Η συνέντευξη που ακολουθεί φωτίζει μια πολύτιμη, αλλά συχνά αφανή, διάσταση της πόλης: τη μνήμη που κουβαλούν τα κτίρια και οι δημόσιοι χώροι της. Η MONUMENTA, με πολυετή δράση και αφοσίωση, καταγράφει, προστατεύει και αναδεικνύει την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας, υπενθυμίζοντάς μας ότι η ιστορία δεν βρίσκεται μόνο στα μουσεία, αλλά περπατιέται καθημερινά.
Ευχαριστούμε θερμά την Ειρήνη Γρατσία, αρχαιολόγο και συντονίστρια της ΜΟΝUΜΕΝΤΑ, για τις μεστές απαντήσεις και τον χρόνο της.
Σημείωση: Τη λέξη κτίριο/κτήριο καθώς και τα παράγωγά της, θα τα δείτε και με τους δύο τρόπους γραμμένα, αφού συνεντευξιάζουσα και συνεντευξιαζόμενη επιλέγουν διαφορετικό τρόπο γραφής.

Ποιοι οι στόχοι δημιουργίας της ΜΟΝUΜΕΝΤΑ;
Μια ομάδα αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων και περιβαλλοντολόγων συνένωσε τις δυνάμεις της το 2006, έτος δημιουργίας της ΜΟΝUMENTA, με σκοπό να συμβάλλει στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, του τοπίου και του φυσικού περιβάλλοντος. Οι κύριοι στόχοι της δημιουργίας της ήταν η έρευνα, η προστασία και η ανάδειξη των μνημείων και η συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες για να επιτύχουμε όλοι μαζί μεγαλύτερα και γρηγορότερα αποτελέσματα.
Πότε και με ποια αφορμή ξεκίνησε το πρόγραμμα «Καταγραφή και Ανάδειξη κτηρίων του 19ου και 20ού αιώνα στην Αθήνα»;
Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2013 με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Αφορμή στάθηκε η προσπάθεια διάσωσης μιας μεσοπολεμικής κατοικίας στο Κολωνάκι, στην οδό Ραβινέ, από τη MONUMENTA και κατοίκους. Τότε σκεφθήκαμε πόσο βοηθητικό θα ήταν για τους αρμόδιους φορείς προστασίας, τους ερευνητές και τους πολίτες αν υπήρχε μια βάση δεδομένων όλων των ιστορικών κτηρίων με πληροφορίες και φωτογραφίες. Η άντληση πληροφοριών θα ήταν άμεση και κατά συνέπεια γρηγορότερη η παρέμβαση της διάσωσης. Θυμάμαι ότι ξεκινήσαμε την καταγραφή πιλοτικά στη συνοικία Κυπριάδου και στη συνέχεια καταθέσαμε αίτημα χρηματοδότησης στο ΙΣΝ, το οποίο έγινε δεκτό κι έτσι ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των κτηρίων.

Περιγράψτε μας με λίγα λόγια το πρόγραμμα.
Το πρόγραμμα της Αθήνας ήταν το πρώτο και σε αυτό καθορίστηκε η μεθοδολογία και ο τρόπος καταγραφής των κτηρίων, τα οποία εφαρμόζονται σε κάθε νέο πρόγραμμα. Η καταγραφή περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια: την προετοιμασία (δημιουργία υποβάθρων με τα προς καταγραφή κτήρια), την επιτόπια καταγραφή (φωτογράφιση και συμπλήρωση δελτίου καταγραφής) και τον έλεγχο και την ταξινόμηση του υλικού (ονομασία φωτογραφιών, επιβεβαίωση πληροφοριών). Το πρόγραμμα καταγραφής περιλαμβάνει επίσης συλλογή προφορικών μαρτυριών καθώς και αρχειακό υλικό, το οποίο ψηφιοποιείται και επιστρέφεται στους ιδιοκτήτες του. Τελικό στάδιο είναι η καταχώριση των κτηρίων (πληροφοριών και φωτογραφιών) στην ελεύθερα προσβάσιμη βάση δεδομένων, της ιστοσελίδας www.monumenta.org.
