Ο Μανώλης Φάμελλος είναι από τους τραγουδοποιούς που δε χρειάζονται συστάσεις. Από το 1993 με τους «Ποδηλάτες», σόλο από το 1999, μας έχει χαρίσει νότες και στίχους που συχνά κολλάνε στο μυαλό και δε φεύγουν με τίποτα.
Φέτος, τον βρήκαμε στην παράσταση «Το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να πέφτεις για ύπνο τα ξημερώματα» σε κείμενο Γεωργίας Δρακάκη και σκηνοθεσία Αντώνη Morgan Κωνσταντουδάκη, να γράφει μουσική για τέσσερις μονολόγους για όσα είναι «αβάσταχτα απαραίτητα σε αυτήν την πόλη, σε αυτή τη ζωή» και κάναμε μία σύντομη αλλά μεστή συζήτηση.

Είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο να πέφτεις για ύπνο τα ξημερώματα;
Ναι, γιατί όχι… Άλλωστε η έννοια του κυκλικού χρόνου έχει ξεπεραστεί ολοσχερώς από τις εξελίξεις στο ανθρώπινο είδος. Μπορούμε βέβαια να ξοδευτούμε δημιουργικά και πανηγυρικά τόσο μέσα στο θόρυβο του κόσμου, όσο και μέσα στη σιωπή στα κρεβάτια μας. Δεχόμεθα μεικτές λύσεις, αλλά αποφεύγουμε τις ευκολίες…
Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε στο κείμενο της Γεωργίας Δρακάκη; Μπορείτε να ξεχωρίσετε μία φράση;
Μπορεί η φράση πως είτε «δεν ερωτεύτηκα ποτέ, είτε γεννήθηκα ερωτευμένος». Δε λέω πως ταυτίζομαι, Σίγουρα όμως έχω να συζητήσω πολλά με αυτόν το χαρακτήρα. Σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης εννοείται…

Μιλήστε μας για την εκπομπή σας στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ με τίτλο «Κοσμοναύτης». Γιατί αυτός ο τίτλος; Τι θέματα ακούγονται στην εκπομπή και τι μουσικές επιλογές;
Παίζω νέα πράγματα από ολούθε σχεδόν. Τραγούδια που μου κινούν το ενδιαφέρον, παίζω και ανάμεσα σε αυτά με τις πιο τακτικές εμμονές μου. Όλα αυτά διανθισμένα με σχόλια μάλλον αυθαίρετα, καθαρά για λόγους εντυπωσιασμού… Νομίζω πως κι εδώ τελικά, όπως σε όλα τα υπόλοιπα, αναζητώ μέσα μου, αλλά και μέσα σε μια ανοιχτή παρέα, κάποια ροή στην ασυναρτησία του γίγνεσθαι.
Από τους «Ποδηλάτες» μέχρι το «Η Ζωή ήταν σήμερα» τι έχει αλλάξει στον ήχο, στην έμπνευση, στον τρόπο δημιουργίας σας;
Είμαι μια κάπως μαζοχιστική φύση και οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις τονώνουν τον ενθουσιασμό μου, στο κομμάτι του να γράφω τουλάχιστον. Μια καθαρή διαστροφή δηλαδή… Ιστορικά τώρα, η αφετηρία μοιάζει τόσο μακριά πια και ο εαυτός μου εκείνης της εποχής ακόμα πιο μακρινός, σαν ένας κάποιος μουρλός που πυροβολούσε στον αέρα, στην τύχη δηλαδή. Και εντελώς συμπτωματικά ίσως να ευστοχούσε κάποτε και να σκότωνε κανένα σύννεφο. Έχω διδαχθεί βέβαια έκτοτε τα βασικά, μιλώντας καθαρά για το τεχνικό κομμάτι συνειδητοποιώντας όμως πως σε πολλές περιπτώσεις δε βοηθούν καθόλου. Πάντα φυσικά προσπαθώ να μάθω, αλλά τώρα προσπαθώ και να ξεχάσω μαζί.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας; Ετοιμάζετε κάποιες εμφανίσεις για «ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι»;
Ναι, θα είμαστε ενεργοί και μέχρι το καλοκαίρι και κατά τη διάρκεια του υποθέτω όχι μονάχα σε μία εκδοχή αλλά πολυμορφικά. Θα είναι φωτεινό, μονάχα ελπίζω όχι υπέρ του δέοντος.
Η πόλη ζει; Ποια είναι η αγαπημένη γωνιά της Αθήνας για εσάς;
Αθήνα είναι αυτή, ποιος ζει ποιος πεθαίνει… Η πόλη με τις δυσμορφίες της και όλα τα παρατράγουδά της είναι κατά τα φαινόμενα ζωντανή ή θα λέγαμε καλύτερα εξακολουθεί να γεννιέται και να πεθαίνει και να επιμένει κι ας μην ξέρει πού πηγαίνει. Μου αρέσουν τα κλασσικά του κέντρου περισσότερο, όσο πιο ξεχασμένα, τόσο καλύτερα και πάω εκεί που η ατμόσφαιρα μου αφήνει περιθώρια να φαντάζομαι το παρελθόν περισσότερο, αλλά και κάποιες εκλάμψεις του μέλλοντος.















































































































