδείο που είχε ιδρύσει στη Ζάκυνθο ο αξέχαστος και πολύπλευρα σημαντικός μουσικός για το νησί, Δημήτρης Λάγιος που ίδρυσε διάφορες μουσικές κοινότητες και φυτώρια μουσικών στο νησί τη δεκαετία του 1980. Αργότερα ήρθαμε στην Αθήνα και σπούδασα κλασικό πιάνο με την καθοδήγηση μιας εξαιρετικής δασκάλας, της Μαριάννας Αϊβάζοβα, στο Ωδείο Athenaeum.
Πότε μπήκε η τζαζ στη ζωή σας; Τι σας τράβηξε σ’ αυτή;
Η τζαζ ήρθε φυσικά κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου όταν πια ζούσα στην Αθήνα. Είχα ακούσει πολύ ροκ και μπλουζ και μέσα από το μπλουζ ξεκίνησα να ακούω τζαζ, στην οποία έβρισκα πράγματα που κατανοούσα και πολλά, ίσως τα περισσότερα, που δεν τα κατανοούσα αλλά παρόλα αυτά ένιωθα ότι ήταν με κάποιον τρόπο οργανωμένα και ταυτόχρονα κάπως μαγικά με συγκινούσαν. Αυτός ο συνδυασμός μαγικής έλξης αλλά και περιέργειας και πείσματος να καταλάβω τι συνέβαινε με αυτήν τη μουσική με οδήγησαν στους δασκάλους που με καθοδήγησαν με τον καλύτερο τρόπο τα επόμενα χρόνια, και στους οποίους χρωστάω πολλά, τον Γιώργο Κοντραφούρη και τον Σύλβιο Σύρρο στο ωδείο Athenaeum. Μπαίνοντας για τα καλά στον κόσμο της τζαζ αργότερα γοητεύτηκα από την περιπέτεια του αυτοσχεδιασμού και από την ιδέα ότι θα μπορούσα να είμαι ένας μουσικός που αποφασίζει αυτός για όλες τις μουσικές παραμέτρους και έκτοτε δεν υπήρξε γυρισμός.
Διδάσκετε τζαζ πιάνο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Πώς είναι ως εμπειρία η συνεργασία με νέα παιδιά που τώρα «βουτάνε» στον κόσμο αυτό; Τι βλέπετε να τα απασχολεί;
Διδάσκω πολλά χρόνια, τα τελευταία μόνο στο ΕΚΠΑ και τη σχολή Jazzart, τα προηγούμενα χρόνια στο Athenaeum και το ωδείο Μουσική Πράξη. Η συνεργασία με νέους ανθρώπους που έχουν όρεξη να μάθουν, να ανακαλύψουν και να διαμορφωθούν ως μουσικοί, αν και πάντοτε κοπιαστική, είναι εμπνευστική και αποκαλυπτική. Ο κάθε μαθητής είναι ένα ξεχωριστό σύμπαν από το οποίο μαθαίνω πολλά, αυτό που όμως είναι με συγκινητικό τρόπο κοινό σε όλους είναι το γεγονός ότι ενδιαφέρονται για μια μουσική που εστιάζει στις διαδικασίες και όχι στο τελικό αποτέλεσμα, που αγαπά την αβεβαιότητα και όχι την ασφάλεια, τη συνεργασία και τον σεβασμό και όχι τον ανταγωνισμό.
Την Κυριακή 25 Ιανουαρίου εμφανίζεστε με το Spyros Manesis Trio στο Theatre of the NO. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει συνθέσεις από όλη τη δισκογραφική σας διαδρομή. Πώς βλέπετε σήμερα αυτά τα έργα και τι νέο «διάλογο» ανοίγουν μεταξύ τους επί σκηνής;
Το συγκεκριμένο πρόγραμμα που έστησα είναι βασισμένο σε πράγματα που έχω γράψει παλαιότερα αλλά και πρόσφατα, κάποια από αυτά περισσότερο λυρικά και κάποια περισσότερο γωνιώδη και εξωστρεφή. Με τα παλαιότερα αισθάνομαι πως δεν έχω τελειώσει μαζί τους και γοητεύομαι από την ιδέα πως κάθε φορά μπορούν να παιχτούν όπως δεν έχουν ξαναπαιχτεί, σαν να είναι νέα δηλαδή, και μάλλον γίνονται νέα αν αντιμετωπιστούν με απρόβλεπτο τρόπο και από τους τρεις μας.