Τι έχει αλλάξει από τότε από άποψη κτιριακή; Αν δηλαδή ξεκινούσε αυτή η έρευνα σήμερα, τι διαφορετικό θα βρίσκατε σε επίπεδο πεδίου;
Οι αλλαγές μετά από δέκα περίπου χρόνια αφότου ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα στην Αθήνα αφορούν τον αριθμό των κτηρίων. Θα είχαμε λιγότερα κτήρια λόγω των κατεδαφίσεων. Καταγράψαμε 11.500 κτήρια της περιόδου 1830-1940, όσα δηλαδή διατηρούνται στις επτά δημοτικές κοινότητες. Πάνω από 150 κτήρια υπολογίζουμε ότι έχουν κατεδαφιστεί. Σίγουρα θα είχαμε περισσότερα κτήρια που έχουν συντηρηθεί και αποκατασταθεί στο ιστορικό κέντρο βρίσκοντας νέα χρήση. Αρκετά όμως από αυτά θα είχαν χάσει την αυθεντικότητά τους με τις αλλαγές που έχουν υποστεί, ειδικά στις κατόψεις τους. Συχνά αναλογίζομαι πώς θα ήταν αν ξεκινούσαμε σήμερα την καταγραφή. Η πόλη έχει γίνει πιο πολυπληθής, πιο θορυβώδης και σίγουρα πιο τουριστική δυσκολεύοντας την έρευνα πεδίου. Επίσης, σίγουρα θα βρίσκαμε πολύ λιγότερες από τις παλιές χρήσεις. Μικρές βιοτεχνίες, παλιά καταστήματα δεν λειτουργούν πια είτε γιατί συνταξιοδοτήθηκαν οι ιδιοκτήτες και κανείς άλλος δεν συνέχισε είτε γιατί λόγω των υψηλών ενοικίων ή της μετατροπής σε Airbnb αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν. Να σημειώσουμε ότι οι σημερινές καταγραφές κτηρίων έχουν τη δυνατότητα να γίνονται μέσα από τη δωρεάν εφαρμογή που έχουμε δημιουργήσει για κινητά τηλέφωνα (ΜΟΝUMENTA ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ). Πέρα από το ότι μπορεί κάποιος να δει τα 11.500 καταγεγραμμένα κτήρια και να περιηγηθεί στην πόλη μπορεί και να καταγράψει ένα κτήριο και να το στείλει αυτόματα στη MONUMENTA.
Όταν ξεκινήσατε την έρευνα, είχατε υπόψη σας πάνω κάτω τον όγκο των ευρημάτων ή το αντιληφθήκατε στην πορεία;
Όταν ξεκινήσαμε γνωρίζαμε ότι σε μια πρωτεύουσα με μεγάλη ανοικοδόμηση από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ού αιώνα θα υπάρχουν πολλά κτήρια. Γύρω στα 8.000-10.000 τα υπολογίζαμε. Ευτυχώς ήταν παραπάνω. Το μέγεθος της καταστροφής είναι αυτό που αντιληφθήκαμε. Περίπου το 80% των κτηρίων που είχαν κτιστεί προ του 1940 είχε κατεδαφιστεί.
Γνωρίζετε πάνω κάτω πόσοι άνθρωποι συνεργάστηκαν για αυτό το πρότζεκτ;
Το πρόγραμμα πραγματοποιήθηκε από έξι άτομα, τους αρχιτέκτονες Γεωργία Γκουμοπούλου, Φωτεινή Μπέλλιου, Γιώργο Νίνο, Ζαννή Πιττακίδη και τους αρχαιολόγους Στέλιο Λεκάκη και εμένα. Σχεδιάσαμε, καταγράψαμε, συλλέξαμε μαρτυρίες, ταξινομήσαμε, διοργανώσαμε πολλές εκδηλώσεις. Δεν ήμασταν όμως μόνοι, συνεργάστηκαν μαζί μας 350 εθελοντές, Είκοσι από τους οποίους ήταν σε όλη τη διάρκεια, προσφέροντας ουσιαστική εργασία. Επίσης στο πρόγραμμα εργάστηκαν οι Εβίτα Καφετζή, Βασιλική Κούβαρη, Δήμητρα Μπουζάνη και Νάσια Σκαρπερού.
