Πέμπτη βράδυ στο Rue de Marseille. Ο Θέμος Σκανδάμης κάνει την είσοδό του, ενώ ακούγεται από το ηχείο το «Let it be». Μου φαίνεται τόσο ταιριαστό – σχεδόν σκηνοθετημένο. Ακούω Θέμο από τότε που με θυμάμαι. Πανελλήνιες έδωσα με το «Μακροβούτι», πήρα πτυχίο με «Το σπίτι μου» και τώρα που κυκλοφόρησε η «Χρυσάνθη» είμαι εδώ, απέναντί του, με το άγχος μου, τη fisher μου και τέσσερις σελίδες ερωτήσεις.
Ποθώ διακαώς να μάθω για τις στιχοπλοκίες του και τις ιστορίες πίσω από αυτά τα τραγούδια που τα έχω κυριολεκτικά λιώσει στα ριπίτ. Δε βρίσκω πώς να ανοίξω την κουβέντα σωστά. Στην αρχή δε βολευόμαστε, μετακινούμαστε από τραπέζι σε τραπέζι. Η αρχική κρυάδα όμως, φεύγει με την πρώτη μπίρα και ξαφνικά ο πάγος έχει λιώσει και κάνουμε χάζι και παρέα. Άκου (και κοίτα) να δεις. Μοιράζομαι μαζί σας ένα μέρος της βραδιάς μας (δεν χωράνε όλα όσα ειπώθηκαν, ευτυχώς), που είτε την κατέγραφα είτε όχι, θα την είχα έτσι κι αλλιώς μαζί μου για καιρό.
Αχ ξενύχτησα και πάλι
Με βρήκε τ’ αύριο πρωί
Κι απ’ τα πόδια ώς το κεφάλι
Έρωτας με τυραννεί
Ας ξεκινήσουμε από τη «Χρυσάνθη». Πώς γεννήθηκε;
Τα τραγούδια τα γράφω σαν ημερολόγιο. Ζω την κανονική ζωή μου, αλλά παράλληλα υπάρχει κι η άλλη, της φαντασίας και της τρέλας. Κάπως ανακατεύονται αυτοί οι δύο κόσμοι και προκύπτουν τα τραγούδια. Μετά από καιρό βλέπω ότι πέντε-έξι-εφτά από αυτά σχηματίζουν μια ενότητα και αποφασίζω ότι μπορεί να γίνουν μια ολοκληρωμένη παραγωγή. Κάθε περίοδος έχει τη δική της μουσική αναζήτηση. Σε αυτόν τον δίσκο υπήρχαν οι Beatles και ένα ’60s-’70s στοιχείο. Υπήρχε μια ανάγκη για απλότητα και ελαφρότητα. Κάθε φορά εμφανίζεται κι ένα τραγούδι που αποτελεί το κέντρο βάρους κι όλα τα επόμενα κουμπώνουν σ’ αυτό. Αυτήν τη φορά ήταν η «Χρυσάνθη». Η Χρυσάνθη ήταν η κοπέλα ενός φίλου, μία κοπέλα πολύ εντυπωσιακή, με την έννοια του πνεύματος. Ήταν φλογερή, είχε έναν ωραίο δαίμονα.
