Ένας περιπλανώμενος γραφιάς, με μια φωτογραφική ανά χείρας, μάς συστήνει την πόλη ξανά, μέσα από τα πιο ταπεινά και ξεχασμένα υλικά.
«Είμαι ένας απλός random τύπος που θέλει να χτίσει μια Αόρατη Καλλιθέα μέσα στην ορατή και γνωστή σε όλους μας Καλλιθέα της Αθήνας. Εμπνευσμένος απ’ τις Αόρατες Πόλεις του Ίταλο Καλβίνο αποστάζω το τσιμέντο και την άσφαλτο της πόλης μου για να δώσω ομορφιές ή σαγηνευτικές σκοτεινιές. Πουλάω τις φωτογραφίες συνοδευμένες με τις χειρόγραφες λεζάντες τους. Τιμή 50 Ευρώ / φωτογραφία. Τις τυπώνω σε φωτογραφικό χαρτί Α4. Υπογράφω την τυπωμένη φωτογραφία και πουλάω το ένα και μοναδικό αντίγραφο. Μόνο αυτή η φωτογραφία θα φέρει την υπογραφή μου και θα συνοδεύεται απ’ τη χειρόγραφη λεζάντα. Οποιεσδήποτε άλλες εκτυπώσεις των φωτογραφιών γίνουν θα είναι ανυπόγραφες και με ψηφιακή λεζάντα επίσης ανυπόγραφη».
Βιβλία, ποιήματα, άρθρα. Συνεργασία με την ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ. Περιπλάνηση. Διάβασμα πολύ. Γράψιμο εξίσου. Και ματιά –και κοφτερή και τρυφερή– πάνω στον κόσμο που καμιά φορά τον πληγώνει ανελέητα και, άλλες φορές, του επιστρέφει πίσω ομορφιές, χαρές και εμπνεύσεις.
Ακολουθεί μια συζήτηση με τον Φώτη Θαλασσινό, όσο γίνεται πιο αληθινή και αφιλτράριστη.

Πώς σού ήρθε εξ αρχής όλο αυτό με την Αόρατη Καλλιθέα; Πώς ξεκίνησε; Σε θυμάμαι στο Μοναστηράκι…
Στο Μοναστηράκι οι φωτογραφίες ήταν στο Project της Επαναμάγευσης του Κόσμου. Φωτογράφιζα μειονότητες, τρανς ανθρώπους, gay αγόρια και κορίτσια λεσβίες με άλλοτε φαντασμαγορικές εμφανίσεις και άλλοτε πιο θεματικές. Μου άρεσε πολύ το γκόθικ στοιχείο, με τους κορσέδες τύπου βικτωριανής εποχής, τις μολυβένιες αποχρώσεις στα μάτια απ’ το φάσμα των σκοτεινών χρωμάτων, τα αντίστοιχα κραγιόν και γενικά παρόμοια χρώματα απ’ την πένθιμη παλέτα πάνω στο πρόσωπο. Άλλοι ντύνονταν σαν ήρωες σε γιαπωνέζικα manga, πολλά νέα κορίτσια σαν αφέντρες dominatrix. Άστεγοι και τρελοί εκκεντρικοί άνθρωποι με την τρέλα τους να έχει διαμορφώσει με απολύτως γοητευτικό τρόπο το ανάγλυφο του προσώπου τους και αναλόγως (η τρέλα) να έχει διακοσμήσει με κοσμήματα το σώμα τους, να έχει βάλει κάτι υπερβολικά ψιμύθια στα ταλαιπωρημένα κάποτε πρόσωπά τους. Νιώθω, χωρίς να δαιμονοποιώ καθόλου, πως οι άνθρωποι σήμερα δεν ντύνονται για να επικοινωνούν επί τη βάσει μιας κοινής αισθητικής. Οι νέοι ντύνονται για να ξεχωρίζουν. Οπτικοποιούν τη μοναδικότητά τους και ο καθένας είναι ένα θελκτικό σύμπαν που σε καλεί, μερικές φορές περισσότερο κάποιες άλλες λιγότερο, να το εξερευνήσεις. Διερωτάσαι γι’ αυτό που βλέπεις και κάπως έτσι ξεκινάει μια κουβέντα, μια γνωριμία κ.τ.λ. Το Μοναστηράκι ανθρωπολογικά είναι ο ομφαλός της Ελλάδας. Είναι όλες οι φυλές, όλες οι εποχές, όλες οι μόδες, οι γλώσσες, ο απύθμενος πόνος και η άφατη χαρά. Στο Μοναστηράκι στήνεται η τελευταία υπαίθρια γιορτή και μαζί εκτυλίσσονται και πιο δραματικές ζωές. Αλλά εγώ ως συγγραφέας και φωτογράφος ήμουν εκεί για τη γιορτή και όχι για το πένθος. Επέλεξα τη γιορτή και απαθανάτιζα για να κομίσω μαγεία σ’ έναν απομαγευμένο κόσμο, κυνικό και φορές ανάλγητο.