Ποιοι σας βοήθησαν σε αυτό το θηριώδες έργο;
Πέρα από τους εθελοντές, οι οποίοι προέχονταν από διάφορους επιστημονικούς κλάδους, είχαμε ουσιαστική συνεργασία από πολλούς κατοίκους και συλλόγους σε διάφορες περιοχές. Αγκάλιασαν την προσπάθεια και βοήθησαν κυρίως στις συνεντεύξεις με κατοίκους και στην ανεύρεση αρχειακού υλικού. Το πρόγραμμα είχε σαν στόχο τη συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Δημιουργήσαμε συνθήκες συνέργειας και κοινών δράσεων και καταφέραμε σε κάποιες γειτονιές να γίνει κομμάτι της καθημερινότητας. Επίσης, η οικονομική στήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος ήταν καθοριστική για την επίτευξη ενός τόσο μεγάλου προγράμματος.
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο και το πιο απολαυστικό κομμάτι της διαδικασίας;
Η καταγραφή στην Αθήνα για κάποιον που αγαπά την αρχιτεκτονική είναι μια μεγάλη απόλαυση, γιατί συναντά μεγάλη ποικιλία κτηρίων. Οι αρχιτέκτονες συνεργάτες πραγματικά ευχαριστήθηκαν τη διαδικασία. Προσωπικά με ενθουσίασε και η συνομιλία με τους κατοίκους, τους ιδιοκτήτες κτηρίων. Οι αφηγήσεις τους έδωσαν ζωή στα κτήρια και μπορέσαμε να νιώσουμε την ατμόσφαιρα της πόλης σε παλαιότερες εποχές. Το δύσκολο κομμάτι ήταν η διαχείριση του υλικού. Μόνο η ονομασία 60.000 τουλάχιστον φωτογραφιών δείχνει τον όγκο της δουλειάς.
Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα όταν η έρευνα είναι ως επί το πλείστον έρευνα πεδίου;
Στα πλεονεκτήματα περιλαμβάνονται η επαφή με τα ίδια τα κτήρια και τους ανθρώπους που τα κατοικούν, γιατί έτσι συλλέγονται πολλές πληροφορίες και αποφεύγονται λάθη. Αν δεν περπατήσεις ο ίδιος, δεν φωτογραφίσεις τα κτήρια, δεν συνομιλήσεις με την τοπική κοινωνία δεν θα κατανοήσεις την πόλη, το πώς εξελίχθηκε. Για εμάς στη MONUMENTA που πιστεύουμε ότι τα κτήρια είναι οι ζωές των ανθρώπων η επιτόπια έρευνα είναι βασικό εργαλείο και θεωρώ ότι δεν έχει κάποιο μειονέκτημα.
Θέλετε να μας αναφέρετε κάποια κτίρια τα οποία «ανακαλύψατε» και τα θυμάστε ακόμα για κάποιον λόγο;
Με μια πρώτη σκέψη στο μυαλό μού έρχονται οι μονοκατοικίες στη συνοικία Κυπριάδη, τόσο στην οδό Αγίας Λαύρας όσο και σε κάποιους άλλους δρόμους. Σώζονται πια ελάχιστες, αλλά είναι τόσο ξεχωριστές, μοιάζουν παραμυθένιες. Τις λέμε «τύπου Κυπριάδη», γιατί τις δημιούργησε ο Επαμεινώνδας Κυπριάδης. Είναι με κεραμοσκεπείς στέγες, με μικρή βεράντα και κήπο και είναι κτισμένες με τις μπρικέτες που δίνουν την εντύπωση πετρόκτιστης όψης. Σύμφωνα με τις συνεντεύξεις που έχουμε πάρει στην περιοχή, τα νέα αυτά υλικά δομής κατασκεύαζε η εταιρία “Κυπριάδης-Κυριαζής & ΣΙΑ” τη δεκαετία του 1920 και ήταν από ψαμμόλιθο, τσιμέντο και θηραϊκή γη.