Πόσο τα επεξεργάζεσαι για να κουμπώσουν ή πόσο περιμένεις να ’ρθουν τα σωστά;
Όλα είναι υπό αίρεση μέχρι την τελευταία στιγμή. Μπορεί να ηχογραφήσω κάτι και να συνειδητοποιήσω μετά –ίσως σε κάποιο live– ότι θέλει κάτι ακόμα που δε χώρεσε, ότι χρειάζεται μια λέξη παραπάνω. Όταν όμως τα παίζεις σε κόσμο, κάπως σταθεροποιούνται, κάπως καθιερώνονται. Πολλές φορές βέβαια έχεις μια πρώτη ιδέα και μετά δουλεύεις κι αλλάζεις και επιστρέφεις στην πρώτη μορφή. Έχω την πολυτέλεια να κρατήσω αυτό που θέλω…
Πώς δούλεψες τη «Χρυσάνθη» ενορχηστρωτικά;
Τα τραγούδια τα έπαιζα ζωντανά σε ένα σόλο πρότζεκτ μετά τις καραντίνες. Πέρασα έναν πολύ δύσκολο covid, διαλύθηκαν όλοι και ξαναγύρισα στο «ένα». Μ’ αρέσει πολύ το σόλο, αν και όταν είσαι «ένα» υπάρχει και ταβάνι. Τα έπαιζα λοιπόν όλα αυτά με την κιθάρα μου, με λούπες, με πετάλια. Στο στούντιο θέλησα να γίνουν πραγματικότητα στη Χρυσάνθη, όλα αυτά που στο σόλο πρότζεκτ υπήρχαν μόνο κατά φαντασία. Πήγα στον Βασίλη Μαντζούκη, φίλο και εξαιρετικό μουσικό. Κάναμε μαζί την παραγωγή και την ενορχήστρωση. Πέντε τραγούδια έγιναν στο Baumestrasse κι ένα στο Δισκέξ με τον Σέργιο Βούδρη, επίσης φοβερό μουσικό εγκέφαλο.
Κάνουμε εμείς μια πρώτη επεξεργασία, έρχονται κι οι μουσικοί, ακολουθούν αυτό το blueprint κι ο καθένας βάζει τη δική του προσωπικότητα. Η δουλειά μου από εκεί και μετά είναι να κάνω μικρές μικρές επιλογές, μέχρι να μπορέσουν να δούνε όλοι το ίδιο πράγμα. Για εσένα που έχεις γράψει το τραγούδι, στο μυαλό σου οφείλει να είναι πολύ καθαρό το τι είναι αυτό, και αν ένα τραγούδι είναι καλογραμμένο, κανονικά δείχνει το δρόμο, αλλά και πάλι οι επιλογές είναι άπειρες. Η ενορχήστρωση είναι μια τέτοια, σκηνοθετικής υφής δουλειά, που τελικά αυτό που έχει στόχο είναι απλά να εντοπίσουμε όλοι το τραγούδι, να εννοούμε το ίδιο πράγμα την ώρα που το παίζουμε.
Από όλη τη διαδικασία –ιδέα, μελοποίηση, στούντιο, live– τι απολαμβάνεις περισσότερο;
Εγώ τα ευχαριστιέμαι όλα με διαφορετικό τρόπο. Πέρα απ’ το live, το πιο μαγικό κι ηδονικό είναι η πρώτη φορά, η πρώτη στιγμή, εκείνη που εκπλήσσεις τον εαυτό σου με κάτι, που λες «πως μου ’ρθε αυτό τώρα;» Αυτές είναι ευτυχισμένες στιγμές, είναι τα δωράκια μας. Δουλεύεις δουλεύεις, ξαφνικά κάτι προκύπτει και ξαφνιάζεσαι κι εσύ ο ίδιος, το θαυμάζεις σαν να μην είναι δικό σου. Το ’λεγε ο Μητσάκης ωραία, σαν γερασμένος ζεν πρεμιέ, «Έχω ένα ταλέντο που μερικές φορές απορώ κι εγώ ο ίδιος». Παλιά γελούσαμε, ίσως να το κοροϊδεύαμε και λίγο σαν υπεροπτικό, αλλά νομίζω πως αυτό εννοούσε, αυτήν τη στιγμή της έκπληξης. Επίσης είναι πολύ ωραίο όταν έρχονται κι οι υπόλοιποι κι αρχίζει να ανθίζει το τραγούδι και να δένει και με τη φαντασία των άλλων.