Μου ακούγεται υπέροχο όλο αυτό. Αλήθεια, ίσως έπρεπε να συνεχίσεις εκεί…
Κάποια στιγμή σε μια κρίση άγχους μου, λαβωμένος ανεξίτηλα με χρόνια οριακή διαταραχή προσωπικότητας, αποπειράθηκα να αυτοκτονήσω. Έκανα κατάχρηση σε ηρεμιστικά πιο πολύ για να ακουστεί ο πόνος μου, από ενοχές να μην τον αποσείσω από πάνω μου στις κουβέντες μου με τους φίλους μου άφηνα προϊόντος του χρόνου να εξαπλώνεται, χειριστικά κινήθηκα προς αυτόν τον εκούσιο εκκωφαντικό σε θόρυβο τρόπο για έξοδο απ’ τη ζωή. Και έφτασα σ’ αυτή την οριακή συνθήκη στην οποία το φλερτ με τον θάνατο έγινε εναγκαλισμός. Από εκεί και πέρα η διαδοχή των πραγμάτων ήταν να έρθουν να με παραλάβουν αστυνομικοί απ’ το σπίτι μου με εισαγγελική γιατί ήμουν επικίνδυνος για τον εαυτό μου, επίσκεψη στο Τζάνειο για πλύση στομάχου και επιστροφή στο αστυνομικό τμήμα όπου και μου φέρθηκαν άσχημα (κι έπειτα στο Δρομοκαΐτειο). Αναίτια κι ενώ πήγα να σηκωθώ κάποια στιγμή απ’ την καρέκλα στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, με ακινητοποίησαν με βίαιες λαβές και προσπάθησαν να μου περάσουν χειροπέδες, βρίζοντας με κατά τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί πράττουν όταν ηδονίζονται με την κατάχρηση εξουσίας. Αυτό που βίωσα ήταν πολύ έντονο, με συνέτριψαν και για μήνες είχα μετατραυματικό στρες. Έβλεπα έξω απ’ το σπίτι μου αμάξι Ι.Χ. με αναμμένη μηχανή και νόμιζα ότι ήταν αστυνομικοί που ήρθαν να με συλλάβουν. Έτσι επέστρεψα στην Καλλιθέα και άφησα το Μοναστηράκι με τις αστυνομικές δυνάμεις του που έβλεπα και πάθαινα κρίσεις πανικού. Το μετατραυματικό στρες είναι ακόμη εδώ και η γνωστή πλατεία είναι πια ένα δυσβάσταχτο άγχος.