Μέσα από την έρευνά σας, μπορούν να εξαχθούν κάποια ομαδοποιημένα συμπεράσματα για τα πιο λαϊκά και για τα πιο αρχοντικά/αστικά κτίρια; Υπάρχουν συμπεράσματα και για τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς που τα χαρακτηρίζουν;
Στην Αθήνα συναντάμε όλους τους τύπους κτηρίων ως προς τη χρήση, τα μεγέθη τους ρυθμούς. Η ποικιλία οφείλεται στο ότι έχουμε σχεδόν δύο αιώνες αρχιτεκτονικής εξέλιξης από τότε που έγινε πρωτεύουσα, στην οικονομική κατάσταση των κατοίκων, στους οικοδομικούς κανονισμούς, στους σπουδαίους μηχανικούς που σχεδίασαν κτήρια και σε πολλά άλλα. Κάθε γειτονιά έχει τον χαρακτήρα της και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Οι ρυθμοί εξαπλώθηκαν παντού και χρησιμοποιήθηκαν σε όλα τα κτήρια είτε είναι λαϊκά είτε αρχοντικά. Η ποικιλία κάθε ρυθμού είναι εντυπωσιακή. Κανένα σπίτι δεν είναι ίδιο με το άλλο.
Ποιοι είναι οι λόγοι κατεδάφισης των κτιρίων;
Οι κατεδαφίσεις των κτηρίων έχουν μακρά ιστορία στη χώρα μας. Η πόλη εξελίσσεται για να ανταποκριθεί στις ανάγκες που κάθε φορά παρουσιάζονται. Έτσι ήδη τις δεκαετίες 1920 και 1930 έχουμε κατεδαφίσεις νεοκλασικών μονοκατοικιών για να γίνουν ψηλότερα κτήρια. Η χρήση του οπλισμένου σκυροδέματος συνέβαλε καθοριστικά. Μεταπολεμικά όμως οι κατεδαφίσεις πήραν μαζικό χαρακτήρα. Η αντιπαροχή έγινε κίνητρο. Η αύξηση του συντελεστή δόμησης, ειδικά στα χρόνια της Δικτατορίας, οδήγησε στην καταστροφή χιλιάδων κτηρίων. Η καταγραφή των κτηρίων δείχνει, όπως προανέφερα, ότι χάθηκε περίπου το 80% αυτού που είχε κτιστεί το διάστημα 1830-1940. Δυστυχώς οι κατεδαφίσεις συνεχίζονται παρουσιάζοντας μία κορύφωση την τελευταία τριετία. Η έλλειψη κινήτρων για τους ιδιοκτήτες παλαιών κτηρίων και οι υψηλοί συντελεστές δόμησης είναι οι βασικές αιτίες για μένα.
Φταίει μόνο το κράτος ή είναι και θέμα προσωπικών επιλογών;
Το κράτος φέρει μεγάλη ευθύνη για την απώλεια της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς γιατί έχει συνδέσει την ανάπτυξη της χώρας με την οικοδομή, δεν έχει δώσει κίνητρα και γενικά δεν βοηθάει τους ιδιοκτήτες των παλαιών κτηρίων. Σίγουρα είναι και οι προσωπικές επιλογές και μια γενικότερη έλλειψη παιδείας σχετικά με τη διατήρηση της νεότερης αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε πρακτικά, ποιος είναι ο τρόπος που μπορούν αυτά τα κτίρια να σωθούν;
Τα κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες όπως φορολογικές απαλλαγές, οικονομική στήριξη και η αλλαγή της νοοτροπίας ότι τα παλαιά κτήρια είναι προς κατεδάφιση.
Υπήρξε κάποια αλλαγή μετά τη δουλειά που κατάφερε να κάνει η MONUMENTA τόσο στο κομμάτι της καταγραφής και του αρχείου όσο και στις παρεμβάσεις που γίνονται ώστε να αποφευχθούν οι κατεδαφίσεις;
Πιστεύουμε ότι μέσα από τις δράσεις μας και ειδικά με τις παρεμβάσεις για την αποτροπή των κατεδαφίσεων έχουμε επιτύχει οι πολίτες να δείξουν κι αυτοί ενδιαφέρον για τη διάσωση αξιόλογων παλαιών κτηρίων. Καθημερινά πια δεχόμαστε μία με δύο καταγγελίες για κατεδαφίσεις. Όσον αφορά τη μείωσή των κατεδαφίσεων δεν νομίζω πως έχουμε πετύχει κάτι γιατί είναι ένα πραγματικό τσουνάμι. Ωστόσο έχουμε επιτύχει με αιτήματα προς τους αρμόδιους φορείς να κηρυχθούν κάποια διατηρητέα. Σημαντικό είναι ότι η βάση δεδομένων με τα καταγεγραμμένα κτήρια, με τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες χρησιμοποιείται από τους αρμόδιους φορείς προστασίας αλλά και το ευρύ κοινό.
