Κάπως έτσι σκιαγραφείται η εικόνα των ανηλίκων καιρό τώρα στη δημόσια σφαίρα. Μικροί εγκληματίες, οπλοκράτορες, διεστραμμένα μυαλά απ’ την υπερέκθεση στις πλατφόρμες και τη βία τους, στοιχεία της κοινωνίας μας που αξίζουν κατήχηση και περιορισμό. Είναι άραγε αυτή η αλήθεια για τη νέα, μαθητιώσα νεολαία ή πρόκειται για μια συλλογική πλάνη καλά ενορχηστρωμένη από κυβερνήσεις, κανάλια και φοβισμένους γονείς που βλέπουν τα βλαστάρια τους να κρατούν στο χέρι ένα εργαλείο το οποίο εκείνοι ούτε στο ένα εκατοστό δεν μπορούν να ελέγξουν;
«Στις μέρες μας εξελίσσεται μια έωλη εμπειρικά και επικίνδυνη κοινωνικά προβολή της ανηλικότητας και της νεότητας ως απειλή για το κοινωνικό σύνολο. Αυτό υποστασιοποιείται στην υπερπροβολή των όποιων περιστατικών νεανικής βίας, στην αναπαραγωγή –μερικές φορές, δυστυχώς, και από επιστήμονες πέραν των πολιτικών και δημοσιογράφων– της εσφαλμένης διαπίστωσης ότι υπάρχει αύξηση των κρουσμάτων της νεανικής παραβατικότητας ενώ όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποστηρίζουν κάτι τέτοιο» μου αναφέρει σε συζήτησή μας ο Ψυχίατρος και ∆ιευθυντής της ∆ιεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, Γιώργος Νικολαΐδης.
Κάνοντας μια πολύ εύκολη και χρήσιμη αναζήτηση στα επίσημα στοιχεία της ΕΕ μέσω Eurostat δεν φαίνεται να υπάρχουν επαρκή, συγκρίσιμα και ολοκληρωμένα στοιχεία για να στηριχθεί με βεβαιότητα μια γενική πρόταση περί αύξησης νεανικής παραβατικότητας τα τρέχοντα έτη πανευρωπαϊκά. Γιατί, λοιπόν, στην Ελλάδα επιμένουμε ότι το έφηβο παιδί μας είναι ένας δυνάμει δολοφόνος;
Διότι αφενός η θυματοποίηση της νέας γενιάς ήδη πριν βγει απ’ τις σχολικές αίθουσες είναι μια εύκολη οδός για τράνταγμα της προσωπικότητας του αυριανού πολίτη, αφετέρου διότι η υπερπροβολή περιστατικών βίας μεταξύ ανηλίκων είναι ένας εύκολος τρόπος αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα αιτήματα για τις πραγματικές παρεμβάσεις που οφείλουν να γίνουν στον τομέα της παιδικής προστασίας από Πολιτεία, ήτοι Αρμόδιο Υπουργείο, εκπαιδευτικούς και γονείς.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα του δόγματος άκριτης αυστηροποίησης, είναι η απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε ανήλικους κάτω των 15 ετών στη χώρα μας το 2027. Θα πάρω τη συγκεκριμένη ποινή μόνο ως παράδειγμα, διότι την καταστρεπτική της ουσία την έχουν ήδη αναλύσει εκτενώς εξαιρετικοί συνάδελφοι και λαμπροί επιστήμονες.
Αντί να απαγορεύσεις το sexting, δίδαξε το «Signal».
Τι θα έκανε ένα κράτος που θα σεβόταν τον ανήλικο πληθυσμό του; «Οι κυβερνήσεις, τα κράτη, οι κοινωνίες θα έπρεπε να απαιτήσουν περισσότερο έλεγχο στα όσα πράττουν οι πάροχοι με τους αλγορίθμους τους, στον τρόπο που στήνουν το περιεχόμενό τους και στις μεθόδους εξάρτησης του κόσμου –ανήλικου ή ενήλικου– από τα ΜΚΔ» αναφέρει ο κ. Νικολαΐδης.
Από την πλευρά του γονιού, πάλι, οι ίδιοι οι γεννήτορες καλούνται να εγγραμματιστούν ψηφιακά για να μπορέσουν να σεργιανίσουν τα παιδιά τους στον ψηφιακό κόσμο, όπως ακριβώς θα έκαναν και με τον πραγματικό. Είναι πολύ απλούστερο, και δημιουργεί πολύ λιγότερη «γκρίνια» η διαδικασία του να μάθεις το παιδί σου να χρησιμοποιεί την πλήρως κρυπτογραφημένη πλατφόρμα «SIGNAL» όταν στέλνει μηνύματα ευαίσθητου περιεχομένου, παρά να του απαγορεύσεις το texting εν έτει 2026.
Συζητώ επ’ αυτού με τον Γ. Νικολαΐδη: «Όπως ακριβώς δεν κρατάει κανείς τα παιδιά κλεισμένα σε ένα σπίτι, αλλά αντίθετα τα αφήνει να βγούνε στον φυσικό κόσμο και τα διδάσκει σιγά σιγά κριτήρια και τρόπους να επιλέγουν, να οσφραίνονται τον κίνδυνο, να αισθάνονται την ελευθερία να ζητούν βοήθεια από τους ενήλικες οι οποίοι διαθέτουν την ευθύνη της φροντίδας τους, έτσι κάπως πρέπει να εισάγουμε και τα παιδιά στον ψηφιακό κόσμο» σημειώνει σχετικά.
Πού μας οδηγεί η τακτική «πονεί κεφάλι, κόβει κεφάλι»;
Κάθε σώφρον άνθρωπος καταλαβαίνει απ’ τη μικρή ή μεγάλη του εμπειρία σε αυτό που λέμε κοινωνική ζωή, ότι η στοχοποίηση, η απαγόρευση και η αυστηροποίηση είναι οι πιο σίγουροι τρόποι να δημιουργήσει κανείς «τέρατα» εκεί που δεν υπάρχουν.
Όπως μου αναφέρει ο κ. Νικολαΐδης, «αν τυχόν επικρατήσει αυτή η διαστρεβλωμένη εικόνα του ανηλίκου που είναι κίνδυνος για την κοινωνία και ο συνακόλουθος “ηθικός πανικός”, θα δημιουργηθεί διαπροσωπική βία και εκεί που δεν υπάρχει σήμερα». Ο ίδιος προσθέτει πως εάν φθάσουμε στο σημείο που κάθε παιδί αρχίσει να φοβάται το διπλανό παιδί, αν κάθε γονιός αρχίσει να φοβάται το παιδί του διπλανού γονιού, τότε θα εκδηλωθούν πολύ περισσότερα περιστατικά διαπροσωπικής βίας εξαιτίας αυτού του «πανικού» και της λαγνείας της καταστολής στον δημόσιο λόγο.















































































