Σε αρκετά βίντεο είδα πως έχεις αναλάβει και το μοντάζ και τη σκηνοθεσία. Ποια είναι η σχέση σου με την εικόνα;
Αγαπώ πολύ το σινεμά. Σκηνοθέτησα το «Με τρέλανε ο έρωτας». Με τον camera man ψάχναμε ματιά, γωνίες, τον ρυθμό, το βλέμμα. Ήθελα η κάμερα να είναι σαν κάποιος που βρίσκεται τυχαία σε μια γιορτή. Σε ένα άλλο κλιπ, στο Κοντέινερ, που παίζει κι ο φίλος μου ο Στάθης Κόκορης, έψαχνα να δω τι εικόνα μπορεί να ’χει αυτό το τραγούδι που έχει τόσο επιθετικό στίχο. Τότε ήμουν στα Γιάννενα, κάναμε με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. μια παράσταση κι έκανα εγώ τη μουσική και τα τραγούδια και το γυρίσαμε εκεί, σ’ ένα μπαρ. Στο βίντεο βλέπουμε έναν μπάρμαν να τρέχει πάνω κάτω, να ετοιμάζει ποτά και να βάζει δηλητήριο στο τελευταίο ποτό που φτιάχνει και μετά καταλαβαίνουμε πως το πίνει ο ίδιος κι αυτοκτονεί. Κι εκεί επίσης έκανα τη σκηνοθεσία. Έχω κάνει και μια μικρού μήκους, που πρωταγωνιστούσε ο φίλος μου ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος και έπαιζε κι ο Άρης ο Τρουπάκης. Σαν άσκηση το έκανα. Καλά πήγε, πήγε και στο φεστιβάλ της Δράμας.. Ναι, αγαπώ πολύ το σινεμά, βλέπω πολύ σινεμά.

Κι ο τρόπος που γράφεις είναι κινηματογραφικός. Κάθε στίχος σου μου φαίνεται σαν ένα μικρό ταινιάκι.
Για εμένα οι εικόνες προκύπτουν με τις λέξεις και φτιάχνουν αυτές τις μικρές ταινίες που είναι το κάθε τραγούδι μου, όπως λες. Όμως ένας κινηματογραφιστής έχει κουρδισμένη τη φαντασία του με βάση τις εικόνες, εγώ λειτουργώ αντίθετα. Είναι διαφορετικός τρόπος, άλλος κώδικας. Είναι άλλο να δουλεύεις με στίχους και μουσική κι άλλο με πλάνα. Βέβαια, αν το σκεφτείς πλατωνικά, τελικά τα υλικά πάντα τα ίδια είναι, με την έννοια των ιδεών.
Ζούμε πράγματι στην εποχή της εικόνας. Σε επηρεάζει;
Για μένα είναι πρόβλημα όπως σου είπα. Αυτό που προσπαθεί η δική μου τραγουδοποιία είναι να δώσει μια αίσθηση με στίχους και μουσική. Είναι ένα θέατρο της φωνής, που έγραφε κι ο Σαββόπουλος στα απομνημονεύματά του, μια αφήγηση μέσα από το λόγο και τη φωνή. Λέει εκεί για τα παραμύθια που του διάβαζε η γιαγιά του. Αυτή η γλώσσα δεν πληροφορούσε, αλλά ζωντάνευε τις εικόνες και δημιουργούσε αυτό το θέατρο της φωνής. Το τραγούδι αυτό κάνει. Όταν θέλεις αυτό να το ντύσεις με εικόνες, μπορεί να καταστραφούν τα πάντα. Θα πρέπει να κάνεις αντίστιξη, να μην βγει περιγραφικό κλπ. Κι όμως, ακόμα κι αν ζούμε στην εποχή της εικόνας, κουμάντο ποιοι κάνουν; Οι curatotrs. Πάλι επιστρέφουμε στο λόγο δηλαδή. Γιατί υπάρχουν τόσες εικόνες, που κάπως δημιουργείται η ανάγκη να πει κάποιος πώς πρέπει να διαβαστούν, πώς πρέπει να τις ακολουθήσουμε…Οπότε εγώ λέω πως πρωτίστως η δουλειά του τραγουδοποιού είναι μια δουλειά με το λόγο και τη μουσική και τη μουσική του λόγου.
