Το «Νύχτα, νύχτα πολύ…» του Τέλλου Φίλη, είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή του δημιουργού, η οποία έρχεται μετά από επτά χρόνια εκδοτικής σιωπής. Η συλλογή αποτελεί μια εσωτερική, βιωματική κατάθεση που επικεντρώνεται στη νύχτα, όχι μόνο ως χρονικό διάστημα αλλά ως μια «αμετακίνητη συνθήκη». Ο ποιητής περιγράφει την εμπειρία ενός σπιτιού (ή μιας χώρας) που «δεν ξημερώνει ποτέ», όπου οι καθημερινές πληγές και η μοναξιά της πόλης αναδύονται μέσα από μια ατμόσφαιρα σιωπής και αναμονής.
Είναι μια σύγχρονη ποιητική συλλογή με έντονα υπαρξιακό και κοινωνικό τόνο. Η συλλογή κινείται γύρω από την ιδέα μιας παρατεταμένης «νύχτας», όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά κυρίως συμβολικά: υπαρξιακή αδράνεια, κοινωνική αποξένωση, εσωτερική σιωπή και θυμός, απουσία «φωτός» ως ελπίδας ή αλλαγής. Μια στασιμότητα ασφυκτική.
Στα κείμενά του εμφανίζεται μια καθημερινή, σχεδόν πεζή γλώσσα, που όμως φορτίζεται με ένταση και αίσθηση εγκλωβισμού. Ο ίδιος ο ποιητής μοιάζει να ζει σε μια κατάσταση όπου «δεν ξημερώνει ποτέ», μια μεταφορά για τη στασιμότητα της σύγχρονης ζωής. Είναι από τα πιο εσωτερικά και προσωπικά έργα του ποιητή. Χρησιμοποιεί απλές λέξεις της καθημερινότητας, αλλά τις μετατρέπει σε φορτισμένες εικόνες. Συνδυάζει το προσωπικό βίωμα με πολιτικοκοινωνικούς υπαινιγμούς, πόλεις, συγκρούσεις, συλλογική μνήμη.
Ο Τέλλος Φίλης είναι Θεσσαλονικιός ποιητής με αρκετές συλλογές στο ενεργητικό του και ενεργή παρουσία στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ας πάμε ένα επίπεδο πιο βαθιά γιατί αυτή η συλλογή δεν «διαβάζεται» απλώς, αλλά χτίζει ένα ολόκληρο εσωτερικό τοπίο.
Στο «Νύχτα, νύχτα πολύ…» του Τέλλου Φίλη, η νύχτα δεν είναι απλά σκηνικό, είναι μια μόνιμη συνθήκη ζωής, μια κατάσταση ύπαρξης. Χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Ξυπνώ σ’ ένα σπίτι που δεν ξημερώνει ποτέ…»
Αυτό δηλώνει κάτι πιο βαθύ από μελαγχολία. Όπως μια στασιμότητα χρόνου, μια ύπαρξη χωρίς εξέλιξη, μια κοινωνία που «βολεύεται» στο σκοτάδι.
Η νύχτα εδώ λειτουργεί ως ψυχική κατάσταση, η αδράνεια, κόπωση, κοινωνική κατάσταση, σιωπή, αποφυγή σύγκρουσης, και ηθική κατάσταση λόγω της απώλειας αξιών. Πιο αναλυτικά τα θεματικά του μοτίβα περιλαμβάνουν ψυχικές καταστάσεις που η καταγραφή τους βοηθά στην ουσιαστική αντιμετώπιση της κοινωνικής κατασκευής που βιώνουμε ως ζωή.
Ο αφηγητής μιλά για: «βασικές λειτουργίες που αδρανούν». Αυτό παραπέμπει σε ψυχική εξουθένωση, συναισθηματικό μούδιασμα, μια μορφή σύγχρονης «ήπιας κατάρρευσης», δεν υπάρχει δράμα, μα υπάρχει σιωπηλή φθορά. Ο Φίλης χρησιμοποιεί απλή, σχεδόν πεζή γλώσσα: «καθημερινά εγκαύματα της ζωής» . Αυτό είναι σημαντικό, η ποίησή του δεν εξιδανικεύει, η καθημερινότητα γίνεται τραυματική εμπειρία. Είναι μια αντι-ρομαντική ποίηση.