Ποια ήταν η ανταπόκριση του κόσμου σχετικά με τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις δράσεις που ακολούθησαν την έρευνα;
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα της MONUMENTA ξεκίνησαν το 2007, σχεδόν με τη δημιουργία της. Οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές αγαπούν τα προγράμματα και τις ξεναγήσεις που πραγματοποιούμε. Περίπου 10.000 μαθητές έχουν συμμετάσχει και στα δύο. Το πρόγραμμα «Καταγράφω ένα κτήριο, ανακαλύπτω την ιστορία του» είναι το πιο αγαπητό. Η συνεργασία μας με την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο πλαίσιο του προγράμματος «Το παιδί, η πόλη και τα μνημεία» έχει παίξει μεγάλο ρόλο να μας γνωρίσουν πολλά σχολεία και να συμμετάσχουν στις διαφόρων θεματικών ξεναγήσεις.
Θυμάστε κάποια ενδιαφέροντα σχόλια που έχετε ακούσει από τον κόσμο κατά τη διάρκεια αυτών των δράσεων;
Είναι πολλά τα θετικά σχόλια που λαμβάνουμε για τη συνεχή μας δράση για τη διάσωση των παλιών κτηρίων και βέβαια για τις καταγραφές τους που δεν περιορίζονται στην Αθήνα, αλλά γίνονται και σε άλλες πόλεις, όπως Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Κηφισιά. Κρατώ τη φράση «θεάρεστο το έργο της MONUMENTA» από καθηγητή του ΕΜΠ αλλά και τα λόγια ενός μαθητή Δημοτικού όταν επισκεφθήκαμε ξανά το Σχολείο «Χαιρόμαστε, όταν έρχεται η MONUMENTA στο Σχολείο».
Αθηναίοι που ταξιδεύουν σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γυρνάνε πίσω με την ίδια απορία: «Μα τι ωραία που έχουν διατηρημένα τα κτίρια εκεί. Στην Αθήνα γιατί όχι;» μπορείτε να λύσετε την απορία όλων αυτών; Και για να τεθεί ευθέως, για ποιο λόγο στην Ελλάδα δεν σκύβουμε με περισσότερη φροντίδα και εκτίμηση πάνω από το παρελθόν μας;
Συχνά ακούμε αυτή τη διαπίστωση ή την ερώτηση. Νομίζω πως με τα παραπάνω έχει απαντηθεί εν μέρει αυτή η ερώτηση. Κίνητρα υπέρ των κατεδαφίσεων, έλλειψη παιδείας, νοοτροπία. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι στη διατήρησή τους έπαιξε ρόλο ότι στις ευρωπαϊκές πόλεις εξαρχής κτίστηκαν ψηλά κτήρια και δεν υπήρχε λόγος κατεδάφισης, αφού ήταν λειτουργικά και δεν μπορούσαν σύμφωνα με τους οικοδομικούς κανονισμούς να γίνουν ψηλότερα. Στην Αθήνα με τα μικρά οικόπεδα τα κτήρια κτίστηκαν χαμηλά και όταν δόθηκε υψηλός συντελεστής δόμησης οδηγήθηκαν στην καταστροφή. Σίγουρα η φροντίδα οφείλεται και σε μια μεγαλύτερη ευαισθησία στη διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Κτίριο και κτήριο. Γιατί επιλέγετε να γράφετε τη λέξη με ήτα;
Και οι δύο γραφές είναι σωστές. Τα παιδιά μαθαίνουν στο σχολείο το κτήριο με ι. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με σπουδαίους ανθρώπους, αρχιτέκτονες κατά κύριο λόγο, όταν εργαζόμουν στην Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, στο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Το κτήριο το έγραφαν με η, από το κτήτωρ και το γράφω κι εγώ και το γράφουμε και στη MONUMENTA. Δεν μπορώ να θυμηθώ πια πώς το έγραφα πιο πριν.