Πες μου λίγο για τα ακούσματά σου. Τι άκουγες μικρός;
Δεν μπορώ να πω ότι οι γονείς μου ήταν ιδιαίτερα φιλόμουσοι. Δεν είχαμε καμιά τρελή δισκοθήκη στο σπίτι. Θα έπαιζε ραδιόφωνο, που θα είχε κυρίως ειδήσεις και μερικά τραγούδια. Θα άκουγαν και λίγο Θεοδωράκη. Στα γλέντια και στις μαζώξεις θα έπαιζαν ρεμπέτικα και λαϊκά. Ως έφηβος μετά άρχισα εγώ να ψάχνομαι και να τσαλαβουτάω… Είχα κασέτες που από τη μια πλευρά μπορεί να είχαν Βασίλη Παπακωνσταντίνου κι απ’ την άλλη AC/DC. Λάτρευα τον Μάικλ Τζάκσον, τον Έλβις, τους Doors – ειδικά αφότου είδα την ταινία του Όλιβερ Στόουν. Κι ύστερα ανακάλυψα τον Σαββόπουλο. Εκεί μπήκε το σοβαρό κέντρο βάρους. Από εκεί άνοιξαν όλα.

Θα ακούσεις ακόμα Νιόνιο;
Πού και πού θα ακούσω, ναι, σαν reboot. Ο θάνατός του με στεναχώρησε πολύ, παρότι δεν είχαμε πια επαφή. Είναι όμως κι όλα μου τα νιάτα, όλη μου η ελπίδα, όλη μου η φόρα. Το πώς μπήκα στη μουσική παίζοντας τη Ζωζώ και τη Συννεφούλα.
Ποια συνεργασία υπήρξε πιο καθοριστική για ’σένα;
Η Μάρθα Φριντζήλα και ο Βασίλης Μαντζούκης. Δίπλα τους έμαθα την προπαίδεια. Ήταν το πρώτο μουσικό μου σχολείο. Και βέβαια ο Σαββόπουλος, που ακόμη κι αν δεν τον γνώριζα, πάλι θα ήταν καθοριστικός.
Σε ποια φάση πιστεύεις ότι βρίσκεται η ελληνική μουσική; Ποιο είναι το μεγαλύτερο αγκάθι αυτήν τη στιγμή;
Δεν ξέρω καν τι εννοούμε πια «ελληνική μουσική». Υπάρχει τεράστια πολιτιστική κρίση ταυτότητας και τεράστια υλική δυσκολία. Οι ηθοποιοί και οι μουσικοί κάνουν πια 4-5 δουλειές. Οι φόροι στα μαγαζιά είναι εξωφρενικοί. Για να πληρωθούν μουσικοί, χώρος, μπαρ, πρέπει να πληρώσει πολλά ο κόσμος – και δεν τα έχει. Διαλέγει ένα live τον μήνα, και πηγαίνει εκεί που ξέρει. Και υπάρχει και στιχουργικό πρόβλημα. Αλλά προσωπικά τα απαντώ όλα αυτά μέσα από τα τραγούδια μου. Πάντως, αν δεν υπάρχει χρόνος, αν δεν υπάρχει χάζι, αν δεν υπάρχει παρέα…δεν προκύπτουν πράγματα.
Ποιος ακούει πρώτος τα τραγούδια σου;
Η Τώνια, η κοπέλα μου. Μετά ένας μικρός, εκλεκτός κύκλος.
Σε επηρεάζει η γνώμη τους;
Βέβαια. Αν και καμιά φορά είμαι τόσο σίγουρος για αυτό που έχω φτιάξει που απλώς τα μοιράζομαι μαζί τους για να μεγαλώσει η χαρά.

Έχει τύχει να σε φρενάρει κάποια σκληρή κριτική;
Όχι. Η αδιαφορία είναι που πληγώνει, όχι η κριτική. Αν κάποιος ερχόταν και μου έλεγε «είναι χάλια αυτά που γράφεις γι’ αυτόν και γι’ αυτόν το λόγο», θα είχε πολλή πλάκα, θα το εκτιμούσα.