Ποια η σχέση τη εικόνας με τον λόγο στο έργο σου; Ο λόγος είναι περιγραφικός ή σκοπεύει να πάει την εικόνα παραπέρα;
Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Ο συλλέκτης έργων τέχνης και φίλος μου Χρίστος Χριστοφής κάνει λόγο για «δίπτυχα εικόνας και λόγου». Το ένα εκπορεύεται απ’ το άλλο χωρίς κι εγώ ο ίδιος να μπορώ ν’ αντιληφθώ τι προηγείται και τι έπεται. Είναι ένα μουσείο μέσα μου με εκθέματα που συνυπάρχουν μαζί με λογοτεχνία, αισθητικά δοκίμια, ψυχογράφηση της ανθρώπινης συνθήκης. Όπως πας σε αρχαιολογικά μουσεία και αυτό που βλέπεις σε μαγεύει σε πολλαπλάσιο βαθμό διαβάζοντας τις πληροφορίες για το εύρημα; Κάπως έτσι. Ο Αντρέ Μαλρώ έχει γράψει το συγκλονιστικό βιβλίο Το φανταστικό μουσείο και τα εξηγεί όλα. Η τέχνη είναι πάντα εννοιολογική. Και να μην το θέλει ένας καλλιτέχνης, θα γραφτούν κείμενα για το έργο του. Αν δεν υπήρχαν τα κείμενα, η ιστορία της τέχνης και όποιος άλλος τροχιοδεικτικός μηχανισμός, δεν θα μπορούσαμε να θαυμάσουμε ούτε τον Βαν Γκογκ. Στην Αόρατη Καλλιθέα, οι φωτογραφίες πωλούνται σε ένα και μόνο τύπωμα μαζί με τις χειρόγραφες λεζάντες τους, ένας Ίταλο Καλβίνο συναντά εμένα. Τη θέλησή μου να στήσω μια γεωγραφία του μαγικού σε κάτι που φαινομενικά ανήκει στη γενικευμένη αστική ασχήμια.

Θα ήθελα να μου μιλήσεις και για τη συνεργασία σου με τον Γιώργο Χρονά. Πώς προέκυψε, τι την οδηγεί μέχρι σήμερα;
Δεν συνεργάστηκα ποτέ με τον Γιώργο. Καύλα υπήρχε, πολύ πορνογραφικό σεξ και αγάπη που δυναμώνει μέρα με τη μέρα. Τον γνώρισα στο πιο πολυθρύλητο τσοντάδικο της Ομόνοιας. Στο Σταρ. Που έκλεισε το 2010 και όσοι ήμασταν θαμώνες εισερχόμασταν στους χώρους του με εκκλησιαστική ευλάβεια. Για να λατρέψουμε τον άντρα και να νιώσουμε ποθητοί και επιβήτορες – κάποιοι από εμάς. Στις ζώνες του ημίφωτος όλοι γινόμαστε τόσο ανεπιτήδευτα ειλικρινείς γιατί δεν εμφανιζόμαστε δήθεν μου τάχα μου σαν προϊόντα άμωμης σύλληψης. Ο Νεοέλληνας έχει θέματα άλυτα πολλά. Πρέπει οι κρατικοί θεσμοί ν’ απαλλαγούν απ’ την Ορθοδοξία. Αυτό το δογματικό εξάμβλωμα έχει τη σάρκα για πέταμα. Ο άνθρωπος είναι βαθιά και ολοκληρωτικά ψυχοσωματικός. Νιώθω πως όποιος κωφεύει και παραμελεί το σώμα του, διαπράττει έγκλημα. Είναι λες και ζεις σαν ένας διεστραμμένος διανοούμενος που δεν μπορεί να στηλώσει ούτε την παραμικρή κουβέντα για την πραγματικότητα. Η υπερβατικότητα δεν είναι κατόρθωμα. Είναι ένα σφάλμα. Ο Χρονάς εκείνο το βράδυ στο Σταρ κάθισε δίπλα μου, τον φώναξα εγώ, «κύριε Χρονά;» και όταν άρχισε να μου μιλάει για τον Όσκαρ Ουάιλντ, ένιωσα ακριβώς αυτό που σας περιγράφω ως ψυχοσωματικότητα. Ναι μεν επιθυμούσε το κρέας μου, αλλά ταυτόχρονα και να φωτίσει το πνεύμα μου με την αναφορά στον Άγγλο αισθητιστή. Ήταν μοιραίο λοιπόν να εισέλθω στις εκδόσεις και στο περιοδικό της Οδού Πανός. Τίτλος εμπνευσμένος απ’ την Οδό Πανός στην Πλάκα και μια μικρή γκαρσονιέρα που διατηρούσε ο ποιητής με τη Ζυράννα Ζατέλη, τον Γιώργο Ευσταθίου και τον Γιώργο Παυριανό. Με τη Ζυράννα συνδέθηκα με ακατάλυτη αγάπη και γνώρισα τυχαία ή μοιραία και τους άλλους δυο Γιώργους. Μπήκα κι εγώ στο σαλόνι τους.