«Τα κτήρια είναι σαν τους φίλους». Μιλήστε μας γι’ αυτόν τον πολύ ποιητικό και γλυκό τίτλο του ντοκιμαντέρ σας.
Καθώς μιλούσα στην κάμερα, δηλαδή στον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ Νίκο Αναγνωστόπουλο, αυθόρμητα είπα ότι τα κτήρια είναι σαν τους φίλους, όσο τα γνωρίζεις τόσο τα αγαπάς, εξοικειώνεσαι. Και αυτή η φράση άρεσε στον Νίκο Αναγνωστόπουλο και πρότεινε να γίνει ο τίτλος του δεκαπεντάλεπτου ντοκιμαντέρ μας, το οποίο αποτυπώνει με ευαισθησία τον τρόπο που καταγράψαμε τα κτήρια, αλλά και τον τρόπο που τα προσεγγίζουμε.
Ο Γιώργος Νίνος στο ντοκιμαντέρ αναφέρει ότι: «Αποφασίσαμε να καταγράψουμε κάθε κτήριο που σώζεται στην Αθήνα και χτίστηκε πριν τον πόλεμο, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική και ιστορική του αξία, ανεξάρτητα από τον βαθμό αλλοίωσης που έχει υποστεί ή την κατάσταση διατήρησης». Υπάρχει μία τάση υποτίμησης και απαξίωσης όσων κτιρίων δεν έχουν μία «μεγαλοπρέπεια» (λόγω επιφανούς αρχιτέκτονα, επιφανούς ενοίκου κ.λπ.) ή/και όσων δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν σώα ως τις μέρες μας. Μπορώ να πω ότι το παρελθόν χωρίζεται σε γενικές γραμμές στο λαϊκό (το οποίο ούτε μελετάται ούτε μνημονεύεται και επιδεικνύεται τόσο) και στο αρχοντικό που χαίρει αναγνώρισης, αίγλης και θαυμασμού. Στην περίπτωσή σας, νιώθω ότι σκύψατε πάνω (και) από τα ξεχασμένα, «λούμπεν», μη αρτιμελή κομμάτια της κοινωνίας των κτιρίων, με ένα ενδιαφέρον που δεν τους δίνεται συχνά. Θα θέλατε να μας πείτε κάτι επ’ αυτού; Και τι σας φανέρωσε εσάς αυτή η διαδικασία;
Αυτό που περιγράφετε της μη απόδοσης και στα πιο μικρά και ταπεινά κτήρια, στα λαϊκά ή στα κτήρια που συναντάμε σε μικροαστικές και μεσοαστικές περιοχές, ανάλογης σημασίας με τα μέγαρα, με τα κτήρια σημαντικών αρχιτεκτόνων ισχύει και δεν ισχύει. Δεν ισχύει π.χ. για νεοκλασικά κτήρια και ιδιαίτερα για κηρύξεις που έγιναν από ΥΠΠΟ και ΥΠΕΝ σε παλαιότερες δεκαετίες. Υπάρχουν γειτονιές που σώζονται όλων των τύπων και διαστάσεων κτήρια. Ισχύει όμως για πολλά μεσοπολεμικά κτήρια τα οποία βλέπουμε να μη κηρύσσονται διατηρητέα, γιατί θεωρούνται ταπεινά και χάνονται, ειδικά τα τελευταία χρόνια, και τα τελευταία δείγματα, δημιουργώντας γειτονιές χωρίς παρελθόν. Σε αυτή την πόλη θα πρέπει να διατηρηθούν κτήρια που αντιπροσωπεύουν όλες τις κοινωνικές τάξεις. Να σημειωθεί ότι στα ισόγεια και διώροφα κτήρια περιλαμβάνονται σπουδαία δείγματα των αρχιτεκτονικών ρυθμών, άσχετα από το μέγεθός τους. Η MONUMENTA κάνει έναν μεγάλο αγώνα διατήρησης της μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής. Για αρκετά κτήρια έχουμε καταθέσει αιτήσεις κήρυξής τους στους αρμόδιους φορείς. Κάποια διατηρήθηκαν, τα περισσότερα όμως κατεδαφίστηκαν.