Η σχέση δημιουργού και κριτικής είναι λεπτή υπόθεση…
Αν αλλάξεις τονικότητα σ’ ένα τραγούδι, μπορεί να γίνει άλλο πράγμα. Για αυτό θες κοντά σου ανθρώπους που ξέρουν να ακούν. Έχω πετάξει πάρα πολλά, όχι επειδή το είπε κάποιος, αλλά επειδή δεν με έπειθα ούτε εγώ ο ίδιος όταν προσπαθούσα να τα ερμηνεύσω. Κι έτσι τα ξαναβάζω στο εργαστήριο. Είχα κάποια πιο λαϊκότροπα τραγούδια ας πούμε που δεν μου ταίριαζαν. Δεν ταίριαζαν στη φωνή μου. Τα έπαιξα στον Φώτη Βεργόπουλο – τρομερή φωνή και μπουζούκι. Ήρθε σπίτι και ξεκίνησε να φτιάχνεται ένα νέο πρότζεκτ με εκείνον πρωταγωνιστή. Κατάλαβες, να ’χουμε να παίζουμε.
Στίχος ή μουσική; Τι έρχεται πρώτο;
Έρχονται παρέα. Το ένα τραβάει το άλλο.
Δε σε δυσκολεύει κάποιο περισσότερο από τ’ άλλα;
Υπάρχουν κάποια που βγαίνουν σαν νερό, και σ’ άλλα μπορεί να δυσκολευτείς μ’ ένα ακόρντο ή με μια λέξη, αλλά όλα αυτά αποτελούν πτυχές του ίδιου προβλήματος, που είναι πρόβλημα λόγου και μουσικής ταυτόχρονα. Το τραγούδι έρχεται και συνδέει δύο πράγματα χωριστά φαινομενικά, τον λόγο και τη μουσική, αλλά εν τέλει δεν είναι. Και όταν καταφέρνεις να τα ενώσεις είναι μεγάλη χαρά.
Το «Τραγούδι του παρόντος» που είναι και το αγαπημένο μου δικό σου, είναι πικρό όντως. Τι ρόλο παίζει λοιπόν η θλίψη, η απογοήτευση, η πίκρα στη δημιουργία;
Δεν μπορώ να πω πως είμαι πιο παραγωγικός όταν είμαι σε άσχημη κατάσταση, απλά μερικές φορές το τραγούδι μπορεί να ’ναι η απάντηση σε μια απελπισία. Για να ’μαι όμως παραγωγικός χρειάζομαι χαρά, όρεξη, κέφι, όπως όλοι οι άνθρωποι. Θέλει κέφι η τραγουδοποιία. Αν αυτό το κέφι είναι το αντίβαρο μιας «σκοτεινής μητέρας» που λέει κι ο Χατζιδάκις ή μιας κατάστασης που σε σφίγγει, είναι άλλη κουβέντα. Με κέφι πάντως προχωράμε. Υπάρχουν στιγμές που είμαι να τη σπάσω την κιθάρα. Και αντ’ αυτού την πιάνω στα χέρια μου και φτιάχνω κάτι. Αλλά όταν είμαι πραγματικά χάλια, αυτό που λέμε «μ’ έχει πάρει μια κατάσταση από κάτω», εκεί δεν κάνω τίποτα. Ο άνθρωπος γενικά, παίρνει τον πόνο και τον κάνει κέφι. Αυτό είναι μια δυνατότητα μεταφυσική. Μπορώ να περπατάω, μπορώ να τρέχω, αλλά μπορώ και να χορεύω. Ο χορός είναι σαν το τραγούδι, είναι μια περίεργη δυνατότητα του όντος που λέγεται άνθρωπος. Εντελώς άχρηστη φαινομενικά, αλλά τελικά απολύτως απαραίτητη.
Πώς τα ακούς τα πιο παλιά σου τραγούδια; Μεγαλώνουν καλά;
Τα περισσότερα ναι, χαίρομαι να τα ακούω ξανά. Με μερικά απορώ κιόλας, ποιος ήταν αυτός που τα έγραψε; Γιατί είμαστε σε μια ροή χρόνου κι η μνήμη συγκρατεί μεν ότι «ναι εγώ είμαι αυτός που το έφτιαξε», αλλά αν με ρωτήσεις δεν μπορώ να το γράψω τώρα, σήμερα. Το έγραψα τότε, συνέβη.