Τι άνθρωπος είναι ο Γιώργος Χρονάς; Για μένα, είναι ένας ζωντανός μύθος και σύμβολο μιας εποχής που τείνει να εξαφανίζεται μέρα τη μέρα, αισθητική, αξιακά…
Προσωπικά, όπου μιλούν πολύ για αξίες και αξιοπρέπεια και ηθική και κύρος, φεύγω. Αυτά όλα είναι παρωχημένες δομές, στην ουσία προκαλύμματα που εμποδίζουν να δούμε τη σήψη και τη διάθεση για αποκλεισμούς όσων ορκίζονται απολογητές τους. Είναι σ’ αυτούς που φωλιάζει το περισσότερο μίσος. Ο Γιώργος Χρονάς μού θυμίζει και μου τονίζει συνεχώς εκείνον τον στίχο του Καβάφη, «οι τα φαιά φορούντες και περί ηθικής λαλούντες». Στους κήνσορες και στα ιερατεία είναι οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι. Ο Γιώργος δεν είναι ποτέ αυστηρός με τους ανθρώπους. Τον Γιώργο τον γνώρισα όταν εγώ ήμουν 27 κι εκείνος 57. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να αποδεχτώ την έλξη που ένιωθα για εκείνον. Ο Γιώργος είναι ένας μύστης που μυεί τον άλλο στην επανάσταση του σώματός του. Με τα χρόνια έμαθα δίπλα του ν’ αγαπάω το σώμα μου. Και να πράττω πάντα κατά τον δαίμονα εαυτού. Αν είναι μυθικός για κάτι, αυτό είναι πως είναι ένας σαρκωμένος νέος Πάνας. Είναι ο Γιώργος που αναιρεί το ρηθέν «Ο Μέγας Θεός Παν Πέθανε». Υπήρξε σε όλα του ανένταχτος. Και είναι κι αυτό ένα μάθημά του, μια μυστική διδαχή του. Να εντάσσεσαι και επίσημα κάπου σημαίνει να περιορίζεις τον τρόπο σκέψης σου και να ακολουθείς πρακτικές συμμόρφωσης κι ευθυγράμμισης με επίσημες ιδεολογίες. Ο Γιώργος δεν εντάχθηκε πουθενά. Και γι’ αυτό ανήκει παντού. Στην προμετωπίδα της Βιβλιοθήκης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, όταν το ένθετο για τα βιβλία ήταν στα χέρια του Γιώργου, αναγραφόταν η φράση «καταφύγιο θηραμάτων» και ναι ο Γιώργος περιέθαλψε στην αγκαλιά τους ανθρώπους που οι νοικοκυραίοι θα τους έδιναν το τελευταίο σπρώξιμο για να πέσουν στον γκρεμό. Οι ηθικές βρομάνε από παντού. Ο Γιώργος υπήρξε εγκάρδιος. Και εννοείται πως έχει κι αυτός μια ερεβώδη τοπογραφία στην ψυχή του. Προσωπικά δοκιμάστηκα σ’ αυτήν την τοπογραφία και απ’ την αγωνία εντός της έμαθα να αγαπώ το σώμα μου. Ο Γιώργος με εκμαύλισε υπέροχα. Εκεί που πριν υπήρξε λογοκρισία, ο Γιώργος φώτισε τη φαλλική μου δύναμη.
Τι σε συγκινεί περισσότερο στους ανθρώπους;
Η καρδιακότητά τους. Όταν οι άνθρωποι ακούνε την καρδιά τους γίνονται ακαταμάχητα ελκυστικοί. Νομίζω η καρδιά δεν κάνει ποτέ λάθος. Με συγκινούν οι άνθρωποι που ρισκάρουν, πειραματίζονται, που δεν φτιάχνουν πεπατημένες αλλά ανοίγουν κι άλλους, κι άλλους δρόμους. Αυτός που κρατάει συνταγές για τη ζωή επαναπαύεται, χτίζει ρουτίνα και comfort zone. Ο εγκάρδιος άνθρωπος δεν ξεδιψά ποτέ τη θέλησή του για το νέο. Η καρδιά μας δεν κορέννυται ποτέ να την αρδεύουμε με δάκρυα από νέες εμπειρίες μας. Να ακούς την καρδιά σου σημαίνει να είσαι ειλικρινής και ν’ αντιδράς θετικά στην ανάγκη σου για ξόδεμα και μοίρασμα. Με συγκινούν αυτοί που θα κάνουν τα πάντα για να αγαπηθούν πολύ. Και για να αγαπήσουν. Με συγκινεί ο ονειροπόλος που ενώ ξέρει πως δεν θα πραγματοποιήσει κανένα όνειρό του, εντούτοις συνεχίζει τους αγώνες του. Έχει την πίστη πως θα δικαιωθεί μελλοντικά. Με συγκινούν οι άνθρωποι που έχουν στους κύκλους τους ανθρώπους που ο μέσος Έλληνας απορρίπτει και περιθωριοποιεί. Με συγκινούν οι άνθρωποι που αγαπούν τους ανθρώπους τους άνευ όρων, no matter what. Με συγκινούν οι άνθρωποι που επενδύουν πολύ χρόνο απ’ τον πολύτιμο χρόνο τους για να βοηθήσουν προσηλωμένοι κάποιον που είναι μόνος του και χρειάζεται βοήθεια.