Τι δείχνει για μία πόλη η αρχιτεκτονική της – και συγκεκριμένα για την Αθήνα; Αλλά και ο τρόπος που διαχειρίζονται τα κτίριά της;
Η ιστορία μιας πόλης διαβάζεται μέσα από τα κτήρια και τους δημόσιους χώρους της. Στην Αθήνα ακόμη μπορούμε να δούμε πόσο όμορφη πόλη ήταν και παραμένει. Μπορούμε όμως να δούμε και πόσο πληγωμένη είναι. Η κατεδάφιση των ιστορικών της κτηρίων, χωρίς αιδώ θα έλεγα, το αποδεικνύει. Για το πώς τη διαχειριστήκαμε το κείμενο του αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιου απαντά στο ερώτημά σας. «Η ιστορία των πόλεων είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Μέσα από τη μορφή που διατηρεί κάθε πόλη, διαβάζεις τις αξίες, την παράδοση, τον πολιτισμό που τη δημιούργησε, τα κίνητρα των ανθρώπων, το σεβασμό ή την ασέβεια, το θάρρος ή τον εγωισμό αυτών που την κατοίκησαν και την κατοικούν.»
Ποια είναι η άποψή σας για την Αθήνα σήμερα; Υπάρχει περίπτωση να μπορέσει να επιστρέψει σε ποιο ανθρώπινα επίπεδα;
Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω. Τα τελευταία χρόνια βλέπω και ζω μια πόλη, ειδικά το ιστορικό της κέντρο, που καθορίζεται από τον τουρισμό και την εστίαση. Δεν είμαι κατά αλλά χρειάζεται μέτρο, ώστε να έχουν χώρο οι κάτοικοί και οι εργαζόμενοι. Γίνονται έργα, και έχουν αποκατασταθεί πολλά κτήρια, δίνοντας ζωή αλλά η κατοικία είναι η πραγματική ζωή και το μέλλον μιας πόλης. Επίσης, συμβαίνουν τόσες κατεδαφίσεις ιστορικών κτηρίων που πολύ φοβάμαι ότι η πόλη θα χάσει και άλλο τμήμα της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς, με συνέπειες στην ποιότητα ζωής, στην ιστορική της ταυτότητα.
Αν μπορούμε να το συνοψίσουμε, τι είναι αυτό που δεν ξέρουμε για τα κτίρια και την αρχιτεκτονική κληρονομιά της περιόδου 1830-1940;
Βλέποντας μια πόλη η οποία έχει χάσει το μεγαλύτερο τμήμα του αρχιτεκτονικού αποθέματος του 19ου και του α΄ μισού του 20ού αιώνα, δεν ξέρουμε πόσο σπουδαία αρχιτεκτονική δημιούργησε, αρχιτεκτονική που εμπνεύστηκε από τα ευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά ρεύματα αλλά η ίδια μετουσίωσε σε ένα όλο δικό της ύφος. Δεν ξέρουμε πόσο μεγάλη ποικιλία είχαν τα κτήρια, καμία όψη παρόλο που ανήκαν στον ίδιο ρυθμό, δεν ήταν ίδια με την άλλη, δίνοντας ένα απίστευτο ρυθμό και χρώμα στις γειτονιές. Επίσης, δεν ξέρουμε πόσα χάσαμε απαλείφοντας ένα τμήμα του παρελθόντος της. Ωστόσο αυτό που ξέρουμε πολύ καλά είναι ότι δεν έχουμε πια κανένα περιθώριο άλλων απωλειών. Το 1927 ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης έγραφε: «Η εποχή μας είναι τόσο φτωχιά που είναι πρέπον να σκύψουμε και να μαζέψουμε και τα τελευταία ψιχουλάκια που σ’ αυτά πάνω ζει το Σχήμα». Συχνά αναρωτιέμαι τι θα έγραφε ο Δημήτρης Πικιώνης σήμερα.

Εδώ μπορείτε να δείτε τον χάρτη των καταγεγραμμένων κτιρίων
Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε το ντοκιμαντέρ «Τα κτήρια είναι σαν τους φίλους».















































































