Θα ακούσουμε και νέες, ακυκλοφόρητες συνθέσεις λίγο πριν τη δισκογράφησή τους. Τι ρόλο παίζει για εσάς η ζωντανή παρουσίαση ενός έργου πριν αυτό «κλειδώσει» στο στούντιο;
Η διαδικασία ξεκινά από τη φαντασία, συνήθως από ένα καλλιτεχνικό ερώτημα, που καταλήγει στη σύνθεση που δεν είναι παρά μια αφετηρία για εξερεύνηση στο πεδίο του αυτοσχεδιασμού. Ο αυτοσχεδιασμός μελετιέται κατά μόνας αλλά και διαδραστικά στην πρόβα με το γκρουπ. Με τη συναυλία, που λειτουργεί και κάπως σαν τεστ, ο κύκλος κλείνει, αλλά ανάλογα με το τι θα συμβεί ανατροφοδοτείται ο κύκλος της μελέτης, της πρόβας και της επόμενης συναυλίας, είναι λίγο σαν σπείρα η όλη διαδικασία. Δεν προσδοκούμε το τέλειο γιατί δεν υπάρχει, αλλά την αρτιότητα και την ειλικρίνεια. Ποτέ δεν είμαι σίγουρος πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να ηχογραφηθεί κάτι και να κυκλοφορήσει, με δεδομένη τη φύση αυτής της μουσικής, και με μία εδραιωμένη πεποίθηση ότι «αργότερα θα είναι καλύτερα», αλλά κάποια στιγμή πρέπει κανείς να το τολμάει.

Συμπράττετε με δύο σημαντικούς μουσικούς της ελληνικής τζαζ σκηνής, τον Περικλή Τριβόλη και τον Αναστάση Γούλαρη. Πώς διαμορφώνεται η μουσική επικοινωνία μέσα στο τρίο και τι φέρνει ο καθένας στον ήχο του σχήματος;
Ο αισθητικός προσανατολισμός του τρίο μπορεί να χαρακτηριστεί μοντέρνος με την έννοια ότι ακολουθεί το νήμα των τρίο που ξεκινά από τον Bill Evans, περνάει από τον Paul Bley και τον Keith Jarrett και καταλήγει στον Brad Mehldau. Το χαρακτηριστικό αυτών των ιστορικών τρίο είναι μια συμμετοχική, περισσότερο επεμβατική διαχείριση της συνοδείας από πλευράς κοντραμπάσου και τυμπάνων, σε αντιδιαστολή με τα πιο παραδοσιακά τρίο που η συνοδεία ήταν περισσότερο συμβατική. Με τον Αναστάση έχουμε μακρά ιστορία ως μέλη του Spiral Trio, ο Αναστάσης είναι από τους ντράμερ που παίζουν με μεγάλη ευαισθησία και μουσικότητα και εκπληκτική αίσθηση οικονομίας. Ο Περικλής είναι σχετικά νέος συνεργάτης, έχει κι αυτός μεγάλη παλέτα εκφραστικών εργαλείων, ισορροπεί εξαιρετικά ανάμεσα στο υποστηρικτικό και το παρεμβατικό παίξιμο και έχει και αυτός εξαιρετική αίσθηση οικονομίας, και φυσικά όσο γνωριζόμαστε ανοίγει ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο μουσικής εξερεύνησης.
Στο ρεπερτόριο της βραδιάς υπάρχουν τολμηρές διασκευές έργων των Michel Legrand και Λένας Πλάτωνος. Τι βρίσκεται σε αυτούς τους δύο καλλιτέχνες που σας «προκαλεί» να «παίξετε» μαζί τους;
Ο μελωδικός λυρισμός και ο αρμονικός πλούτος, πρόδηλος και στους δύο.
Θεωρώ ότι στη σκηνή της Ελλάδας δεν έχει δοθεί στην τζαζ το βήμα που της αναλογεί. Δεν ξέρω εάν συμφωνείτε. Τι έχετε να πείτε σχετικά;
Η εποχή σίγουρα δεν βοηθάει στο να αναπτυχθούν θεσμοί που θα στήριζαν καθοριστικά την προώθηση μιας μη εμπορικής μουσικής όπως είναι η τζαζ, αλλά και άλλες τέχνες για να μην μιλάμε μόνο για την τζαζ, και φυσικά ας μην πιστεύουμε ότι στο εξωτερικό είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Υπάρχει όμως ένα μικρό αλλά συνειδητοποιημένο κοινό που τρέφεται από τη συναυλία και στηρίζει τη σκηνή και φυσικά υπάρχουν οι άνθρωποι με όραμα και όρεξη που στέκονται δίπλα στους μουσικούς και τα γκρουπ και στηρίζουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους, είτε διοργανώνοντας φεστιβάλ είτε συντηρώντας μικρούς χώρους και κλαμπ που φιλοξενούν τακτικά συναυλίες. Ελπίζω με τη δραστηριότητά μας ως καλλιτέχνες και ως δάσκαλοι να καταφέρουμε να εμπνεύσουμε νέες γενιές μουσικών και ακροατών.