Ποιο είναι το έργο σου εκείνο που πονάς λίγο περισσότερο από άλλα; Μιλώ για βιβλίο σου.
Όλα μου τα βιβλία, τα κείμενα, τα δοκίμια, τις γνωριμίες που έχω κάνει και έχω γράψει γι’ αυτές, όλες μου τις φωτογραφίες και τα κείμενά τους, τα πονάω το ίδιο. Έφτιαξα ένα αυτοθυσιαστικό και μαρτυριακό κορμό από εικόνες και λόγο. Ακόμη και στις νεκρές φύσεις της Αόρατης Καλλιθέας το ζητούμενο είναι ο πάσχων άνθρωπος, ο διαφορετικός, ο αλλόκοτος, ο περιθωριοποιημένος, ο αναίτια στιγματισμένος και καθημαγμένος. Πάντα γράφω –αφού αναφέρεσαι στα βιβλία μου– για θέματα που ξεπερνάνε τις δυνάμεις μου και την αντοχή μου να τα μιλήσω. Υπάρχει μια κοινή πρόθεση πίσω απ’ ό,τι δημιουργώ. Να κάνω ήρωες ανθρώπους που οι περισσότεροι αγνοούν ότι έχουν κι αυτοί πράγματα να πουν. Ξέρετε, οι σύγχρονες κοινωνίες που αποθέτουν στο φάσμα της αορατότητας τόσες και τόσες μειονότητες ανθρώπων, δεν απέχουν πολύ απ’ την πράξη να τους αποπροσωποιήσουν, τους βλέπουν ως σώματα και όχι ως υπάρξεις. Στο συγγραφικό μου έργο εκτίθεμαι περισσότερο απ’ όσο μπορώ να εκτεθώ. Ο άνθρωπος που εκτίθεται συνειδητά και συνειδητά επιλέγει να απορροφήσει όλους τους αρνητικούς κραδασμούς απ’ τα μέλη μιας συντηρητικής κοινωνίας, το κάνει για να σταματήσουν αυτά που γράφει να θεωρούνται πρόκληση και χυδαιότητα. Αυτός ο αγώνας να φυσικοποιήσω και να εντάξω στο φάσμα της ανθρώπινης συνθήκης πράγματα που μέχρι πρότινος ήταν κατάπτυστα για τους πολλούς, εκτείνεται σε όλα μου τα βιβλία. Και γι’ αυτό δεν μπορώ να σας ξεχωρίσω κάποιο ανάμεσά τους.

Τι σχέδια κάνεις αυτή την εποχή; Ετοιμάζεις κάτι άλλο, εκτός της συνέχισης και της εξέλιξης του πρότζεκτ Αόρατη Καλλιθέα;
Εννοείται πως θα συνεχίσω να φωτογραφίζω την Καλλιθέα για πολλά χρόνια ακόμη. Ετοιμάζω ένα βιβλίο για το Δρομοκαΐτειο, το οποίο είναι εξαιρετικά πολύπλευρο. Προσεγγίζει την αποτυχία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα. Στο ίδιο βιβλίο σ’ ένα δεύτερο μέρος ασχολούμαι, με αφορμή τη γνωριμία μου με τον γιατρό Βασίλη Σκουτέρη, με τον Κιρκαδιανό Ρυθμό. Αυτός ο ρυθμός είναι όλα τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το βιολογικό μας ρολόι. Και κάτι άλλο που φτιάχνω εδώ και καιρό είναι ένα πολυσέλιδο κείμενο στο οποίο αναλύω τη δουλειά ενός πολύ σπουδαίου Έλληνα street photographer, του Πολυχρόνη Γεωργακόπουλου.