«Με τρέλανε ο έρωτας και δεν με νοιάζει πλέον ούτε για το λιγότερο, ούτε για το επιπλέον», έχεις γράψει. Ο έρωτας τι ρόλο παίζει στη δημιουργία;
Ο έρωτας είναι το φίλτρο, είναι… (ΣτΣ: μεγάλη παύση) Είναι αυτό που μεταμορφώνει τα πράγματα. Αποτυπώνεις την πραγματικότητα αλλά μεσολαβούντος του έρωτα, δεν την αποτυπώνεις ανέραστα, σαν λογιστής, σαν μια απλή καταγραφή. Και δε μιλάω για τον έρωτα μόνο με την παραδοσιακή έννοια «γνώρισα ένα κορίτσι κι ερωτεύτηκα», μιλάω για τον έρωτα για τον κόσμο, για τη ζωή. Αυτός είναι που μεσολαβεί και μπορεί ο άνθρωπος να κάνει τέχνη και να την απευθύνει κάπου ψηλότερα. Το συγκεκριμένο στιχάκι και το τραγούδι ολόκληρο, προέκυψε επειδή διάβαζα ένα βιβλίο του Τσαρούχη, μια καταγραφή κάποιων ομιλιών του, το «Μαθήματα ζωγραφικής» απ’ τις εκδόσεις Άγρα. Εκεί εξηγεί αυτό ακριβώς, πώς ο έρωτας μεσολαβεί ανάμεσα στον κόσμο και τον καλλιτέχνη και προκύπτει η δημιουργία και ξαφνικά αυτό μπορεί να ’ναι αρκετό, το να βρίσκεις τις σωστές αναλογίες. Δεν χρειάζεσαι τίποτα επιπλέον. Η μαύρη ζωή βέβαια και το αδυσώπητο της καθημερινότητας και του θανάτου συνεχίζονται.
Αν δεν είχες γίνει μουσικός, τι θα μπορούσες να έχεις γίνει;
Κινηματογραφιστής. Πολύ θα μου άρεσε να ’μαι σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Μου φαινόταν πάντα όμως πολύ ακριβό και τεράστιο και χαοτικό και τελικά αποφάσισα ότι με μια κιθάρα μπορώ να κάνω εξίσου πολλά. Καμιά φορά με φαντασιώνομαι και ως απατεώνα, hustler, Κόρτο Μαλτέζε, αλλά δυστυχώς δεν έχω τέτοια ταλέντα.
Θυμάσαι τη στιγμή που αποφάσισες ότι θα ασχοληθείς αποκλειστικά με τη μουσική;
Στο πρώτο live που έκανα με δικά μου τραγούδια. Ήμουν ένας νεαρός ηθοποιός, είχα παρατήσει τη δραματική, είχα δουλέψει όμως στο θέατρο. Ήμουν 25, 26 χρονών και μετά απ’ την πρώτη αυτήν παρουσίαση δεν έβγαζε τίποτα άλλο νόημα. Ήταν μια περίεργη δέσμευση.
Θα έχουμε την ευκαιρία να σε χαρούμε σε live πριν μπει το ’26;
Μετά από καιρό που έπαιζα σόλο έχει φτιαχτεί μία καταπληκτική ομάδα μουσικών και ξεκινάμε τις εμφανίσεις. Η πρώτη είναι την Κυριακή 14/12 στον ωραίο χώρο Space Baby στη Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έχει πολύ ενδιαφέρον το πως μεταμορφώνονται ξανά τα τραγούδια, μέσα από τη ματιά αυτών των πολυμουσικών. Ο καθένας παίζει τρίτα-τέσσερα όργανα και αλλάζουν κατά τη διάρκεια του live σαν παιδιά που παίζουν!


Ακούστε τον νέο δίσκο του Θέμου Σκανδάμη, «Χρυσάνθη», εδώ.















































































