Ίσως και σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, πολύς κόσμος, και αναφέρομαι στους ακροατές, θεωρεί την τζαζ δύσκολη μουσική. Πώς έχει προκύψει αυτό;
Η τζαζ είναι κάπως δύσκολη μουσική με την έννοια ότι απαιτεί μια τζαζ παιδεία, δηλαδή μία εξοικείωση τόσο με τους κώδικές της όσο και, κυρίως, με το γεγονός ότι είναι πολλές φορές πυκνή ως προς τα μουσικά γεγονότα τα οποία, συν τοις άλλοις, εξελίσσονται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα να απαιτεί προσεκτική και προσηλωμένη ακρόαση για να αποκαλυφθούν οι ομορφιές και το ενδιαφέρον της. Ιστορικά, οι ρίζες αυτού του χαρακτήρα της τζαζ βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη της bebop στις αρχές της δεκαετίας του 1940, όταν η μαύρη μουσική κοινότητα με πρωτεργάτες τους C. Parker, D. Gillespie, M. Davies, B. Powell, L. Tristano, T. Monk και άλλους, έστρεψαν τον αισθητικό προσανατολισμό της τζαζ από μουσική διασκέδασης σε μουσική ακρόασης εφάμιλης της «λευκής» μοντέρνας κλασικής μουσικής που για όλο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήταν σε μεγάλη άνθιση, και την οποία μέρος των μουσικών της bebop γνώριζαν, παρακολουθούσαν και μελετούσαν. Η αλλαγή αυτή η οποία είναι θεμελιώδης για τον τρόπο λειτουργίας της μουσικής, έθρεψε σημαντικά καλλιτεχνικά ρεύματα για τα επόμενα χρόνια, άνοιξε ένα παράθυρο διαλόγου μεταξύ της τζαζ και άλλων τεχνών, και βρίσκεται έκτοτε στον πυρήνα της.
Τι θα θέλατε να πάρει το κοινό μαζί του φεύγοντας από τη συναυλία σας στο Theater of the No;
Θα ήμουν ευτυχής αν η επαφή με τη μουσική που θα δημιουργηθεί ζωντανά μπροστά τους, τους προκαλέσει ενδιαφέρον και συγκίνηση και αποτελέσει όχημα για τη δημιουργία μιας εσωτερικής ψυχικής και πνευματικής πραγματικότητας ζωντανής, ενδιαφέρουσας και πλούσιας.
Τι οραματίζεστε σχετικά με την τέχνη σας;
Να είμαι καλά, να μπορώ να συνεχίζω να κάνω μουσική, και να υπάρχουν άνθρωποι γύρω μου με τους οποίους να τη μοιράζομαι!
Τι σας έχει μάθει η τζαζ;
Τον σεβασμό, τη συνεργασία, την ευθύνη, την τόλμη και τη χαρά του να εμβαθύνω σε ό,τι κάνω. Επίσης σε προσωπικό επίπεδο η μουσική είναι όχημα για να εκφράζονται πτυχές μου που με άλλον τρόπο δεν θα εμφανίζονταν.
Ιnfo
Σπύρος Μάνεσης: πιάνο, συνθέσεις
Περικλής Τριβόλης: κοντραμπάσο
Αναστάσης Γούλαρης: τύμπανα
Κυριακή 25 Ιανουαρίου στις 21:00
THEATRE OF THE NO, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 3, Αθήνα
Προπώληση Εισιτηρίων: https://www.more.com/gr–el/tickets/music/spyros–manesis–trio-1
Website & Social Media:
TheatreoftheNO I Facebook I Instagram
Spyros Manesis I Facebook I Instagram















































































