Υπέροχος ο Πολυχρόνης. Φώτη, με ενδιαφέρει πολύ, επίσης, να ρωτήσω τι διαβάζεις και τι μουσική ακούς αυτή την εποχή.
Όταν ήμουν στο Δρομοκαΐτειο σκεφτόμουν όλους αυτούς τους συγγραφείς που έζησαν ή και πέθαναν στο άσυλο. Βγαίνοντας ξεκίνησα να τους μελετάω. Και το έργο τους και δοκίμια/έρευνες πάνω σ’ αυτό. Αναφέρομαι στους Βιζυηνό, Φιλύρα, Μητσάκη αλλά και τον Ζάρκο κι ας ήταν τρόφιμος του Δαφνίου αυτός. Διαβάζω και παρακολουθώ πολύ το Αθηνολόγιο και το Περιθώριο. Είναι δημιουργοί που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Διαβάζω βιβλία –όχι λογοτεχνικα– που κυκλοφορούν δωρεάν σε μορφή pdf στο διαδίκτυο. Τελευταία διάβασα το βιβλίο του Νικολάου Ιερομνήμονος, Ασκληπιείο των Κώων – Η Γεωιστορία του ιερού Χώρου. Από μουσική, το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ήταν πριν λίγες ώρες απ’ τη Σωτηρία Μπέλλου, Πλατεία Βάθης.

Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό, αφού εγώ σ’ το έστειλα! Ποιος είναι ο αγαπημένος σου δρόμος στην Αθήνα; Και γιατί;
Μ’ αρέσει η οδός Σπάρτης στην Καλλιθέα. Κάθε μέρα γεννοβολάει καινούργιες εικόνες με πολύ μεγάλο φωτογραφικό ενδιαφέρον.
Τι θα ήθελες να θυμούνται οι άνθρωποι από σένα στα χρόνια που δεν θα ζεις; Περισσότερο από όλα τα δικά σου…
Θα ήθελα να με θυμούνται για την αγωνία μου και τη θέληση μου να ζήσω. Για την ξενότητα που ένιωθα. Σαν ριγμένος στον κόσμο. Σαν έκπτωτος. Όλα είναι περασμένα σε βιβλία μου, γραπτά, δοκίμιά μου και εικόνες μου. Ό,τι έφτιαξα, το έφτιαξα για ν’ απελευθερώσω τον άνθρωπο απ’ τα τοξικά δεσμά του. Να με θυμούνται. Αν δουν μέσα στο corpus του έργου μου τραύματα και πληγές, να φτιάχνουν την εικόνα μου ως πάσχοντος ανθρώπου. Και να περιποιούνται πληγές ομοίων μου της κάθε επερχόμενης γενιάς. Να διαβάζουν το έργο μου και να εκτιμούν τις προθέσεις μου να διευρύνω την ανοιχτότητα των ανθρώπινων αγκαλιών. Να με θυμούνται ως κάποιον που στη ζωή και στο έργο του είχε προφητεύσει την έλευσή τους και έτσι θα μπορούν να γιορτάζουν την παρουσία τους μέσα απ’ τις δοξαστικές μου για τις υπάρξεις τους παραγράφους μου.
Μπορείτε να δείτε περισσότερες φωτογραφίες και κείμενα του Φώτη Θαλασσινού στο προσωπικό του σάιτ https://fotisthalassinos.gr/
Μπορείτε επίσης να τον βρείτε στο Facebook και να του απευθύνετε αίτημα συνεργασίας ή επιθυμία αγοράς κάποιας φωτογραφίας του εδώ.















































































