Όσο για το Πολιτικό υπόστρωμα είναι υπόγειο κι όχι συνθηματικό. Παράδειγμα: «Η ψήφος μου είναι βαριά» Δεν πρόκειται για άμεση πολιτική ποίηση. Αντίθετα, δείχνει απογοήτευση από το συλλογικό, μια κοινωνία που προτιμά «δημόσιες πληκτικές αντιπαραθέσεις». Το πολιτικό εδώ είναι υπαρξιακό, όχι ιδεολογικό.
Ένα κρίσιμο ερώτημα που θέτει η συλλογή, είναι ο αφηγητής μόνος ή επιλέγει τη μοναξιά;
Αυτό δημιουργεί μια υπόγεια ένταση, από τη μια επιθυμία για επικοινωνία ενώ ταυτόχρονα αδυναμία να την αντέξει, μοιάζει με «κουρασμένο άνθρωπο που θέλει σχέση, αλλά δεν αντέχει κανέναν άλλον δίπλα του».
Το σύγχρονο δίπολο μοναξιά εναντίον ανάγκης για σύνδεση, στο κέντρο μιας πόλης που εμφανίζεται όχι ως σκηνικό μα σχεδόν κινηματογραφικά σαν μνήμη, φθορά, απώλεια σε καφέ, πλατείες και δωμάτια.
Μια φαινομενική απλότητα που κρύβει βάθος, με καθημερινό λεξιλόγιο και σχεδόν πεζολογική ροή, που όμως δημιουργεί υπόγεια ένταση που μοιάζει με εσωτερικό μονόλογο, σε στυλ χαμηλόφωνης εξομολόγησης χωρίς ρητορικές εξάρσεις Παράδειγμα:
«τα σκιάχτρα καμώνονται πως είναι δικό τους το χωράφι»
Αυτό λειτουργεί ως πολιτική αλληγορία από τη μια και εικόνα εξουσίας – απάτης από την άλλη. Ο Φίλης δεν γράφει «όμορφα», γράφει αιχμηρά. Ακινητοποιεί τον χρόνο, δεν υπάρχει αφήγηση εξέλιξης, δεν υπάρχει «κάθαρση» δεν υπάρχει «λύση» είναι μια ποίηση εγκλωβισμού.
Σε σύγκριση με το προηγούμενο έργο του, «Το Έσχατο Έρμα». Εκεί υπήρχε περισσότερο εξωτερικό βλέμμα, εδώ υπάρχει εσωτερική κατάθεση. Η διαφορά από το «παρατηρώ τον κόσμο» στο «καταγράφω την κατάστασή μου μέσα στον κόσμο». Γενικότερα, στα πρώιμα έργα του ο Φίλης έχει έντονο το στοιχείο της καθημερινότητας αλλά στο «Νύχτα, νύχτα πολύ…» γίνεται πιο σκοτεινό, ώριμο, λιγότερο αφηγηματικό, ένα ύπουλο πέρασμα από την συναισθηματική καταγραφή, στην υπαρξιακή συμπύκνωση.
Η συλλογή είναι ξεχωριστή γιατί Δεν «φωνάζει», ψιθυρίζει. Δεν εξηγεί, υπαινίσσεται. Δεν καταγγέλλει, αποκαλύπτει.
Και κυρίως: δείχνει μια γενιά, μια κοινωνία και μια εποχή που έχει κουραστεί έχει αποδεχτεί τη στασιμότητα, και μόνο κάποιες μεμονωμένες μονάδες εξακολουθούν να ελπίζουν, έστω αχνά, σε «ένα ξημέρωμα».
Έχοντας αποδεχθεί πως βιώνουν μια «νύχτα, νύχτα πολύ…» σε εξέλιξη, αυτό που οι μοντέρνοι ονομάζουν: in progress.