Ναι, όπως ίσως υποθέσατε ο τίτλος είναι ειρωνικός, αλλά οφείλω να το επισημάνω καθώς τη σήμερον, ο καθένας λέει την αποψάρα του, τη χαρακτηρίζει ως αποψάρα και έχουμε αρχίσει να αισθανόμαστε φυσιολογικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι γύρω μας περιφέρονται προσπαθώντας όχι μόνο να εκφράσουν, αλλά και να επιβάλλουν την αποψάρα τους.
Τι, όχι; Βεβαίως και ζούμε σε μια εποχή που ο καθένας προσπαθεί να επιβάλλει το δικό του σώνει και ντε, λες και είμαστε πεντάχρονα – «όχι έχω δίκιο και δεν ακούω την αντίθετη άποψη γιατί πολύ απλά αυτό θέλω να λέω και κυρίως θέλω να έχω δίκιο».
Η ανθρώπινη φύση; Η μάστιγα της εποχής μας; Ψυχολογικά συμπλέγματα; Ας πάμε σιγά σιγά να ξετυλίξουμε τον μίτο της Αριάδνης.
Απρίλιος 2024, η αφορμή
Αφορμή για το συγκεκριμένο κείμενο, στάθηκε –δυστυχώς– η καθημερινότητα. Η γεμάτη κόμπλεξ καθημερινότητα, η γεμάτη εμπόδια, η γεμάτη οργή. Οι μέρες μου μέχρι σήμερα – και όχι μόνο οι δικές μου – είναι ένα ψηφιδωτό απαράδεκτου παρτακισμού και ζητημάτων εξουσίας.
Μηχανάκια κλείνουν αυτοκίνητα, αλλά και πόρτες (!) με αποτέλεσμα να μην μπορείς να μετακινηθείς – φυσικά γιατί να κοιτάξω κάποιον άλλον πέρα από την πάρτη μου; Εργαζόμενοι σε δουλειές όπου «όλοι στην ίδια μοίρα είμαστε» αναλαμβάνουν κάτι και δεν δέχονται ούτε μια απλή ερώτηση – «μήπως είναι καλύτερα να το κάνουμε έτσι;», «άσε μας, κουκλίτσα μου, εγώ ξέρω». Κι όλα αυτά για κάτι απλό. Κάτσε ρε μάγκα, αν ήσουν αρχηγός κράτους για παράδειγμα… τι θα ‘κανες; Θα είχες συμβούλους και δεν θα τους άκουγες μόνο και μόνο γιατί εσύ ξέρεις καλύτερα; Αν ήταν έτσι, ο Κιμ θα το είχε πατήσει εδώ και καιρό.
Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
Οι αναμνήσεις μου με ταξίδεψαν στα πανεπιστημιακά χρόνια, οπού ομολογώ ότι με δύο σχολές δεν ήταν όλα τα μαθήματα το φόρτε μου. Όμως όλα τα έδωσα για να πάρω πτυχίο, οπότε αμυδρά τα θυμάμαι σχεδόν όλα. Ένα από τα τελευταία μαθήματα είχε ως κεντρικό θέμα την ψυχολογία του Έλληνα και τη φράση καραμέλα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Στα μακρινά 22 δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει να διαβάσω κάτι τόσο βαρετό και μάλιστα να το δώσω και εξετάσεις. Όταν ξανάνοιξα σήμερα αυτό το βιβλίο, ανακάλυψα ότι πρόκειται για έναν θησαυρό. Ανά σημεία στάζει χολή, όμως έχει πιάσει από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, αυτή της ιστορίας και της ιστορικής μνήμης, το πώς ο νεοέλληνας έγινε η επιτομή της μαλακίας σε αυτή τη χώρα. Ραγιαδισμός, ταξικές ανισότητες, πλούσιοι και φτωχοί, έννοιες που φαινομενικά δεν υπάρχουν πια, αλλά έχουν περάσει στο DNA μας και μέχρι σήμερα προσπαθούμε να βρούμε μια αυταξία μέσα από τα μάτια των άλλων. Το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο αυτή η αυταξία να μην υπάρχει, αλλά να σε κράζει και όλη η πλάση με το που ανοίξεις το στόμα σου.
Εγώ κι εσύ μαζί
Ό,τι και να λες, ό,τι και να λέμε, μπροστά δεν πήγε ένας άνθρωπος σκέτος μόνος του, αλλά οι ομάδες. Μπορεί ο ένας να είναι πιο brilliant, ο ένας να έχει δυνατότητες καθοδήγησης και ηγεσίας, αλλά σίγουρα έχει μαζί του τους καλύτερους στον τομέα του ώστε να επιτύχει κάτι. Δηλαδή ο Stephen Hawking δεν είχε ανθρώπους στα εγραστήριά του; Καθόταν μόνος μπροστά από έναν πίνακα και έλυνε εξισώσεις, κι αν ερχόταν κάποιος και τον ρωτούσε «Στήβεν, μήπως θα έπρεπε να κάνουμε αυτό αντί για εκείνο», ο Στήβεν απαντούσε «δεν ξέρεις εσύ, εγώ θα σου πω»;
Γιατί τόσος κομπλεξισμός ρε παιδιά; Τι τροφή για την ψυχούλα σας παίρνετε όταν δεν ακούτε καμία άλλη άποψη; Είστε καλύτερα στο σπίτι σας με τη γυναίκα, τον άντρα, το παιδί σας, όταν έξω στον κόσμο ξερνάτε κάθε ψυχολογική ατέλεια που σας πέρασαν οι γονείς σας;
Αρκετά ακούσαμε την αποψάρα σου θα μου πείτε και θα ‘χετε και δίκιο. Πριν το πείτε όμως, σκεφτείτε μήπως έχω δίκιο. Δεν το επιβάλλω, δεν το απαιτώ. Σας δίνω τροφή για σκέψη. Την επόμενη φορά που θα κλείσεις πόρτα με το μηχανάκι σου ή θα μιλήσεις άσχημα σε έναν «υφιστάμενό» σου, θυμήσου αυτές τις γραμμές. Το αλάθητο δεν το ‘χει ούτε ο Πάπας.
Υ.Γ. Και μην ξεχνάς – έστω και η ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, μπορεί να σώσει κεφάλια. Όπως και η ευγένεια.















































































































